Παρασκευή, 6 Φεβρουαρίου 2015

Η εκδίκηση της τεχνοφοβίας















Η αναπαλαιωμένη πολυθρόνα,
γερή από σκόρο και άφθαρτη
σχεδόν γυαλίζει σαν με κοιτά,
με φαντάζεται δεμένο πάνω της
με  συγγραφική καράφλα
να έχω βυθιστεί σε σκέψεις
χαϊδεύοντας τους κροτάφους μου.
Γεμάτος πληρότητα,
θα διαπιστώνω ότι είναι πια πολύ αργά.
Τότε αν κάποιος κοιτάξει,
 από την κλειδαρότρυπα
ή  τη μισάνοιχτη πόρτα,
δε θα με αναγνωρίσει από τη μάρκα των τσιγάρων,
ούτε από τα κοκκινόμαυρα σημαιάκια
ή τα κάδρα.
Το μόνο που θα θυμίζει αυτό που κάποτε ήμουν
θα είναι ο ίδιος, ίσως πιο εξελιγμένος,
αλλά ίδιος,
γραφικός χαρακτήρας.

Όταν όμως αναπνέω τον αέρα της μητρόπολης,
που ζέχνει από ίλιγγο
αποκαΐδια
και wi-fi hotspots,
φαντάζομαι ένα βρώμικο γέρο,
σαν όλους τους άλλους
σε μια ακαθόριστη γωνιά του πλανήτη
δίπλα σε μια οθόνη
κι ένα πληκτρολόγιο αφής,
χαμένο στο ηλεκτρονικό σνιφάρισμα,
μιας νέας νικοτίνης,
λιγότερο βλαβερής,
περισσότερο κερδοφόρας.
Κενός,
γεμάτος αναπάντητα ερωτήματα, ακόμα,
θα καλοπίζει την ηλεκτρονική βιβλιοθήκη του.
Τότε αν ανοίξει καταλάθος η web-cam,
όποιος τον δει,
από που θα τον αναγνωρίσει;

Ψηλαφώντας την πραγματικότητα διαπιστώνει κάποιος
πως ο φόβος του θανάτου ξεπερνιέται από το φόβο του θανάτου,
δίχως σύνδεση στο ίντερνετ.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου