Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2015

Στις 22 Ιουνίου (Δευτέρα) στα πλαίσια των 13ων γενεθλίων τις Κατάληψης Ευαγγελισμού, θα γίνει παρουσίαση της συλλογής ποιημάτων και διηγημάτων "Κάτι Οστά", των Φώντα και Δερβίση. Θα προηγηθεί προβολή της ταινίας "Un chien andalou" (Ανδαλουσιανός Σκύλος) των Salvador Dali και Luis Buñuel.
(Διοργάνωση: Επιτυχημένες Απόπειρες/ Directiva "από τα κάτω")


Περισσότερες Πληροφορίες Σχετικά με το βιβλίο:

Συμμετέχει ακόμα με τρία ποιήματα το Βδέλυγμα.
Εικονογράφηση του βιβλίου: Χωρίς Κανόνα (Λάθος Εποχή)
Σχεδιασμός εξωφύλλου και στήσιμο: Θοδωρής Φράγκος




Αναλυτικά το πρόγραμμα των γενεθλίων:

- Δευτέρα 22/6/2015 - ώρα: 19:00 - Παρουσίαση βιβλίου : "Κάτι οστά" απο τους Δερβίση και Φώντα | Προβολή του " Un chien andalou".

- Τρίτη 23/6/2015 - ώρα: 18:00 - Workshop αυτοσχέδιων μουσικών οργάνων & κουκλοθέατρο ομπρέλας (Εργαστήριο).

-Τετάρτη 24/6/2015 - ώρα: 19:00 - Εκδήλωση "Ζώνες υπεράσπισης :ZAD,No Tav ,Σκουριές ,δίκτυο κατα των ΒΑΠΕ,Xenia Motel ",στο ξενία μοτέλ καρτερού.(Συλλογικότητα για την κοινωνικοποίηση του Xenia Motel)

- Πέμπτη 25/6/2015 - ώρα: 19:00 - Ευρωπαϊκή ένωση , οργάνωση & προοπτική του κινήματος στη νέα συγκυρία. Εκδήλωση με μέλη της συνέλευσης αναρχικών -κουμμουνιστών για την ταξική αντεπίθεση ενάντια στην Ευρωπαϊκή ένωση | Ακολουθεί κοκτέηλ πάρτυ (Αναρχική συλλογικότητα ΟΚΤΑΝΑ).

- Παρασκευή 26/6/2015 - ώρα: 18:00 -Εκδήλωση :Μετανάστευση - Ευρώπη φρούριο -Αριστερή διαχείριση | Ακολουθεί καφενείο οικονομικής ενίσχυσης ( Τρείς γέφυρες ,Sine dominis ,Άπατρις).

- Σάββατο 27/6/2015 - ώρα: 22:00 - Γενεθλιακό Πάρτυ (στο πάρκο Τέννις ,πρόσβαση απο Λ.Ικάρου).

- Κυριακή 28/6/2015 - ώρα: 16:00 -Προβολή video "13 χρόνια Κατάληψη Ευαγγελισμού" | Ακολουθεί γλεντάκι με ρεμπέτ μουζίκ και ρεφενέ μεζέ.

* Καθημερινά Workshops (εκτός Τετάρτης)- ώρα: 14:00-16:00 στο χώρο της Κατάληψης.




Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2015



“Πρέπει να ρθεις από δω. Έχω ένα πτώμα στο σαλόνι μου.”
Ο φίλος μου ο Νικόλας ήτανε συνηθισμένος σε τέτοιου είδους μπλεξίματα εδώ και χρόνια, γι’ αυτό κι εγώ κάπως απόρρησα όταν με πήρε τηλέφωνο για να μου πει αυτό το πράμα.
“Ε, και; Ποιό το πρόβλημα;” ρώτησα με το πιο κυνικό ύφος που μπορούσα να πάρω.
“Υπάρχει πρόβλημα. Έχει χαλάσει το αμάξι μου.”
“Αα, μάλιστα. Εντάξει, ξεκινάω σε λίγο.”

Φόρεσα ένα παντελόνι, έχωσα στην τσέπη τον καπνό και τα χαρτάκια μου, έβαλα τα παπούτσια μου, μπήκα στο αμάξι και ξεκίνησα. Σε μερικά λέπτα ήμουν έξω απ’ το σπίτι του. Μια τεράστια έπαυλη κάπου στα βόρεια προάστια, διόροφη, με κήπο και πισίνα. Ο Νικόλας ήταν ο μοναχογιός μιας ζάμπλουτης οικογένειας, η οποία πριν λίγα χρόνια είχε εξαφανιστεί ύπο αδιευκρίνιστες συθήκες σ’ ένα ταξίδι αναψυχής στην Ινδονησία. Ποτέ κανείς δεν έμαθε κάτι για την τύχη του πατέρα και της μάνας του, κι ο Νικόλας βρέθηκε μόνος με μια αμύθητη περιουσία κι αυτή την τεράστια έπαυλη στα βόρεια. Όχι κι άσχημα...

Χτύπησα το κουδούνι, μου άνοιξε και μπήκα μέσα. Προχωρήσαμε προς το σαλόνι. Στον έναν καναπέ καθότανε μια νεαρή γυναίκα, γυμνή, τσίτσιδη, με μια μπλε πλαστικιά σακούλα δεμένη στο κεφάλι της. Κάθισα δίπλα της, ο Νικόλας κάθισε στην πολυθρόνα απεναντί μας. Ψιλάφησα προσεκτικά το κορμί της, σφιχτό κι υπέροχο - ήταν ακόμη ζεστό.
“Λοιπόν;” με ρώτησε ο φίλος μου.
“Λοιπόν, τι θα γίνει; Δε θα φέρεις να πιούμε κανένα κρασί;”
“Αμέ. Λευκό ή κόκκινο;”
“Λευκό.”

Σηκώθηκε και περπάτησε ως την κουζίνα. Έβγαλα κι έστριψα ένα τσιγάρο. Επέστρεψε κρατώντας ένα μπουκάλι Σαρντονέ και δυο κολωνάτα ποτήρια. Κάθισε, το ακούμπησε στο τραπέζι, έβγαλε απ’ την τσέπη του το τιρμπουσόν, το άνοιξε κι έριξε λίγο στα ποτήρια μας. Πήρα μια γουλιά. Καλό κρασί.
“Και γιατί της φόρεσες αυτήν την πλαστική σακούλα;” τον ρώτησα.
“Γιατί δε θα μ’ άρεσε να κάθεται εκεί και να με κοιτάει.”
“Και γιατί δεν της έκλεινες απλά τα μάτια;”
“Μην είσαι ανόητος. Αν της έκλεινα τα μάτια θα μου δινε την εντύπωση πως με βαριέται.” Χαζογελάσαμε κι οι δυο.
“Σωστά... Σε πειράζει να τη βγάλω, να δω το πρόσωπό της;”
“Όχι, καθόλου.”

Την έλυσα και την έβγαλα. Ήταν μελαχρινή, με υπέροχα, ροζ και στρογγυλά μάγουλα, μια μικρή μυτούλα, γαλλικιά, κι ένα λεπτό τριγωνικό πηγούνι. Τα μεγάλα μαύρα μάτια της, αν και νεκρά, έβγαζαν ακόμα μια άγρια όμορφια που σε τραβούσε. ‘Ηταν πραγματική καλλονή.
“Πώς τα καταφέρνεις πάντα, ρε μπαγάσα, και βρίσκεις τις πιο όμορφες γυναίκες,” του είπα δίχως να τραβήξω τα μάτια μου από πάνω της.
“Θα χω το χάρισμα,” μου είπε σαρκαστικά.
“Κι όμως, φίλε μου, κι όμως το έχεις. Ξέρεις, πάντα σε ζήλευα γι’ αυτή σου την ικανότητα, πάντα ήσουν αυτός ο τύπος που σε οποιοδήποτε μέρος μπορούσε να ξετρυπώσει την πιο όμορφη γκόμενα και σε δέκα λεπτά να την κάνει να τον ερωτευτεί.”
“Είμαι και ωραίο παιδί όμως, δε βρίσκεις;”
“Ναι, σίγουρα, αλλά αυτό δεν αρκεί. Εσύ έχεις ένα πολύ σπάνιο ταλέντο. Εσύ αποπνέεις τον θάνατο, μυρίζεις θάνατο, κι αυτό παίζει πολύ μεγάλο ρόλο.”
“Χμ, δεν ξέρω... Λες δηλαδή ότι οι γυναίκες έλκονται απ’ τον θάνατο;”
“Όχι ακριβώς, έλκονται απ’ τη μυρωδιά του θανάτου. Όπως τα όρνεα έλκονται απ’ τη μυρωδιά του ψόφιου ζώου.”
“Χαχ! Πλάκα έχει αυτό που λες!”
“Και δεν είναι μόνον αυτό, είναι το όλο μυστήριο που ενυπάρχει. Το γεγονός ότι, φαίνεσαι, θα μπορούσες να είσαι δολοφόνος. Αυτή η πιθανότητα τις εξιτάρει. Φυσικά, αν το γνώριζαν, θα φρικάρανε. Αλλά το ότι απλά το υποθέτουν λειτουργεί θετικά.”
“Ντάξει, ίσως... Δεν το πιστεύω πάντως. Εξάλλου, εσύ τι ξέρεις από γυναίκες; Εσύ μόνο για φιλοσοφίες κάνεις.”
“Εντάξει, εδώ δεν έχεις κι άδικο. Κι ούτε καν για φιλοσοφίες, έτσι; Για αμπελοφιλοσοφίες!”
“Χαχα, ακριβώς! Επαγγελματίας αμπελοφιλόσοφος.”
“Κάπως έτσι... Δεν πας να φέρεις άλλο ένα κρασί; Αυτό τέλειωσε κιόλας.”
“Το πρώτο κρασί πάντα φεύγει χωρίς καν να το καταλάβεις.”
“Ναι, το έχω διαπιστώσει κι εγώ αυτό.”
“Πάω. Ξαναφόρα της τη σακούλα σε παρακαλώ, με αγριεύει η φάτσα της.”
Σηκώθηκε και περπάτησε ως την κουζίνα.

Ω, Γκλεντόρα, τι σου κάνανε;” της ψιθύρισα καθώς της έβαζα και πάλι τη σακούλα στο κεφάλι της. Σηκώθηκα και πήγα στο παλιό πικάπ. Έριξα μια ματιά στα βινύλια. Η κατάσταση επέβαλε τζαζ. Βρήκα έναν δίσκο του Κολτρέιν, το Μπλου Τρέιν. Τον έβαλα και τράβηξα προσεκτικά τη βελόνα πάνω του. Τα παράσιτα μετατράπηκαν μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα σε μελωδία τρομπέτας, και μετά και πιάνο, και σαξόφωνο, και ντραμς. Επέστρεψα στον καναπέ, ο Νικόλας είχε καθίσει ήδη και σερβίριζε τον δεύτερο γύρο Σαρντονέ. Ήπιαμε από δυο γουλιές. ‘Εβγαλα κι έστριψα άλλο ένα τσιγάρο.
“Πώς πάει η πολιτική;” με ρώτησε.
“Η πολιτική; Χαχαχα! Που τη θυμήθηκες τώρα την πολιτική;”
“Δεν ξέρω, έτσι μου ρθε.”
“Ε, πώς να πάει; Όπως πάντα. Μια σκέτη απογοήτευση.”
“Έτσι, ε;”
“Έτσι και χειρότερα.”
“Σε θυμάμαι παλιότερα πιο μάχιμο. Πώς ξεκίνησε τώρα αυτή η απογοήτευση;”
“Δεν ξεκίνησε τώρα. Ξεκίνησε το 45, όταν χάσαμε τον εμφύλιο.” Γελάσαμε κι οι δυο δυνατά.
“Α, έτσι, ε; Τελικά άλλοι χάσαν τον εμφύλιο κι άλλοι απογοητεύτηκαν...”
“Μωρέ κι αυτοί που χάσανε, κι αυτοί απογοητεύτηκαν.”
“Καλά, όντως. Κι αυτοί που χάσανε απογοητεύτηκαν, και οι επόμενοι, και οι μεθεπόμενοι... Μη σου πω ότι κι αυτοί που νίκησαν, κι αυτοί απογοητευμένοι είναι.”
“Χαχα, δεν έχεις κι άδικο. Για απολιτίκ, πολύ σοφά μιλάς.”
“Εγώ απολιτίκ; Λάθος κάνεις. Εγώ είμαι πολιτικοποιημένος όσο δεν πάει. Ακόμα κι οι δολοφονίες μου, κι αυτές πολιτικές είναι.”
“Χαχα, ναι, ε;”
“Αμέ.”
“Και ποιά πολιτική εκφράζεις δηλαδή;”
“Την περίφημη πολιτική της παρακμής.”
“Την περίφημη, σωστά... Τελικά, φίλε μου, είσαι ακριβώς αυτό που έλεγε κι εκείνος ο σκηνοθέτης. Κουρέλι. Αυτό είσαι. Την έχεις δει αυτή την ταίνια;”
“Όχι, κι ούτε μ’ ενδιαφέρει να τη δω. Αν εγώ όμως είμαι κουρέλι, εσύ τι είσαι;”
“Χα! Εγώ, φίλε μου, είμαι μεταξωτή κορδέλα!”
“Χαχαχα, ωραία τα λες!
Ξέρεις,” είπε μετά από μια μικρή παύση, “το σκεφτόμουνα πρόσφατα αυτό, και είδα πως καμία θεωρία, καμία πολιτική, δε μπορεί να με καλύψει σαν άνθρωπο. Σκέψου δηλαδή, σε όλες τις πιθανές κοινωνίες εγώ θα ήμουν βάρος. Θα μου πεις βέβαια, εντάξει, κάποτε όμως θα σε ρίχναν στη φωτιά ή θα σου κόβαν το κεφάλι, σήμερα απλά θα σε κλείνανε ισόβια σε μια φύλακη, και, στο ιδανικότερο σενάριο, θα με κλείνανε σ’ ένα ψυχιατρείο. Μα κανείς, καμία κοινωνία, δε θα μ’ άφηνε ν’ αλωνίζω έτσι ελεύθερος. Εγώ, φίλε, είμαι το κατακάθι του ανθρώπινου είδους. Εγώ είμαι η μύγα που χει πέσει στον καφέ. Κάποιοι απλά θα χύνανε όλον τον καφέ στη γλάστρα, άλλοι θα τον άφηναν απλά στο τραπέζι χωρίς να τον αγγίξουν, και κάποιοι, μ’ ένα κουταλάκι ή και με το δαχτυλό τους ακόμα, θα με βγάζανε και θα συνεχίζανε να πίνουν. Μα κανείς δε θα πινε τον καφέ του έτσι, με τη μύγα μέσα.”
“Ναι, αυτό ακριβώς είσαι. Η μύγα που έπεσε μες στον καφέ. Αλλά, μεταξύ μας τώρα, πιστεύεις πως είσαι ανθρώπος που του αξίζει να αλωνίζει ελεύθερος;”
“Φυσικά. Αυτό πρεσβεύει και η πολιτική μου θέση.”
“Χαχ, μάλιστα. Ε, κοίτα, τώρα μπορούμε να μπούμε σε διάφορα τέτοια τριπάκια, για τη σχετικότητα της ηθικής και τα λοιπά, αλλά κοινωνικά αυτό που λες δε στέκει.”
“Φυσικά και δεν στέκει, αλλά τι σημασία έχει; Αντιμετωπίζω την κοινωνία όπως αυτή θα αντιμετώπιζε εμένα. Σαν κάτι άρρωστο.”
“Ναι, δε διαφώνουμε ως εδώ, απλά η αντιπρόταση σου είναι παράλογη. Μιλάς για χάος, μιλάς γι’ αυτή την Χομπσιανή κατάσταση του πολέμου όλων εναντίων όλων.”
“Όχι, εσύ μιλάς γι’ αυτό. Εσύ βγάζεις συμπεράσματα. Εγώ απλά βλέπω τη φυσική ροή των πραγμάτων, και πάνω σ’ αυτό χτίζω μια πολιτική. Το ποτάμι που ρέει. Για μένα η μόνη πολιτική είναι η αποδοχή του αναπόφευκτου.”
“Ναι, αλλά τώρα μπαίνεις σε νομοτέλειες και τέτοια πράματα, κι αυτά έχουνε μια βάση, αλλά δεν ισχύουνε απόλυτα. Δηλαδή ναι, σίγουρα υπάρχει μια νομοτελειακή ροή, αλλά πάντα υπάρχει η δυνατότητα, ή έστω η πιθανότητα, παρέμβασης. Στο ποτάμι μπορείς πάντα να χτίσεις ένα φράγμα και να κόψεις τη ροή του.”
“Ναι, αλλά αργά ή γρήγορα το νερό θα το διαβρώσει το φράγμα και θα βρει την έξοδο. Εσύ απλά το αναβάλεις.”
“Ναι, εντάξει, πιθανότατα, αλλά κι αυτό μια παρέμβαση στη νομοτέλεια είναι. Εξάλλου μπορεί να αργήσει τόσο πολύ η διάβρωση που το ποτάμι να στερέψει, ή μετά να έχουν αλλάξει όλες οι γαιολογικές συνθήκες και να τραβήξει άλλη πορεία απ’ ότι θα τράβαγε αν δεν είχε μπει ποτέ το φράγμα. Και ξέρεις, αυτό είναι και η θεωρία του χάους στη φυσική, μια απειροελάχιστη διαφοροποίηση μπορεί να αλλάξει τα πάντα, ή μπορεί και όχι. Το εφέ της πεταλούδας, ξέρεις. Μια πεταλούδα στην Κίνα κουνάει τα φτερά της και δημιουργείται μια καταιγίδα στην Βραζιλία.”
“Ναι, έστω, αλλά αυτό δεν αλλάζει τη νομοτελειακή φύση των πραγμάτων.”
“Όχι, αλλά αυτό σου δείχνει ότι ακόμα κι αν υπάρχει νομοτέλεια, εσύ δε μπορείς να την γνωρίζεις απόλυτα, γιατί η παραμικρή λεπτομέρεια μπορεί να τ’ αλλάξει όλα.”
“Τέλοσπαντων. Εσύ τώρα με βαλες στο τριπάκι σου και πιάσαμε τις θεωρίες, που εμένα έτσι κι αλλιώς αδιάφορο με άφηναν κι αδιάφορο θα με αφήνουν πάντα. Άντε, πιες την τελευταία γουλιά να φέρω άλλο ένα μπουκάλι.”

Την κατέβασα την τελευταία γουλιά κι ο Νικόλας σηκώθηκε και πάλι.
“Απλά δεν έχω άλλο άσπρο,” μου είπε, “μόνο κόκκινο.”
“Εντάξει, φέρτο.”
Πήγε πάλι στην κουζίνα. Χάζεψα το σώμα της κοπέλας. Υπέροχο. Το στητό της στήθος, οι λεπτοί, χαμηλοί ώμοι, τα μακριά πόδια, ο αρυτίδιαστος κορμός, το απαλό, σκούρο δέρμα της.
“Δεν βλέπω αίμα,” είπα στο Νικόλα που επέστρεψε με το κρασί στα χέρια του. “Τη στραγγάλισες;”
“Ναι,” απάντησε καθώς τρύπαγε το φελλό με το τιρμπουσόν.
“Το πιστόλι σου; Δεν το χρησιμοποιείς;”
“Μόνο όταν είναι ανάγκη.”
Το άνοιξε και μας σερβίρισε. Ήπια μια γερή γουλιά.
“Γευστικότατο. Τι είναι;” τον ρώτησα
“Μερλό.”
“Πολύ ωραίο.”
“Θες να παίξουμε μια παρτίδα σκάκι;” μου είπε μετά από μερικές γουλιές ακόμα.
“Σκάκι; Όχι. Πάντα με κερδίζεις στο σκάκι.”
“Ε και;”
“Ποιός ο λόγος να παίξω ένα παιχνίδι που εξαρχής γνωρίζω ότι θα χάσω;”
“Για τη χαρά του παιχνιδιού.”
“Η χαρά του παιχνιδιού βρίσκεται στην αβεβαιότητα του ποιός θα είναι ο νικητής. Ή έστω, στις λιγοστές ελπίδες του αουτσάιντερ. Εγώ όμως δεν τρέφω καμία ελπίδα.”
“Χα! Έτσι είστε όλοι εσείς οι δήθεν διανοούμενοι. Νομίζετε πως ξέρετε την έκβαση του παιχνιδιού, και τελικά ποτέ δεν παίζετε.”
“Κάτσε ρε Νικόλα, πριν αυτά λέγαμε. Εγώ δεν πιστεύω ότι γνωρίζω την έκβαση κανενός πράματος.”
“Άρα πως ξέρεις ότι θα χάσεις στο σκάκι;”
“Εντάξει, δεν το ξέρω, απλά είναι το πιο πιθανό.”
“Αυτό ακριβώς λεώ. Δεν ξέρετε τι θα γίνει, μα νομίζετε πως ξέρετε τις πιθανότητες. Τα πιθανά σενάρια. Νομίζετε γενικώς πως μπορείτε να κρίνετε τα πάντα απ’ την απ’ έξω, μόνο βάσει των στοιχείων και των θεωρίων σας. Μιλάτε για εξεγέρσεις και επαναστάσεις και ξεσηκωμούς, μα εσείς δε θα μπορούσατε ούτε όπλο να κρατήσετε. Μιλάτε για το θάνατο, έτσι αόριστα και γενικά, μα σας πιάνει άγχος στην ιδέα του να σκοτώσετε άνθρωπο. Δεν μπορείτε ούτε να φανταστείτε πως νιώθει κάποιος τη στιγμή του φόνου.”
“Πώς νιώθει;” τον ρώτησα με ειλικρινή περιέργεια.
“Παράξενα... Πολύ παράξενα... Κι όμως υπάρχει μια φυσικότητα στο όλο θέμα. Έχεις πάει ποτέ για ψάρεμα;”
“Μικρός πήγαινα συχνά.”
“Ξέρεις, όταν βγάζεις το ψάρι με το καλάμι, αυτό τινάζεται πέρα δώθε και προσπαθέι να ελευθερωθεί, μα ούτε καν ξέρει προς τα που είναι η θάλασσα. Κι ο ψαράς απλά το κρατάει μέχρι να του τελειώσει το οξυγόνο. Κάπως έτσι είναι. Τη στιγμή αυτή του θανάτου, ένας άνθρωπος δε διαφέρει σχεδόν καθόλου από ένα ψάρι. Εκτός από ένα μικρό πράμα.”
“Ποιό πράμα;”
“Δεν ξέρω... Δε μπορώ να το περιγράψω... Απλά κάτι, κάτι πολύ μικρό, νιώθει διαφορετικά. Ένα αίσθημα... Δεν ξέρω. Δεν έχω ιδέα.”
“Αχα... Τέλοσπαντων, σκάκι πάντως δε θα παίξουμε.”
“Όπως θες.”
“Το αμάξι σου τι έπαθε;”
“Δεν ξέρω. Απλά δεν παίρνει μπρος.”
“Και γιατί δεν τη θάβεις στον κήπο;”
“Υπάρχει ήδη ένα πτώμα θαμμένο στον κήπο. Δε θέλω άλλο. Άμα βρούνε από δύο πτώματα και πάνω θα με κατηγορήσουν για κατά συρροή δολοφόνο.”
“Α, το χεις ψάξει βλέπω.”
“Ε βέβαια, δεν είμαι κανένας τυχαίος.”
Έσκυψα στη θέση μου και πλησίασα κοντά του, τον κοίταξα βαθιά μες στα μάτια κι αυτός κοίταξε στα δικά μου. Άπλωσα το χέρι και του χτύπησα απαλά το μάγουλο με την παλάμη μου.
“Κοίτα τον εαυτό σου ρε Νικόλα. Κοίτα τον. Δεν είσαι ούτε 25 χρονών ακόμα, κι όμως μοιάζεις για 40.”
“Ναι αλλά είμαι πιο γοητευτικός έτσι, δε βρίσκεις;”
Χαμογελάσαμε κι οι δυο.
“Τελικά, τι λες να το κάνουμε το πτώμα;” ρώτησα μετά από λίγο
“Δεν ξέρω, εσύ πες μου.”
“Χμμ... Κοίτα, καταρχάς θες να μας αφήσεις λίγο μόνους;”
Ο Νικόλας τότε με κοίταξε περίεργα, αιφνιδιασμένος, ίσως και με μια μικρή δόση αηδίας στο βλέμμα του. Μετά γέλασε.
“Ναι, φίλε μου, όπως θες. Πάω πάνω. Βάλε μια φωνή όταν τελειώσεις,” είπε τελικά.
“Έγινε.”

Ο Νικόλας σηκώθηκε, πήγε προς τις σκάλες, ανέβηκε κι εξαφανίστηκε. Έσκυψα προς την κοπέλα και της ξανάβγαλα τη σακούλα. Πέρασα απαλά δυο δάχτυλα μέσα από τα μακριά, μαύρα μαλλιά της. Πλησίασα και κάθισα δίπλα της, κολλητά. Με το δείκτη μου ψηλάφισα όλο της το σώμα. Τη φίλησα στο μάγουλο. “Πόσο θα θελα ν’ ακούσω τη φωνή σου,” της ψιθύρισα, και μετά την άρπαξα και της δάγκωσα τα χείλη παθιασμένα, τα δάγκωσα μέχρι να ματώσουν. Της σήκωσα τα πόδια και την οριζοντίωσα πάνω στον καναπέ. Ξεκούμπωσα το παντελόνι μου και το κατέβασα, ανέβηκα πάνω της, συνέχισα να τη φιλάω στα χείλη, στα μάγουλα, στο λαιμό, έφτασα στο στήθος. Και μετά, άκουσα τα βήματα του να κατεβαίνουνε τη σκάλα κι ένιωσα το βλέμμα του καρφωμένο πάνω μας. Πετάχτηκα όρθιος, χτύπησα λίγο το πόδι μου στο τραπεζάκι, ανέβασα γρήγορα πάνω το παντελόνι.

“Ρε Νικόλα, τι κάνεις εκεί;”
Κρατούσε στο δεξί του χέρι το ριβόλβερ και με σημάδευε - το προσωπό του ήταν άσπρο και ανέκφραστο.
“Τι κάνω;”
“Ρε Νικόλα, ηρέμισε. Εσύ δε μου είπες εντάξει, δεν είπες να κάνω όπως θέλω; Σιγά, και τι έγινε; Τόσες ανωμαλίες υπάρχουνε στον κόσμο, αυτό σε πείραξε;”
“Όχι, δεν είναι αυτό. Δε μ’ ενοχλεί αυτό;”
“Τι σ’ ενοχλεί;”
“Τίποτα.”
“Τότε; Τότε γιατί;”
“Εγώ απλά θέλω να παίξω.”
“Αυτό δεν είναι παιχνίδι.”
“Άκου να δεις, φίλε μου. Μέσα σ’ αυτό το ριβόλβερ υπάρχει μόνο μία σφαίρα - κι εγώ δεν έχω ίδεα που είναι, αν είναι στην αρχή, στη μέση ή στο τέλος. Είπες ότι δε θες να παίξεις σκάκι γιατί γνωρίζεις την έκβαση του παιχνιδιού. Ε λοιπόν, τώρα δε γνωρίζεις. Τώρα είναι πενήντα-πενήντα. Τώρα θα γίνει το παιχνίδι.”
“Νικόλα, σοβαρέψου, γιατί να το κάνουμε αυτό;”
“Γιατί όχι; Λοιπόν, αρχίζω.” Έφερε το πιστόλι στον κρόταφο.
“Νικόλα, μη...” ψιθύρισα, μα αυτός τράβηξε τη σκανδάλη. Τίποτα.
“Σειρά σου,” είπε.
“Δε θα το κάνω.”
“Δε μπορείς να τα παρατήσεις τώρα. Τώρα ή κερδίζεις ή χάνεις. Αλλά δε μπορείς να πας πάσσο έτσι απλά.”
Δεν απάντησα. Ο Νικόλας έστρεψε την κάνη προς το μέρος μου. Έμεινα σιωπηλός κι ένιωσα ένα ρίγος να διαπερνά τη σπονδυλική μου στήλη. Σχεδόν βούρκωσα. Ο Νικόλας χαμογέλασε.
“Τι έγινε; Δεν έχεις όρεξη για φιλοσοφίες τώρα;”
Δεν απάντησα. Έκλεισα τα μάτια και περιμένα. Τράβηξε τη σκανδάλη. Τίποτα.
“Σειρά μου και πάλι,” είπε κι έφερε ξανά το πιστόλι στο κεφάλι του.
“Γιατί το κάνεις αυτό;” τον ρώτησα, μα δεν απάντησε, μόνο χαμογέλασε.
Τράβηξε τη σκανδάλη. ΜΠΑΜ!

Έπεσε στο πάτωμα με τα μάτια ανοιχτά. Μια λίμνη αίματος άρχισε να σχηματίζεται γύρω απ’ το κεφάλι του. Πήγα από πάνω και τον κοίταξα. Μετά έτρεξα στην τουαλέτα, ξέρασα και κατούρησα. Γύρισα πάλι στο σαλόνι. Κοίταξα τη γυναίκα στον καναπέ, μετά το Νικόλα στο ξύλινο πάτωμα. Πήγα στην κουζίνα. Βρήκα δυο μπουκάλια κόκκινο κρασί στον πάγκο, και μερικές μπύρες στο ψυγείο. Άρπαξα μια πλαστική σακούλα, τα χωσα όλα μέσα κι έφυγα. 

Κυριακή, 7 Ιουνίου 2015


















part1: http://successfulattempt.blogspot.gr/2015/05/1000.html



«Και γιατί ταξιδεύετε εσείς; Διακοπές ή δουλειά;» με ρώτησε η ομορφούλα που καθόταν στο διπλανό κάθισμα από μένα την ώρα της πτήσης.

«Για μερικούς ανθρώπους οι δουλειές είναι διακοπές, αλλά και οι διακοπές είναι δουλειές αγαπητή μου» απάντησα.
«Χιχιχιχι, τι γλυκούλης που είστε» μου είπε χαιδεύοντας μου τον ώμο
«Ναι μερικοί θεωρούν ότι είμαι ο πιο γλυκούλης άνθρωπος στον κόσμο, οι υπόλοιποι που δεν το θεωρούν...εξαφανίστηκαν, είδατε κάτι αδικίες που συμβαίνουν;» της είπα
«Καλέ φιλήστε με!»
«Καλέ όχι!»
«Είστε ομοφυλόφιλος»
«Είστε αγενής και επιθετική»
«Δεν σας αρέσω λοιπόν;»
«Εχω να πάω με γυναίκα χίλια χρόνια, καταλαβαίνετε, έχω μουδιάσει»
«Έλληνας να υποθέσω;»
«Οι προλετάριοι δεν έχουνε πατρίδα αγαπητή μου»
«Είσαστε και προλετάριος;»
«Όχι ένας σιχαμένος προδότης της τάξης του είμαι που τα πούλησα όλα για μια καλή θέση, μια καλή έκθεση και μια αντιρατσίστρια, γιαυτό δεν μπορώ να είμαι μαζί σας»
«Πιέζεστε για πολιτικούς λόγους;»
«Έχω να σκοτώσω ένα άτομο που μάλλον θα μπορούσα να αγαπήσω, τι σας λέει αυτό;»
«Άλλη μια επιβεβαίωση της κρυφής σεξουαλικής σας ταυτότητας»
«ΣΥΓΝΩΜΗ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΑΛΛΑΞΩ ΘΕΣΗ;» ρώτησα την αεροσυνοδό τραβώντας την απ’ το μανίκι.
«Σας παρακαλώ κύριε» μου είπε αυτή «Μην δημιουργείτε πρόβλημα, ο πιλότος μας είναι νέος και άμαθος και ιδιαίτερα σήμερα είναι για κάποιο λόγο πολύ αγχωμένος. Καθήστε ήσυχα λοιπόν»
«Συγνώμη ποιά εταιρία είστε είπαμε;»
«Πετάτε στα 10.000 πόδια με την runair»
«ΓΚΛΟΥΠ!»
«Τι πάθατε;»
«Όχι,οχι τίποτα, συνεχίστε τη δουλειά σας, απλά πείτε στον δεύτερο πιλότο να μην πάει για κατούρημα»
«Καλή συνέχεια στην πτήση σας Κύριε» μου ευχήθηκε και έφυγε.

Γύρισα προς την κοπέλα που καθόταν δίπλα μου.

«Ξέρεις...έχω ένα άγχος ότι δε θα φτάσουμε ποτέ ζωντανοί στον προορισμό μας, θέλεις να κάνουμε σεξ;»
«ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ σοβαρά αυτή είναι ατάκα σου για να γαμήσεις;» μου είπε και συνέχισε να γελάει. Μάταια προσπάθούσα να την πείσω ότι φοβόμουν όντως και ότι 1000 χρόνια πριν το αεροπλάνο είχε πέσει και ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται την πρώτη φορά ως τραγωδία και τη δεύτερη ως φάρσα. Μετά της είπα οτι βολευόμουν και με ένα τσιμπουκάκι.
Δεν μου πήρε ποτέ. Τράβηξα μια μαλακία στο μπάνιο και κοιμήθηκα στο μαξιλάρι της αεροπορικής εταιρείας. Καλά ήταν.

Λίγες ώρες μετά ήμασταν στο αεροδρόμιο της Μασσαλίας. Το τηλέφωνο μου χτύπησε και είδα το όνομα του Αλέκου στις εισερχόμενες:

«Έλα ρε ψήνεις για καμιά μπύρα απόψε;»
«Σορυ ρε είμαι στη Γαλλία με σκοπό να σκοτώσω μια αντιρατσίστρια. Επίσης μπήκα στη Xρυσή Aυγή. Και δε γάμησα μια τύπισα που ψηνόταν μάλλον»
«ΤΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙ;;; Πλάκα μου κάνεις!»
«Έλα μωρέ, λες και είναι η πρώτη φορά»
«Καλά ναι είσαι γνωστός Loser εσύ, τι σου έκανε το κορίτσι και δεν την ήθελες; Να μαντέψω. Δεν άκουγε Beatles!»
«Ρε παίζει να άκουγε αλλά ξέρεις τώρα...»
«Ξέρω δυστυχώς, τράβα καμία να ησυχάσεις τουλάχιστον τώρα που έφτασες»
«Done already ρε»
«Χχαχαχαχα αγόρι μου εσύ! Άντε σε φιλώ καλή επιτυχία στα σχέδια σου»
«Θενκ γιου, να σου πω ρε αλάνι, θυμάσαι που είναι μαζεμένοι οι συριζαίοι που πήρα πολιτικό άσυλο στη Γαλλία;»
«Χμμμ. Τελευταία φορά που το κοίταξα στο google ήταν σε ένα ξενοδοχείο που λεγόταν Μικρή Μασσαλία, πρέπει να ‘ναι προς το κέντρο της πόλης, ρώτα κιολας»
«Έγινε ρε μανάρι, τα λέμε»
«Σμουτς, φέρε μου καμια σοκολάτα»
«Έγινε» του είπα και το κλεισα.

Με αργά αργά βήματα προχωρησα προς το κέντρο της πόλης. Διάφορα ερωτήματα βασάνιζαν το μυαλό μου. Πώς θα πειστεί ότι δεν έχω κακές προθέσεις και ότι δεν είμαι φασίστας, τι θα γίνει αν οι συριζαίοι με εμποδίσουν να τη δω, ποιό είναι το κανονικό της όνομα;

«Αχ θεέ μου λες να ναι όμορφη;» σκέφτηκα ιεραρχώντας πολύ ώριμα τους προβληματισμούς μου. Σκεφτόμενος αυτά και αυτά έφτασα στην κεντρική πλατεία της Μασαλλίας. Ωραία ήταν. Οι περισσότεροι κυκλοφορούσαν με χοντρά ρούχα στον δρόμο γιατί η θερμοκρασία ήταν χαμηλή, ωστόσο για έναν τύπο που πέρασε 1000χρόνια μέσα στον πάγο αυτό δεν ήταν τίποτα.

«Δεν κρυώνεις;» με ρώτησε μια κοπέλα
«Χμ...όχι όχι, δεν κάνει και πολικό ψύχος» της είπα
«Πολικό ίσως όχι, πολιτικό όμως;»

Γύρισα και την κοίταξα πιο προσεχτικά, η ερώτηση της ήταν ενδιαφέρουσα τουλάχιστον. Έμοιαζε συνομήλικη μου, κοντά στα 25 της, μελαχρινή με γαλάζια μάτια, φορούσε πολύχρωμα ρούχα, ψιλοχίπικα. Τη συμπάθησα αμέσως.

«Μη τα βάψεις ποτέ ξανθά, είσαι πολύ όμορφη έτσι» της είπα.
«Δε χρησιμοποιώ βαφές, τις δοκιμάζουν πάνω σε ζώα» μου απάντησε. Ήθελα ενστικτωδώς να της πω ότι «ΝΑ ΠΕΘΑΝΟΥΝ ΟΙ ΧΙΠΗΔΕΣ ΝΑ ΖΗΣΕΙ Ο ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ» αλλά συγκρατήθηκα. Ήταν το μοναδικό άτομο που μιλαγε ελληνικά και είχε επαφή με την πολιτική.

«Ναι ε; Έχεις τα δίκια σου, είσαι ελληνίδα και τα μιλάς τόσο καλά;»
«Κοίτα η Ελλάδα είναι σκατά άρα είναι σα να με ρωτάς αν είμαι και εγώ μια βρωμερή κουράδα ή έστω ένας βόθρος, αλλά έχω καταγωγή και από εκεί είναι η αλήθεια»
«Όμορφα, και αυτό που με ρώτησες για το ψύχος και την πολιτική τι ήταν;»
«Ρε απλά, ξέρω γω... γαμιέται ο κόσμος ρε» μου είπε με λυπημένο ύφος και κοιτάζοντας πότε ίσια στα μάτια μου πότε στο πάτωμα.
«Καπιταλισμός ε; σκατά είναι ναι, τα ξέρω»

Με πρόσεξε πιο προσεχτικά μετά από αυτό και μου είπε:

«Είσαι οργανωμένος πουθενά;»
Χμ... Πως να της έλεγα ότι ήμουν τυπικά μέλος του εθνικού λαικού συνδέσμου χρυσή αυγή με αποστολή να σκοτώσω μια «αριστερούλα» που πέρσι έδινε πανελλήνιες...
«Ε όχι μωρέ αλλά ξέρεις με ψήνει ο ακτιβισμός» απάντησα τελικά.
«Μα αυτό είναι υπέροχο, είσαι ο άνθρωπος μας!!!» μου είπε με μια γυαλάδα στο βλέμμα της.
«Αλήθεια; Τι εννοείς;» ρώτησα απορρημένος απ’ το ξαφνικό της πάθος
«Κοίτα, δε θα σου κρύψω τίποτα γιατί φαίνεσαι κουλ τυπάκι, είμαι μέλος σε μια κίνηση για τα δικαιώματα των ζώων και σήμερα θέλαμε να εισβάλλουμε σε ένα ξενοδοχείο που μάθαμε ότι σερβίρει και κρέας στους πελάτες του, κάτι που είναι ξεκάθαρα μια γενοκτονία ισάξια, αν όχι μεγαλύτερη, με αυτή του Χίτλερ»
«Ναι χμ, εντάξει, αλλά γιατί είσαι μόνη σου;»
«Η αλήθεια είναι οτι οι άλλοι φοβήθηκαν και με παράτησαν»
«Πόσο επικίνδυνο είναι να κάνεις δηλαδή μια διαμαρτυρία σε ένα ξενοδοχείο;» ρωτησα
Η τύπισσα χαμογέλασε. Άνοιξε μια μεγάλη τσάντα που ήταν παραδίπλα και κοιτάζοντας με στα μάτια πάντα έβγαλε από μέσα κάτι μακρύ.
«Αρκετά όταν την κάνεις έτσι» είπε και ακούμπησε στα πόδια μου ένα Καλάσνικοφ.
«ΝΤΑΦΑΑΑΑΑΑΚ;»
«Έλα μην κάνεις έτσι, λοιπόν ψήθηκες;»
«Να ψηθώ γιατί ακριβώς;»
«Να κάνεις ντου στο ξενοδοχείο στο όνομα των ζώων»
«ΩΠΑ ΩΠΑ με παρεξήγησες» της ειπα «Δεν είναι οτι δε βρίσκω συμπαθητικό τον αγώνα σου για τα ζωάκια, αλλά να εισβάλλω ένοπλος σε ένα ραντομ ξενοδοχείο και να σφάξω κόσμο δε μου φαίνεται ακριβώς η σωστή κίνηση για τη ζωή μου»
«Δεν είναι ένα ραντομ ξενοδοχείο η «Μικρή Μασσαλία», είναι το κέντρο της τουριστικής κατανάλωσης, ένα σύγχρονο Άουσβιτς για τις ψυχούλες τόσων ζώων»
«Στη Μικρή Μασσαλία είναι να γίνει το ντου;»
«Ναι το ξέρεις;» με ρώτησε.

Το σκέφτηκα για λίγο. Η Μικρή Μασσαλία ήταν εκεί ακριβώς όπου βρίσκονταν όλοι οι συριζιάρηδες που πήραν άσυλο απ’ τη Γαλλία, άρα πιθανόν το μέρος που θα κρυβόταν η κοπέλα που είχε γράψει την τέλεια έκθεση και που οι φασίστες περίμεναν να σκοτώσω, η «Λ.Μ.». Ήταν όμως καλή ιδέα να εισβάλλω ένοπλος στο ξενοδοχείο ενώ ήδη αυτή με γνώριζε φατσικά;

«Κοίτα!» είπα στην ένοπλη εκπρόσωπο του  animal liberation front. «Με έπεισαν τα επιχειρήματα σου, τα ζώα δεν πρέπει να πέσουν στα χέρια τους, θα δώσουμε ένα γερό μάθημα στους σπισιστές σε όλο τον κόσμο, φέρε μου την τσάντα και το όπλο!»

Έπεσε στην αγκαλία μου ή μάλλον εγώ στη δική της γιατί μου έριχνε και μισό κεφάλι.
«Πατ-πατ» της είπα χαιδεύοντας την υπομονετικά μέχρι να μου αφήσει το όπλο.
«Είσαι ήρωας!»
«Όλοι μας είμαστε!» της απάντησα και τη φίλησα στο μέτωπο. «Αν δεν με ξαναδείς να ξέρεις ότι πεθαίνω όχι για κανέναν ιδιοτελή σκοπό αλλά για την απελευθέρωση αυτού που αγαπάμε πιο πολύ στον κόσμο»
«Τα ζώα;»
Την κοίταξα από πάνω ως κάτω.
«Ναι...» είπα τελικώς «Τα ζώα»

Σκούπισε τα δάκρυα της και μου πέρασε την τσάντα στον ώμο, ύστερα έβαλε μέσα της το καλασνικοφ και την έκλεισε στοργικά.

«Καλή τύχη»
«Αντίο!»
Και έτσι πήρα τον δρόμο προς τη Μικρή Μασσαλία. Είχα όλο τον εξοπλισμό που χρειαζόμουν. 15 λεπτά αργότερα ήμουν μπροστά του.

«Συγνώμη» είπα σε κάποιον που πήγαινε να μπει μέσα θέλοντας να αποσπάσω πληροφορίες για το τι συνέβαινε εκεί σχετικά με τους πρόσφυγες. Αυτός αναγνωρίζοντας την γλώσσα στην οποία του μιλούσα μου απάντησε αμέσως.
«Ο κύριος Αλέξης και οι υπόλοιποι είναι στο μεγάλο χολ αριστερά, δέχονται όλους τους Έλληνες που φτάνουν εδώ για ακρόαση, μπορείτε να πάτε και εσείς»
«Όμορφα καλέ μου κύριε, σας ευχαριστώ» του είπα.

Με αργά αλλά σταθερά βήματα έσπρωξα την πόρτα του ξενοδοχείου και βρέθηκα στη ρεσεψιόν, εγώ όμως είχα έρθει να κλείσω λογαριασμούς και όχι δωμάτιο, την προσπέρασα βιαστηκά και βρέθηκα στο χόλ όπου μόνο η ελληνική γλώσσα ακουγόταν και που και που λίγες βιαστικές κουβέντες στα γαλλικά. Κάθησα σε μια γωνιά και πήρα καφέ απ’ το μπουφέ του ξενοδοχείου, ακούμπησα την τσάντα στα πόδια μου.

Η κούραση είχε αρχίσει να με καταβάλει. Άρχισαν να με τρώνε σκέψεις για το μάταιο όσων κάνω και πόσο εν τέλει λογικά είναι όλα αυτά. Ήμουν ένοπλος σε ένα δυτικό κράτος και μέλος της Χρυσής Αυγής, επίσης είχα δεχτεί να συμμετέχω σε μια στρατιωτικού τύπου επιχείρηση που σχεδίασε μια χαζοοικολόγα της πούτσας.

«Μήπως μαλακίζομαι;» σκέφτηκα αλλά στο καπάκι έδιωξα αυτές τις σκέψεις. Ήθελα να την γνωρίσω και θα το έκανα ακόμα κι αν έπρεπε να γίνω μάρτυρας του Ιεχωβά και ότι άλλο σκατά χρειαζόταν. Είμαστε οι επιλογές μας εν’τελει ή έστω είμαστε και αυτές.

Το συλλογισμό μου διέκοψε όμως ένας διάλογος που ερχόταν από πολύ κοντά, πιθανόν απ’ το ακριβώς μπροστά τραπέζι μου.

«Και που λες γλυκιά μου, μπορεί να είμαστε εξόριστοι αλλά θα επιστρέψουμε πιο δυνατοί από ποτέ και θα κυβερνήσουμε εμείς αυτή τη χώρα»
«Λέτε κύριε Παναγιώτη; Μακάρι, για το καλό όλων των ανθρώπων»
«Ναι ναι για τους ανθρώπους τα κάνουμε όλα αυτά, τέτοιοι είμαστε εμείς, ανθρωπιστές»
«Είστε τόσο καλόςςςς»

Κοίταξα ευθεία μπροστά για να δω τα πρόσωπα του διαλόγου, τον ένα τον αναγνώρισα αμέσως από τη μυρωδιά μπόχας που βρώμαγε. Δεν εννοώ πολιτική μπόχα, είχε να κάνει μπάνιο πιο πολύ καιρό κι απ’ τον Αλέκο. Αλλά δεν ήταν ο Αλέκος, ήταν ο Παναγιώτης ο Λαφαζάνης, σε κάποια έξαρση υποσχέσεων.

Δίπλα του ήταν ένα κοριτσάκι. Έδειχνε μικρή. 18χρονών θα την έκοβα.Λεπτή, κοντούλα, με ένα μαλλί που θα το έλεγες ροζ αλλά στην πραγματικότητα αποτελούσε ένα συνδιασμό 8 διαφορετικών χρωμάτων υπό την επικυριαρχία του Ροζ. Δεν μπορούσα να δω το πρόσωπο της από εδώ γιατί είχε γυρισμένη την πλάτη της, παρόλα αυτά μου φάνηκε συμπαθητική.

«Πρέπει και εσύ όμως να στηρίξεις τον αγώνα μας»  της είπε ο Λαφαζάνης
«Τι εννοείτε κύριε αντιπρόεδρε; Δεν αρκεί που αν και αριστούχος παράτησα τη σχολή μου γιατί με κυνηγούσαν οι φασίστες; Τι άλλο πρέπει να κάνω;
«ΩΠΑ!» σκέφτηκα
«Θα χρειαστεί να με βάλεις στην παρέα σου» της είπε ο Λαφαζάνης απλώνοντας το χέρι του πάνω στα πόδια της με ξεκάθαρες τις προθέσεις του «Και μετά να δούμε ταινία μαζί»
«Δεν υπάρχει καιρός για χάσιμο» σκέφτηκα βλέποντας το γλυώδες πτώμα της παλαιοαριστεράς να χουφτώνει το κορίτσι για το οποίο ταξίδεψα ως τη Γαλλία, πόσο μάλλον να της πουλάει έμεσσα προστασία από ... εμένα ζητώντας σεξουαλικά ανταλλάγματα. Άνοιξα την τσάντα.

«Κρατάει όπλο!» φώναξε ένας προσωπικός φρουρός του λαφαζάνη που με παρακολουθούσε από ώρα απ’ ότι φάνηκε.
«ΠΟΥ;» Ρώτησε ο ξιπασμένος αριστερός. Και γύρισε πίσω του να με αντικρύσει. Το ίδιο έκανε και η κοπέλα.
«ΕΣΥ!» μου φώναξε
«Εγώ...» της είπα γλυκά.

Ο Λαφαζάνης και οι φρουροί του όμως ήταν αποφασισμένοι να μας εμποδίσουν να γνωριστούμε, έβγαλαν έξω τα προσωπικά τους περίστροφα και άρχισαν να πυροβολούν στα τυφλά. Κραυγές ακούστηκαν καθώς οι περισσότεροι έτρεχαν προς τα έξω ενώ κάποιοι απλά έπεσαν στο πάτωμα.
«ΣΙΧΑΜΕΝΟ ΡΕΜΑΛΙ» του φώναξα βγάζοντας το καλάσνικοφ από την τσάντα. Πριν πατήσω την σκανδάλη όμως γύρισα προς το κορίτσι.
«Γαμιέται η χρυσή αυγή» της είπα ψιθυριστά σχεδόν. Και γύρισα προς τους επίδοξους φονιάδες μου. Δυο πυροβολισμοί ακούστηκαν και ισάριθμες σφαίρες πέρασαν στα ξυστά από δίπλα μου. Χαμογέλασα.

«Για τους ανθρώπους ρε γαμώτο» φώναξα και καλυπτώμενος πίσω από ένα τραπέζι άρχισα να πυροβολώ. Πρέπει να ριξα κάπου 15 σφαίρες αλλά και σίγουρος δεν ήμουν. Οι δυο φρουροί κύτωνταν νεκροί στο πάτωμα με μικρές τρυπούλες σε όλο τους το κορμί. Ο Λαφαζάνης ήταν ζωντανός όμως.
Σηκώθηκα απ’ το τραπέζι και χωρίς καμία κάλυψη φώναξα

«Και για τα ζώα!» και πάτησα τη σκανδάλη στέλνοντας τον Λαφαζάνη να κολυμπήσει στην άλλη πλευρά του αχέροντα. Η σφαίρα τον βρήκε στο κεφάλι. Δεν ασχολήθηκα παραπάνω, ήδη το αίμα του που με είχε πιτσιλήσει παντού ήταν μια ενόχληση πολύ μεγάλη για τα νεύρα μου. Κοίταξα το κορίτσι αμέσως.
«Είσαι καλά;» τη ρώτησα
«Ναι....» μου είπε αυτή με δισταγμό.
«Δεν είμαι φασίστας» της ξηγήθηκα «Όλα ήταν θέμα κακού timing αλλά θα τα φτιάξουμε τώρα όλα»
«Κι αν δεν θέλω;»
«Κρατάω όπλο» της είπα. Αλλά ούτε εγώ δεν άντεξα το αστείο μου. Πέταξα το καλάσνικοφ κάτω και την πήρα αγκαλιά. Τη φίλησα στο μέτωπο και της χάιδεψα τα μαλλιά.
«Είσαι λίγο φλώρος ε;» μου είπε
«Σκότωσα 3 ανθρώπους μόλις τώρα, give me a break»
«Θα χορέψουμε;»
«Γιαυτό ήρθα» της απάντησα

Κοίταξα γύρω μου. Το προσωπικό ήδη καλούσε την αστυνομία και το χολ ήταν γεμάτο αίμα και αναστάτωση. Το βαλς θέλει το χωροχρόνο του όμως.

«Έχεις δωμάτιο;» τη ρώτησα
«357» μου είπε απλά

Ανέβηκαμε μαζί. Δεν πήραμε ασανσέρ. Σκαλάκι-σκαλάκι και χεράκι-χεράκι. Έτσι έπρεπε. Κι άλλωστε το χαλί ήταν κόκκινο, τα ματωμένα αποτυπώματα που άφηνα δεν αλλίωναν την αισθητική. Μπήκαμε στο δωμάτιο της. Ήταν ο καλύτερος χορός της ζωής μου.

***

Αυτή γύρισε στην Ελλάδα. Εγώ απόφασισα να μείνω στη Γαλλία του 3015. Ποιός ξέρει όμως; Αν γλυτώσω από τη γαλλική αστυνομία, τους αντισπισιστές, τους αριστερούς και τους φασίστες ίσως καταφέρω να την ξαναδώ.

Και να μάθω και το όνομα της τέλος πάντων.