Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δεν ξέρω τι ετικέτα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δεν ξέρω τι ετικέτα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 28 Μαρτίου 2016

Το Δικαστήριο

Πειραματικός αυτοσχεδιασμός μετά υπερσυνδέσμων σε δυστοπικό φόντο


Σκοτάδι. Σκοτάδι σχεδόν απόλυτο.
Στο μαύρο φόντο ίσα ίσα μπορεί κάποιος να διακρίνει το μικροσκοπικό τραπεζάκι που δεν έχει τίποτα πάνω παρα μόνο μια λάμπα, και πίσω μια αδειανή, ατσάλινη καρέκλα.
Ξαφνικά,
Φως!

                                                                    * * * * *

  Η λευκή οθόνη τραβούσε τον καπνό απ’ το τσιγάρο όπως ο ήλιος τραβάει τη γη κοντά του. Το κουτάκι της πέμπτης γι’ απόψε μπύρας είχε σχεδόν αδειάσει. Είχε περάσει σχεδόν μια βδομάδα που δεν είχε καταφέρει να ολοκληρώσει ούτε μια πρόταση, μα μονάχα κάτι σκόρπιες λέξεις και φράσεις του έρχονταν στο κεφάλι. Ο Αναστάσης δήλωνε συγγραφέας, μα, πέρα από κάτι προχειροδουλείες που ανέβαζε στο διαδίκτυο, δεν είχε δημοσιεύσει ποτέ του τίποτα.
  Πλέον δεν είχε και ιδιαίτερη βέβαια σημασία. Ήξερε πως το τραίνο αυτό είχε χαθεί, πως δε θα κατάφερνε ποτέ να αφήσει κάτι πίσω του ως συγγραφέας, κι απλά περίμενε να πέσει κάτι απ’ τον ουρανό στο κεφάλι του που θα του δειχνε ένα νέο δρόμο - κάτι σαν το μήλο που έπεσε στο Νεύτωνα. Μια επιφοίτηση. Το φως.

                                                                    * * * * *

Οι πόρτες ανοίγουν. Ο ήρωας προχωράει στο δωμάτιο, κάθεται στην καρέκλα, η λάμπα τυφλώνει τα μάτια του. Συνηθίζει στο φως και διακρίνει τρεις φιγούρες με μαύρους μανδύες. Δε μπορεί να ξεχωρίσει τα πρόσωπά τους, ούτε καν μπορεί να καταλάβει αν είναι άντρες ή γυναίκες. Είναι οι Δικαστές.

                                                                    * * * * *

  Έρχονται πάντα αργά το βράδι, πάντα μετά τα μεσάνυχτα. Αν είσαι ξύπνιος, πρώτα βλέπεις το κόκκινο φως που αναβοσβήνει απ’ το παράθυρο κι ακούς τις σειρήνες. Μετά τα βαριά βήματά τους στο διάδρομο, κι έπειτα την πόρτα σου που ανοίγει, ή - αν είναι κλειδωμένη - που σπάνε. Τέλος σε αρπάζουνε, σου δένουνε τα μάτια και σε τραβάνε μέσα στο όχημα.
  Πολλούς είχανε πάρει έτσι. Ανθρώπους που ποτέ τους δεν είχανε κάνει τίποτα, που ακόμα και στο τραίνο δεν είχαν μπει ποτέ χωρίς να χτυπήσουν εισιτήριο. Μια μέρα απλά εξαφανίζονταν και κανείς δεν τους ξανάβλεπε ποτέ.
  Κι όταν γινόταν αυτό όλοι ξέρανε πως τους είχανε πάρει. Όλοι ξέρανε πως είχανε δει το κόκκινο φως, είχαν ακούσει τις σειρήνες, τα βήματά τους, την πόρτα που ανοίξανε.
  Έτσι ακριβώς πήρανε και τον Αναστάση λίγες μέρες αργότερα. Δεν κλείδωνε ποτέ του την πόρτα του.

                                                                    * * * * *

«Που βρίσκομαι;»
«Στο Δικαστήριο.»
«Στο δικαστήριο; Μα γιατί;»
«Για να δικαστείτε, φυσικά.»
«Να δικαστώ; Από που κι ως που;»
«Εκκρεμεί μια κατηγορία εις βάρος σας.»
«Κατηγορία; Δεν γνωρίζω τίποτα. Εσείς είστε οι δικαστές;»
«Ακριβώς.»
«Και γιατί είμαι εδώ; Τι θέλετε από μένα;»
«Απλά θα κρίνουμε αν είστε ένοχος ή αθώος για το έγκλημα για το οποίο κατηγορείστε.»
«Ναι, αυτό προσπαθώ να μάθω. Για ποιό έγκλημα κατηγορούμαι;»
«Ο κατηγορούμενος δεν έχει το δικαίωμα να μάθει την ώρα της δίκης την κατηγορία. Θα έπρεπε να τη γνωρίζετε.»
«Να τη γνωρίζω; Από που κι ως που; Πώς; Δεν έχω κάνει κάτι παράνομο!»
«Αυτό θα το κρίνουμε εμείς.»
«Εντάξει, έστω, αλλά πρέπει να μου πείτε την κατηγορία!»
«Σας είπαμε πως απαγορεύεται από τον Κανονισμό.»
«Μα είναι παράλογο!..»
«Ησυχία! Γίνεστε επαναλαμβανόμενος. Αν δε γνωρίζετε την κατηγορία, εδώ δεν είναι το μέρος που θα τη μάθετε. Ας προχωρήσουμε λοιπόν.»

* * * * *

  Δε χρειάζεται να ξέρεις. Δε χρειάζεται να μάθεις. Απλά ακολούθα. Μην κάνεις ερωτήσεις. Απλά απάντα. Μην το σκέφτεσαι πολύ το όλο θέμα. Απλά κάντο. Ζούμε στην εποχή που η σκέψη είναι πιο σπάνια απ’ την πράξη.
  Εικόνες. Σκέτες, φτωχές εικόνες. Γκρίζο. Κτίρια στα όρια της κατάρρευσης. Βρώμικοι δρόμοι και γόπες στα πεζοδρόμια. Δέντρα βαμμένα άσπρα με ασβέστη. Άδειο τραίνο εν κινήσει. Αν θέλεις να πηδήξεις στις ράγες απλά πηδάς, και σε λίγα λεπτά έρχονται και σε μαζεύουν. Δεν το σκέφτεσαι πολύ. Γιατί αν καθίσεις και το σκεφτείς θα αφαιρεθείς και θα χάσεις τη στάση σου. Και δε θα πηδήξεις και ποτέ.

                                                                    * * * * *

«Που ήσασταν και τι κάνατε εκείνη τη μέρα;»
«Ποιά μέρα;»
«Τη μέρα του εγκλήματος.»
«Ω, μα για ποιό έγκλημα μου μιλάτε; Σας λέω δεν έχω κάνει απολύτως τίποτα!»
«Ας μην αρχίσουμε πάλι τα ίδια. Που ήσασταν και τι κάνατε την Τετάρτη, 26 Απριλίου;»
«26 Απριλίου; Μα έχει περάσει σχεδόν ένας χρόνος από τότε!»
«Ακριβώς.»
«Ουφ, δεν ξέρω... Δε θυμάμαι.»
«Δε θυμάστε;»
«Όχι, δε θυμάμαι.»
«Καλώς, σημειώνεται...»
«Λογικά ήμουν στο σπίτι μου.»
«Λογικά;»
«Ναι, δε θυμάμαι σίγουρα, αλλά κατα πάσα πιθανότητα ήμουν σπίτι μου. Είπατε πως ήτανε Τετάρτη, συνήθως δε βγαίνω έξω τις Τετάρτες. Συνήθως κάθομαι σπίτι.»
«Και τι κάνατε;»
«Δεν ξέρω... Φαντάζομαι ό,τι κάνω κάθε φορά. Θα χάζεψα στο ίντερνετ, θα είδα καμιά ταινία, κανα βιβλίο, μπορεί να έγραψα και τίποτα. Άντε να πήγα και μέχρι το περίπτερο να πάρω τσιγάρα.»

                                                                    * * * * *

  Ένα βράδι, μια νύχτα απ’ αυτές που το τικ τακ του ρολογίου δε σ’ αφήνει να κλείσεις μάτι και στριφογυρνάς στο κρεβάτι σου κι αναρωτιέσαι αν αξίζει να σηκωθείς να κάνεις άλλο ένα τσιγάρο, ο Αναστάσης είχε δει κάτι, κάτι που αποκαλούσε όραμα. Ποτέ του δεν μπόρεσε να πει με σιγουριά αν ήταν απλά ένα όνειρο ή η γυμνή πραγματικότητα.
  Μετά το φως έρχεται το σκοτάδι, μετά τον ήλιο το φεγγάρι, μετά το θέρος ο χειμώνας, και αντιστρόφως. Μετά τις κραυγές έρχεται η γαλήνη, μετά τον πόλεμο η ειρήνη, μετά την παράνοια η ηρεμία. Και αντιστρόφως. Μετά τον ύπνο έρχεται η κούραση, μετά το φαΐ η πείνα, μετά την εκπλήρωση η επιθυμία. Και αντιστρόφως.

                                                                    * * * * *

«Τα Έγγραφα λένε πως είστε άνεργος.»
«Ναι, αλήθεια είναι.»
«Ζείτε, δηλαδή, από τα χρήματα που σας προσφέρουν οι γονείς σας.»
«Ναι... Μα τι σχέση έχουν όλα αυτά;»
«Δεν είστε εσείς ο υπεύθυνος για να κρίνει τι έχει σχέση και τι όχι.»
«Μα είναι παράλογο! Μου κάνετε ερωτήσεις που δεν έχουνε καμία λογική σειρά! Κι ακόμα δεν έχω μάθει καν την κατηγορία! Δεν είναι δυνατόν να μη μου λέτε για τι κατηγορούμαι!»
«Σας είπαμε ήδη, απαγορεύεται απ’ το Νόμο να σας πούμε την κατηγορία.»
«Ο νόμος, οι κανονισμοί!.. Εγώ δε μιλάω ούτε με το νόμο, ούτε με τον κανονισμό, μιλάω με σας, τους δικαστές, τους ανθρώπους πίσω απ’ τους μανδύες. Από σας ζητάω να μου πείτε!»
«Μέσα από μας μιλάει ο Νόμος και η Δικαιοσύνη. Αυτό δε μπορούμε να το αλλάξουμε και δε μπορούμε να σας κρίνουμε αλλιώς.»
«Μου φαίνεται ότι μ’ έχετε ήδη κρίνει πριν καν μπω μέσα στην αίθουσα.»
«Αρκετά! Φτάνουν τα σχόλια και οι ερωτήσεις. Κάθε φορά που ανοίγετε το στόμα σας δυσχεραίνετε τη θέση σας. Σας παρακαλούμε πολύ, συγκεντρωθείτε στο θέμα μας και απαντήστε μόνο σ’ αυτά που σας ρωτάμε... Έχετε επισκεφτεί ποτέ ψυχολόγο ή ψυχίατρο;»
«Πώς;»
«Έχετε επισκεφτεί ποτέ ψυχολόγο ή ψυχίατρο;»
«Όχι, ποτέ.»
«Σύμφωνα με τον καινούριο νόμο είστε υποχρεωμένος να επισκέπτεστε τουλάχιστον μια φορά το χρόνο κάποιον ψυχολόγο ή ψυχίατρο.»
«Ναι, το γνωρίζω, αλλά ο νόμος αυτός είναι σε ισχύ λιγότερο από ένα χρόνο, που σημαίνει ότι ακόμα μπορώ να πάω. Δεν μπορείτε να με καταδικάσετε γι’ αυτό.»
«Δε σας καταδικάζουμε γι’ αυτό. Αλλά, άσχετα απ’ το νέο νόμο, δεν θεωρήσατε ποτέ ότι χρειάζεται να επισκεφτείτε κάποιον ψυχολόγο;»
«Εε... Όχι, ποτέ.»
«Δεν σας το έχει προτείνει ποτέ κανείς απ’ το οικογενειακό σας ή το φιλικό σας περιβάλλον;»
«Ε, ντάξει... Οι δικοί μου καμιά φορά μου το λένε... Άλλα ξέρετε τώρα πως είναι οι γονείς...»
«Πιστεύετε πως δεν χρειάζεστε τη βοήθεια κάποιου ειδικού;»
«Ακριβώς, δεν τη χρειάζομαι.»
«Δεν υπάρχει δηλαδή κατά τη γνώμη σας πιθανότητα να πάσχετε από κάποιου είδους διαταραχή;»
«Ε, ξέρω γω; Μπορεί και να πάσχω... Δε μπορώ να το απαντήσω αυτό με σιγουριά, απλά μέχρι στιγμής δεν ένιωσα ποτέ ότι χρειάζομαι βοήθεια - γενικά, όχι μόνο σε θέματα ψυχικής υγείας.»
«Μάλιστα. Γενικά θα λέγατε πιστεύετε στην επιστήμη της ψυχολογίας;»
«Αν πιστεύω; Τι εννοείτε;»
«Πιστεύετε ότι είναι λογική και ορθή, κι ότι μπορεί να βοηθήσει ανθρώπους να ξεπεράσουν τα προβλήματά τους;»
«Χμμ, δεν είμαι σίγουρος. Ναι, ντάξει, έχει βοηθήσει σίγουρα αρκετό κόσμο, αλλά κατα πόσο είναι ορθή και λογική δεν ξέρω. Έχω κάποιες αμφιβολίες.»
«Αυτό το πιστεύετε για όλες τις επιστήμες;»
«Ε, όχι, όχι ακριβώς. Γενικά σε όλες τις επιστήμες χωράει αμφισβήτηση και αμφιβολία, απλά σε κάποιες περισσότερο και σε κάποιες λιγότερο. Πχ η φυσική έχει πιο απτά αποτελέσματα, πιο λογικές διαδικασίες και λοιπά. Οι θεωρητικές επιστήμες όπως η ψυχολογία είναι πιο αυθαίρετες.»
«Μάλιστα...»
«Μπορώ να χω λίγο νερό;»
«Λυπόμαστε, απαγορεύεται από τον Κανονισμό.»

                                                                    * * * * *

  Απογευματινή βόλτα στην κρύα θάλασσα. Ακόμα και η άμμος μοιάζει με σπασμένα γυαλιά που σκίζουνε τα πόδια. Όλοι έχουν ακούσει την ιστορία του ναυαγού που ήπιε το αλμυρό νερό του ωκεανού και πέθανε. Είναι προτιμότερο, λένε, να πιείς τα ίδια σου τα κάτουρα.

* * * * *

«Ξέρετε, η έρευνα που έχουμε κάνει δεν είναι υπέρ σας, το αντίθετο. Υπάρχουνε πολλά στοιχεία που αποδεικνύουν την ενοχή σας. Μαρτυρίες, βίντεο, δείγματα DNA, κι ένα σωρό άλλα. Τα Έγγραφα μπορούν να μας οδηγήσουν μόνο σε ένα συμπέρασμα, πως δικαίως βρίσκεστε εδώ και πως είστε ένοχος, και δεν έχετε κάνει τίποτα για να μας πείσετε για το αντίθετο.»
«Έγγραφα, στοιχεία, μαρτυρίες, που είναι όλα αυτά; Εγώ γιατί δεν ξέρω τίποτα; Γιατί ούτε καν που μπορώ να φανταστώ ποιό είναι το έγκλημα μου; Απαιτώ να μου τα δείξετε όλα αυτά τα στοιχεία!»
«Δεν είστε σε θέση να απαιτείτε, κι εξάλλου...»
«Ναι, ξέρω, απαγορεύεται απ’ τον κανονισμό.»
«Ακριβώς.»
«Μα δεν είναι δυνατόν! Έχει γίνει κάποιο λάθος, τα έγγραφα είναι λάθος!»
«Αποκλείεται. Τα έγγραφα δεν ψεύδονται ποτέ.»
«Όχι, δε γίνεται... Δεν είναι λογικό...»
«Και όμως, είναι. Ησυχία τώρα, οι δικαστές θα συνεδριάσουν και θα λάβουνε την τελική απόφαση.»
«Τι; Κιόλας; Μα ούτε καν που με αφήσατε να υπερασπιστώ τον εαυτό μου!»
«Δεν υπάρχει λόγος. Ούτως ή άλλως, δε νομίζουμε ότι μπορείτε να υπερασπιστείτε τον εαυτό σας απ’ τη στιγμή που δεν γνωρίζετε καν για τι κατηγορείστε.»
«Μα...»
«ΗΣΥΧΙΑ!»

                                                                    * * * * *

  Τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα. Δεν έχει σημασία για πόσα είσαι ένοχος. Ένα είναι αρκετό. Κι αν είσαι ένοχος είσαι ένοχος, κι εκεί τελειώνουν όλα.
  Η φωτιά κάποια στιγμή σβήνει, ποτέ δεν καίει για πάντα. Ακόμα κι η φωτιά του ήλιου. Άλλοτε εξασθενεί μόνη της, άλλοτε τη σβήνει το νερό, κι άλλοτε το κρασί.

  Kαὶ ὁ θάνατος καὶ ὁ ᾅδης ἐβλήθησαν εἰς τὴν λίμνην τοῦ πυρὸς. Οὗτος ὁ θάνατος ὁ δεύτερος ἐστιν, ἡ λίμνη τοῦ πυρός. Kαὶ εἴ τις οὐχ εὑρέθη ἐν τῇ βίβλῳ τῆς ζωῆς γεγραμμένος, ἐβλήθη εἰς τὴν λίμνην τοῦ πυρός. 

  Ο Αναστάσης πλέον το ήξερε πως ήταν καταδικασμένος, πως ήταν ένοχος για ένα έγκλημα που δεν έμαθε ποτέ ποιό είναι. Μα το είχε κάνει. Και ήξερε πως πια δεν υπήρχε επιστροφή.

                                                                    * * * * *

Οι Δικαστές γυρίζουνε την πλάτη τους. Συνεδριάζουνε, μα δεν ακούγεται ούτε λέξη. Και μετά στρέφονται πάλι προς την καρέκλα
«Το Δικαστήριο απεφάνθη! Ένοχος!»
Ο ήρωας σηκώνεται όρθιος - έχει αποδεχτεί τη μοίρα του. Οι φρουροί έρχονται, τον πιάνουν απ’ τα μπράτσα, και τον βγάζουν έξω απ’ την αίθουσα.
Τα φώτα σβήνουνε.
Σκοτάδι.

                                                                    * * * * *

  Οι τελευταίες λευκές σελίδες του βιβλίου. Ένας καταμαύρος καμβάς. Μια ελεύθερη πτώση από τον ουρανό. Το άδειο όπλο του πολέμου. Μια λίμνη που κάποτε είχε νερό και μια μέρα ξεράθηκε. Μια κιθάρα με σπασμένες χορδές. Ένα ακέφαλο άγαλμα. Ο επιθανάτιος ρόγχος. Οι επαναστάσεις που πνίγονται στο αίμα. Μια κόκκινη στάμπα. Ένα παιδί που πέθανε απ’ το κρύο.
Ο εσταυρωμένος Ιησούς.
Την τρίτη ώρα τον εσταύρωσαν. Την ένατη είπε το εξής:
Πάτερ, εἰς χεῖρας σου παρατίθεμαι τό πνεῦμα μου.

Τετάρτη 17 Ιουνίου 2015

Στις 22 Ιουνίου (Δευτέρα) στα πλαίσια των 13ων γενεθλίων τις Κατάληψης Ευαγγελισμού, θα γίνει παρουσίαση της συλλογής ποιημάτων και διηγημάτων "Κάτι Οστά", των Φώντα και Δερβίση. Θα προηγηθεί προβολή της ταινίας "Un chien andalou" (Ανδαλουσιανός Σκύλος) των Salvador Dali και Luis Buñuel.
(Διοργάνωση: Επιτυχημένες Απόπειρες/ Directiva "από τα κάτω")


Περισσότερες Πληροφορίες Σχετικά με το βιβλίο:

Συμμετέχει ακόμα με τρία ποιήματα το Βδέλυγμα.
Εικονογράφηση του βιβλίου: Χωρίς Κανόνα (Λάθος Εποχή)
Σχεδιασμός εξωφύλλου και στήσιμο: Θοδωρής Φράγκος




Αναλυτικά το πρόγραμμα των γενεθλίων:

- Δευτέρα 22/6/2015 - ώρα: 19:00 - Παρουσίαση βιβλίου : "Κάτι οστά" απο τους Δερβίση και Φώντα | Προβολή του " Un chien andalou".

- Τρίτη 23/6/2015 - ώρα: 18:00 - Workshop αυτοσχέδιων μουσικών οργάνων & κουκλοθέατρο ομπρέλας (Εργαστήριο).

-Τετάρτη 24/6/2015 - ώρα: 19:00 - Εκδήλωση "Ζώνες υπεράσπισης :ZAD,No Tav ,Σκουριές ,δίκτυο κατα των ΒΑΠΕ,Xenia Motel ",στο ξενία μοτέλ καρτερού.(Συλλογικότητα για την κοινωνικοποίηση του Xenia Motel)

- Πέμπτη 25/6/2015 - ώρα: 19:00 - Ευρωπαϊκή ένωση , οργάνωση & προοπτική του κινήματος στη νέα συγκυρία. Εκδήλωση με μέλη της συνέλευσης αναρχικών -κουμμουνιστών για την ταξική αντεπίθεση ενάντια στην Ευρωπαϊκή ένωση | Ακολουθεί κοκτέηλ πάρτυ (Αναρχική συλλογικότητα ΟΚΤΑΝΑ).

- Παρασκευή 26/6/2015 - ώρα: 18:00 -Εκδήλωση :Μετανάστευση - Ευρώπη φρούριο -Αριστερή διαχείριση | Ακολουθεί καφενείο οικονομικής ενίσχυσης ( Τρείς γέφυρες ,Sine dominis ,Άπατρις).

- Σάββατο 27/6/2015 - ώρα: 22:00 - Γενεθλιακό Πάρτυ (στο πάρκο Τέννις ,πρόσβαση απο Λ.Ικάρου).

- Κυριακή 28/6/2015 - ώρα: 16:00 -Προβολή video "13 χρόνια Κατάληψη Ευαγγελισμού" | Ακολουθεί γλεντάκι με ρεμπέτ μουζίκ και ρεφενέ μεζέ.

* Καθημερινά Workshops (εκτός Τετάρτης)- ώρα: 14:00-16:00 στο χώρο της Κατάληψης.




Δευτέρα 15 Ιουνίου 2015



“Πρέπει να ρθεις από δω. Έχω ένα πτώμα στο σαλόνι μου.”
Ο φίλος μου ο Νικόλας ήτανε συνηθισμένος σε τέτοιου είδους μπλεξίματα εδώ και χρόνια, γι’ αυτό κι εγώ κάπως απόρρησα όταν με πήρε τηλέφωνο για να μου πει αυτό το πράμα.
“Ε, και; Ποιό το πρόβλημα;” ρώτησα με το πιο κυνικό ύφος που μπορούσα να πάρω.
“Υπάρχει πρόβλημα. Έχει χαλάσει το αμάξι μου.”
“Αα, μάλιστα. Εντάξει, ξεκινάω σε λίγο.”

Φόρεσα ένα παντελόνι, έχωσα στην τσέπη τον καπνό και τα χαρτάκια μου, έβαλα τα παπούτσια μου, μπήκα στο αμάξι και ξεκίνησα. Σε μερικά λέπτα ήμουν έξω απ’ το σπίτι του. Μια τεράστια έπαυλη κάπου στα βόρεια προάστια, διόροφη, με κήπο και πισίνα. Ο Νικόλας ήταν ο μοναχογιός μιας ζάμπλουτης οικογένειας, η οποία πριν λίγα χρόνια είχε εξαφανιστεί ύπο αδιευκρίνιστες συθήκες σ’ ένα ταξίδι αναψυχής στην Ινδονησία. Ποτέ κανείς δεν έμαθε κάτι για την τύχη του πατέρα και της μάνας του, κι ο Νικόλας βρέθηκε μόνος με μια αμύθητη περιουσία κι αυτή την τεράστια έπαυλη στα βόρεια. Όχι κι άσχημα...

Χτύπησα το κουδούνι, μου άνοιξε και μπήκα μέσα. Προχωρήσαμε προς το σαλόνι. Στον έναν καναπέ καθότανε μια νεαρή γυναίκα, γυμνή, τσίτσιδη, με μια μπλε πλαστικιά σακούλα δεμένη στο κεφάλι της. Κάθισα δίπλα της, ο Νικόλας κάθισε στην πολυθρόνα απεναντί μας. Ψιλάφησα προσεκτικά το κορμί της, σφιχτό κι υπέροχο - ήταν ακόμη ζεστό.
“Λοιπόν;” με ρώτησε ο φίλος μου.
“Λοιπόν, τι θα γίνει; Δε θα φέρεις να πιούμε κανένα κρασί;”
“Αμέ. Λευκό ή κόκκινο;”
“Λευκό.”

Σηκώθηκε και περπάτησε ως την κουζίνα. Έβγαλα κι έστριψα ένα τσιγάρο. Επέστρεψε κρατώντας ένα μπουκάλι Σαρντονέ και δυο κολωνάτα ποτήρια. Κάθισε, το ακούμπησε στο τραπέζι, έβγαλε απ’ την τσέπη του το τιρμπουσόν, το άνοιξε κι έριξε λίγο στα ποτήρια μας. Πήρα μια γουλιά. Καλό κρασί.
“Και γιατί της φόρεσες αυτήν την πλαστική σακούλα;” τον ρώτησα.
“Γιατί δε θα μ’ άρεσε να κάθεται εκεί και να με κοιτάει.”
“Και γιατί δεν της έκλεινες απλά τα μάτια;”
“Μην είσαι ανόητος. Αν της έκλεινα τα μάτια θα μου δινε την εντύπωση πως με βαριέται.” Χαζογελάσαμε κι οι δυο.
“Σωστά... Σε πειράζει να τη βγάλω, να δω το πρόσωπό της;”
“Όχι, καθόλου.”

Την έλυσα και την έβγαλα. Ήταν μελαχρινή, με υπέροχα, ροζ και στρογγυλά μάγουλα, μια μικρή μυτούλα, γαλλικιά, κι ένα λεπτό τριγωνικό πηγούνι. Τα μεγάλα μαύρα μάτια της, αν και νεκρά, έβγαζαν ακόμα μια άγρια όμορφια που σε τραβούσε. ‘Ηταν πραγματική καλλονή.
“Πώς τα καταφέρνεις πάντα, ρε μπαγάσα, και βρίσκεις τις πιο όμορφες γυναίκες,” του είπα δίχως να τραβήξω τα μάτια μου από πάνω της.
“Θα χω το χάρισμα,” μου είπε σαρκαστικά.
“Κι όμως, φίλε μου, κι όμως το έχεις. Ξέρεις, πάντα σε ζήλευα γι’ αυτή σου την ικανότητα, πάντα ήσουν αυτός ο τύπος που σε οποιοδήποτε μέρος μπορούσε να ξετρυπώσει την πιο όμορφη γκόμενα και σε δέκα λεπτά να την κάνει να τον ερωτευτεί.”
“Είμαι και ωραίο παιδί όμως, δε βρίσκεις;”
“Ναι, σίγουρα, αλλά αυτό δεν αρκεί. Εσύ έχεις ένα πολύ σπάνιο ταλέντο. Εσύ αποπνέεις τον θάνατο, μυρίζεις θάνατο, κι αυτό παίζει πολύ μεγάλο ρόλο.”
“Χμ, δεν ξέρω... Λες δηλαδή ότι οι γυναίκες έλκονται απ’ τον θάνατο;”
“Όχι ακριβώς, έλκονται απ’ τη μυρωδιά του θανάτου. Όπως τα όρνεα έλκονται απ’ τη μυρωδιά του ψόφιου ζώου.”
“Χαχ! Πλάκα έχει αυτό που λες!”
“Και δεν είναι μόνον αυτό, είναι το όλο μυστήριο που ενυπάρχει. Το γεγονός ότι, φαίνεσαι, θα μπορούσες να είσαι δολοφόνος. Αυτή η πιθανότητα τις εξιτάρει. Φυσικά, αν το γνώριζαν, θα φρικάρανε. Αλλά το ότι απλά το υποθέτουν λειτουργεί θετικά.”
“Ντάξει, ίσως... Δεν το πιστεύω πάντως. Εξάλλου, εσύ τι ξέρεις από γυναίκες; Εσύ μόνο για φιλοσοφίες κάνεις.”
“Εντάξει, εδώ δεν έχεις κι άδικο. Κι ούτε καν για φιλοσοφίες, έτσι; Για αμπελοφιλοσοφίες!”
“Χαχα, ακριβώς! Επαγγελματίας αμπελοφιλόσοφος.”
“Κάπως έτσι... Δεν πας να φέρεις άλλο ένα κρασί; Αυτό τέλειωσε κιόλας.”
“Το πρώτο κρασί πάντα φεύγει χωρίς καν να το καταλάβεις.”
“Ναι, το έχω διαπιστώσει κι εγώ αυτό.”
“Πάω. Ξαναφόρα της τη σακούλα σε παρακαλώ, με αγριεύει η φάτσα της.”
Σηκώθηκε και περπάτησε ως την κουζίνα.

“Ω, Γκλεντόρα, τι σου κάνανε;” της ψιθύρισα καθώς της έβαζα και πάλι τη σακούλα στο κεφάλι της. Σηκώθηκα και πήγα στο παλιό πικάπ. Έριξα μια ματιά στα βινύλια. Η κατάσταση επέβαλε τζαζ. Βρήκα έναν δίσκο του Κολτρέιν, το Μπλου Τρέιν. Τον έβαλα και τράβηξα προσεκτικά τη βελόνα πάνω του. Τα παράσιτα μετατράπηκαν μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα σε μελωδία τρομπέτας, και μετά και πιάνο, και σαξόφωνο, και ντραμς. Επέστρεψα στον καναπέ, ο Νικόλας είχε καθίσει ήδη και σερβίριζε τον δεύτερο γύρο Σαρντονέ. Ήπιαμε από δυο γουλιές. ‘Εβγαλα κι έστριψα άλλο ένα τσιγάρο.
“Πώς πάει η πολιτική;” με ρώτησε.
“Η πολιτική; Χαχαχα! Που τη θυμήθηκες τώρα την πολιτική;”
“Δεν ξέρω, έτσι μου ρθε.”
“Ε, πώς να πάει; Όπως πάντα. Μια σκέτη απογοήτευση.”
“Έτσι, ε;”
“Έτσι και χειρότερα.”
“Σε θυμάμαι παλιότερα πιο μάχιμο. Πώς ξεκίνησε τώρα αυτή η απογοήτευση;”
“Δεν ξεκίνησε τώρα. Ξεκίνησε το 45, όταν χάσαμε τον εμφύλιο.” Γελάσαμε κι οι δυο δυνατά.
“Α, έτσι, ε; Τελικά άλλοι χάσαν τον εμφύλιο κι άλλοι απογοητεύτηκαν...”
“Μωρέ κι αυτοί που χάσανε, κι αυτοί απογοητεύτηκαν.”
“Καλά, όντως. Κι αυτοί που χάσανε απογοητεύτηκαν, και οι επόμενοι, και οι μεθεπόμενοι... Μη σου πω ότι κι αυτοί που νίκησαν, κι αυτοί απογοητευμένοι είναι.”
“Χαχα, δεν έχεις κι άδικο. Για απολιτίκ, πολύ σοφά μιλάς.”
“Εγώ απολιτίκ; Λάθος κάνεις. Εγώ είμαι πολιτικοποιημένος όσο δεν πάει. Ακόμα κι οι δολοφονίες μου, κι αυτές πολιτικές είναι.”
“Χαχα, ναι, ε;”
“Αμέ.”
“Και ποιά πολιτική εκφράζεις δηλαδή;”
“Την περίφημη πολιτική της παρακμής.”
“Την περίφημη, σωστά... Τελικά, φίλε μου, είσαι ακριβώς αυτό που έλεγε κι εκείνος ο σκηνοθέτης. Κουρέλι. Αυτό είσαι. Την έχεις δει αυτή την ταίνια;”
“Όχι, κι ούτε μ’ ενδιαφέρει να τη δω. Αν εγώ όμως είμαι κουρέλι, εσύ τι είσαι;”
“Χα! Εγώ, φίλε μου, είμαι μεταξωτή κορδέλα!”
“Χαχαχα, ωραία τα λες!
Ξέρεις,” είπε μετά από μια μικρή παύση, “το σκεφτόμουνα πρόσφατα αυτό, και είδα πως καμία θεωρία, καμία πολιτική, δε μπορεί να με καλύψει σαν άνθρωπο. Σκέψου δηλαδή, σε όλες τις πιθανές κοινωνίες εγώ θα ήμουν βάρος. Θα μου πεις βέβαια, εντάξει, κάποτε όμως θα σε ρίχναν στη φωτιά ή θα σου κόβαν το κεφάλι, σήμερα απλά θα σε κλείνανε ισόβια σε μια φύλακη, και, στο ιδανικότερο σενάριο, θα με κλείνανε σ’ ένα ψυχιατρείο. Μα κανείς, καμία κοινωνία, δε θα μ’ άφηνε ν’ αλωνίζω έτσι ελεύθερος. Εγώ, φίλε, είμαι το κατακάθι του ανθρώπινου είδους. Εγώ είμαι η μύγα που χει πέσει στον καφέ. Κάποιοι απλά θα χύνανε όλον τον καφέ στη γλάστρα, άλλοι θα τον άφηναν απλά στο τραπέζι χωρίς να τον αγγίξουν, και κάποιοι, μ’ ένα κουταλάκι ή και με το δαχτυλό τους ακόμα, θα με βγάζανε και θα συνεχίζανε να πίνουν. Μα κανείς δε θα πινε τον καφέ του έτσι, με τη μύγα μέσα.”
“Ναι, αυτό ακριβώς είσαι. Η μύγα που έπεσε μες στον καφέ. Αλλά, μεταξύ μας τώρα, πιστεύεις πως είσαι ανθρώπος που του αξίζει να αλωνίζει ελεύθερος;”
“Φυσικά. Αυτό πρεσβεύει και η πολιτική μου θέση.”
“Χαχ, μάλιστα. Ε, κοίτα, τώρα μπορούμε να μπούμε σε διάφορα τέτοια τριπάκια, για τη σχετικότητα της ηθικής και τα λοιπά, αλλά κοινωνικά αυτό που λες δε στέκει.”
“Φυσικά και δεν στέκει, αλλά τι σημασία έχει; Αντιμετωπίζω την κοινωνία όπως αυτή θα αντιμετώπιζε εμένα. Σαν κάτι άρρωστο.”
“Ναι, δε διαφώνουμε ως εδώ, απλά η αντιπρόταση σου είναι παράλογη. Μιλάς για χάος, μιλάς γι’ αυτή την Χομπσιανή κατάσταση του πολέμου όλων εναντίων όλων.”
“Όχι, εσύ μιλάς γι’ αυτό. Εσύ βγάζεις συμπεράσματα. Εγώ απλά βλέπω τη φυσική ροή των πραγμάτων, και πάνω σ’ αυτό χτίζω μια πολιτική. Το ποτάμι που ρέει. Για μένα η μόνη πολιτική είναι η αποδοχή του αναπόφευκτου.”
“Ναι, αλλά τώρα μπαίνεις σε νομοτέλειες και τέτοια πράματα, κι αυτά έχουνε μια βάση, αλλά δεν ισχύουνε απόλυτα. Δηλαδή ναι, σίγουρα υπάρχει μια νομοτελειακή ροή, αλλά πάντα υπάρχει η δυνατότητα, ή έστω η πιθανότητα, παρέμβασης. Στο ποτάμι μπορείς πάντα να χτίσεις ένα φράγμα και να κόψεις τη ροή του.”
“Ναι, αλλά αργά ή γρήγορα το νερό θα το διαβρώσει το φράγμα και θα βρει την έξοδο. Εσύ απλά το αναβάλεις.”
“Ναι, εντάξει, πιθανότατα, αλλά κι αυτό μια παρέμβαση στη νομοτέλεια είναι. Εξάλλου μπορεί να αργήσει τόσο πολύ η διάβρωση που το ποτάμι να στερέψει, ή μετά να έχουν αλλάξει όλες οι γαιολογικές συνθήκες και να τραβήξει άλλη πορεία απ’ ότι θα τράβαγε αν δεν είχε μπει ποτέ το φράγμα. Και ξέρεις, αυτό είναι και η θεωρία του χάους στη φυσική, μια απειροελάχιστη διαφοροποίηση μπορεί να αλλάξει τα πάντα, ή μπορεί και όχι. Το εφέ της πεταλούδας, ξέρεις. Μια πεταλούδα στην Κίνα κουνάει τα φτερά της και δημιουργείται μια καταιγίδα στην Βραζιλία.”
“Ναι, έστω, αλλά αυτό δεν αλλάζει τη νομοτελειακή φύση των πραγμάτων.”
“Όχι, αλλά αυτό σου δείχνει ότι ακόμα κι αν υπάρχει νομοτέλεια, εσύ δε μπορείς να την γνωρίζεις απόλυτα, γιατί η παραμικρή λεπτομέρεια μπορεί να τ’ αλλάξει όλα.”
“Τέλοσπαντων. Εσύ τώρα με βαλες στο τριπάκι σου και πιάσαμε τις θεωρίες, που εμένα έτσι κι αλλιώς αδιάφορο με άφηναν κι αδιάφορο θα με αφήνουν πάντα. Άντε, πιες την τελευταία γουλιά να φέρω άλλο ένα μπουκάλι.”

Την κατέβασα την τελευταία γουλιά κι ο Νικόλας σηκώθηκε και πάλι.
“Απλά δεν έχω άλλο άσπρο,” μου είπε, “μόνο κόκκινο.”
“Εντάξει, φέρτο.”
Πήγε πάλι στην κουζίνα. Χάζεψα το σώμα της κοπέλας. Υπέροχο. Το στητό της στήθος, οι λεπτοί, χαμηλοί ώμοι, τα μακριά πόδια, ο αρυτίδιαστος κορμός, το απαλό, σκούρο δέρμα της.
“Δεν βλέπω αίμα,” είπα στο Νικόλα που επέστρεψε με το κρασί στα χέρια του. “Τη στραγγάλισες;”
“Ναι,” απάντησε καθώς τρύπαγε το φελλό με το τιρμπουσόν.
“Το πιστόλι σου; Δεν το χρησιμοποιείς;”
“Μόνο όταν είναι ανάγκη.”
Το άνοιξε και μας σερβίρισε. Ήπια μια γερή γουλιά.
“Γευστικότατο. Τι είναι;” τον ρώτησα
“Μερλό.”
“Πολύ ωραίο.”
“Θες να παίξουμε μια παρτίδα σκάκι;” μου είπε μετά από μερικές γουλιές ακόμα.
“Σκάκι; Όχι. Πάντα με κερδίζεις στο σκάκι.”
“Ε και;”
“Ποιός ο λόγος να παίξω ένα παιχνίδι που εξαρχής γνωρίζω ότι θα χάσω;”
“Για τη χαρά του παιχνιδιού.”
“Η χαρά του παιχνιδιού βρίσκεται στην αβεβαιότητα του ποιός θα είναι ο νικητής. Ή έστω, στις λιγοστές ελπίδες του αουτσάιντερ. Εγώ όμως δεν τρέφω καμία ελπίδα.”
“Χα! Έτσι είστε όλοι εσείς οι δήθεν διανοούμενοι. Νομίζετε πως ξέρετε την έκβαση του παιχνιδιού, και τελικά ποτέ δεν παίζετε.”
“Κάτσε ρε Νικόλα, πριν αυτά λέγαμε. Εγώ δεν πιστεύω ότι γνωρίζω την έκβαση κανενός πράματος.”
“Άρα πως ξέρεις ότι θα χάσεις στο σκάκι;”
“Εντάξει, δεν το ξέρω, απλά είναι το πιο πιθανό.”
“Αυτό ακριβώς λεώ. Δεν ξέρετε τι θα γίνει, μα νομίζετε πως ξέρετε τις πιθανότητες. Τα πιθανά σενάρια. Νομίζετε γενικώς πως μπορείτε να κρίνετε τα πάντα απ’ την απ’ έξω, μόνο βάσει των στοιχείων και των θεωρίων σας. Μιλάτε για εξεγέρσεις και επαναστάσεις και ξεσηκωμούς, μα εσείς δε θα μπορούσατε ούτε όπλο να κρατήσετε. Μιλάτε για το θάνατο, έτσι αόριστα και γενικά, μα σας πιάνει άγχος στην ιδέα του να σκοτώσετε άνθρωπο. Δεν μπορείτε ούτε να φανταστείτε πως νιώθει κάποιος τη στιγμή του φόνου.”
“Πώς νιώθει;” τον ρώτησα με ειλικρινή περιέργεια.
“Παράξενα... Πολύ παράξενα... Κι όμως υπάρχει μια φυσικότητα στο όλο θέμα. Έχεις πάει ποτέ για ψάρεμα;”
“Μικρός πήγαινα συχνά.”
“Ξέρεις, όταν βγάζεις το ψάρι με το καλάμι, αυτό τινάζεται πέρα δώθε και προσπαθέι να ελευθερωθεί, μα ούτε καν ξέρει προς τα που είναι η θάλασσα. Κι ο ψαράς απλά το κρατάει μέχρι να του τελειώσει το οξυγόνο. Κάπως έτσι είναι. Τη στιγμή αυτή του θανάτου, ένας άνθρωπος δε διαφέρει σχεδόν καθόλου από ένα ψάρι. Εκτός από ένα μικρό πράμα.”
“Ποιό πράμα;”
“Δεν ξέρω... Δε μπορώ να το περιγράψω... Απλά κάτι, κάτι πολύ μικρό, νιώθει διαφορετικά. Ένα αίσθημα... Δεν ξέρω. Δεν έχω ιδέα.”
“Αχα... Τέλοσπαντων, σκάκι πάντως δε θα παίξουμε.”
“Όπως θες.”
“Το αμάξι σου τι έπαθε;”
“Δεν ξέρω. Απλά δεν παίρνει μπρος.”
“Και γιατί δεν τη θάβεις στον κήπο;”
“Υπάρχει ήδη ένα πτώμα θαμμένο στον κήπο. Δε θέλω άλλο. Άμα βρούνε από δύο πτώματα και πάνω θα με κατηγορήσουν για κατά συρροή δολοφόνο.”
“Α, το χεις ψάξει βλέπω.”
“Ε βέβαια, δεν είμαι κανένας τυχαίος.”
Έσκυψα στη θέση μου και πλησίασα κοντά του, τον κοίταξα βαθιά μες στα μάτια κι αυτός κοίταξε στα δικά μου. Άπλωσα το χέρι και του χτύπησα απαλά το μάγουλο με την παλάμη μου.
“Κοίτα τον εαυτό σου ρε Νικόλα. Κοίτα τον. Δεν είσαι ούτε 25 χρονών ακόμα, κι όμως μοιάζεις για 40.”
“Ναι αλλά είμαι πιο γοητευτικός έτσι, δε βρίσκεις;”
Χαμογελάσαμε κι οι δυο.
“Τελικά, τι λες να το κάνουμε το πτώμα;” ρώτησα μετά από λίγο
“Δεν ξέρω, εσύ πες μου.”
“Χμμ... Κοίτα, καταρχάς θες να μας αφήσεις λίγο μόνους;”
Ο Νικόλας τότε με κοίταξε περίεργα, αιφνιδιασμένος, ίσως και με μια μικρή δόση αηδίας στο βλέμμα του. Μετά γέλασε.
“Ναι, φίλε μου, όπως θες. Πάω πάνω. Βάλε μια φωνή όταν τελειώσεις,” είπε τελικά.
“Έγινε.”

Ο Νικόλας σηκώθηκε, πήγε προς τις σκάλες, ανέβηκε κι εξαφανίστηκε. Έσκυψα προς την κοπέλα και της ξανάβγαλα τη σακούλα. Πέρασα απαλά δυο δάχτυλα μέσα από τα μακριά, μαύρα μαλλιά της. Πλησίασα και κάθισα δίπλα της, κολλητά. Με το δείκτη μου ψηλάφισα όλο της το σώμα. Τη φίλησα στο μάγουλο. “Πόσο θα θελα ν’ ακούσω τη φωνή σου,” της ψιθύρισα, και μετά την άρπαξα και της δάγκωσα τα χείλη παθιασμένα, τα δάγκωσα μέχρι να ματώσουν. Της σήκωσα τα πόδια και την οριζοντίωσα πάνω στον καναπέ. Ξεκούμπωσα το παντελόνι μου και το κατέβασα, ανέβηκα πάνω της, συνέχισα να τη φιλάω στα χείλη, στα μάγουλα, στο λαιμό, έφτασα στο στήθος. Και μετά, άκουσα τα βήματα του να κατεβαίνουνε τη σκάλα κι ένιωσα το βλέμμα του καρφωμένο πάνω μας. Πετάχτηκα όρθιος, χτύπησα λίγο το πόδι μου στο τραπεζάκι, ανέβασα γρήγορα πάνω το παντελόνι.

“Ρε Νικόλα, τι κάνεις εκεί;”
Κρατούσε στο δεξί του χέρι το ριβόλβερ και με σημάδευε - το προσωπό του ήταν άσπρο και ανέκφραστο.
“Τι κάνω;”
“Ρε Νικόλα, ηρέμισε. Εσύ δε μου είπες εντάξει, δεν είπες να κάνω όπως θέλω; Σιγά, και τι έγινε; Τόσες ανωμαλίες υπάρχουνε στον κόσμο, αυτό σε πείραξε;”
“Όχι, δεν είναι αυτό. Δε μ’ ενοχλεί αυτό;”
“Τι σ’ ενοχλεί;”
“Τίποτα.”
“Τότε; Τότε γιατί;”
“Εγώ απλά θέλω να παίξω.”
“Αυτό δεν είναι παιχνίδι.”
“Άκου να δεις, φίλε μου. Μέσα σ’ αυτό το ριβόλβερ υπάρχει μόνο μία σφαίρα - κι εγώ δεν έχω ίδεα που είναι, αν είναι στην αρχή, στη μέση ή στο τέλος. Είπες ότι δε θες να παίξεις σκάκι γιατί γνωρίζεις την έκβαση του παιχνιδιού. Ε λοιπόν, τώρα δε γνωρίζεις. Τώρα είναι πενήντα-πενήντα. Τώρα θα γίνει το παιχνίδι.”
“Νικόλα, σοβαρέψου, γιατί να το κάνουμε αυτό;”
“Γιατί όχι; Λοιπόν, αρχίζω.” Έφερε το πιστόλι στον κρόταφο.
“Νικόλα, μη...” ψιθύρισα, μα αυτός τράβηξε τη σκανδάλη. Τίποτα.
“Σειρά σου,” είπε.
“Δε θα το κάνω.”
“Δε μπορείς να τα παρατήσεις τώρα. Τώρα ή κερδίζεις ή χάνεις. Αλλά δε μπορείς να πας πάσσο έτσι απλά.”
Δεν απάντησα. Ο Νικόλας έστρεψε την κάνη προς το μέρος μου. Έμεινα σιωπηλός κι ένιωσα ένα ρίγος να διαπερνά τη σπονδυλική μου στήλη. Σχεδόν βούρκωσα. Ο Νικόλας χαμογέλασε.
“Τι έγινε; Δεν έχεις όρεξη για φιλοσοφίες τώρα;”
Δεν απάντησα. Έκλεισα τα μάτια και περιμένα. Τράβηξε τη σκανδάλη. Τίποτα.
“Σειρά μου και πάλι,” είπε κι έφερε ξανά το πιστόλι στο κεφάλι του.
“Γιατί το κάνεις αυτό;” τον ρώτησα, μα δεν απάντησε, μόνο χαμογέλασε.
Τράβηξε τη σκανδάλη. ΜΠΑΜ!

Έπεσε στο πάτωμα με τα μάτια ανοιχτά. Μια λίμνη αίματος άρχισε να σχηματίζεται γύρω απ’ το κεφάλι του. Πήγα από πάνω και τον κοίταξα. Μετά έτρεξα στην τουαλέτα, ξέρασα και κατούρησα. Γύρισα πάλι στο σαλόνι. Κοίταξα τη γυναίκα στον καναπέ, μετά το Νικόλα στο ξύλινο πάτωμα. Πήγα στην κουζίνα. Βρήκα δυο μπουκάλια κόκκινο κρασί στον πάγκο, και μερικές μπύρες στο ψυγείο. Άρπαξα μια πλαστική σακούλα, τα χωσα όλα μέσα κι έφυγα. 

Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2014

Posters για το "Κάτι Οστά"

Κάτι Οστά: http://theatrodromou.blogspot.gr/2014/12/blog-post.html
Ευχαριστούμε το Βδέλυγμα για τα παρακάτω πόστερς
(δείτε και το νέο κομμάτι με αφορμή το χθεσινό λάιβ στο bums)
https://www.youtube.com/watch?v=g7dkMw-jmqM