Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2015

Love is in the air




Ήταν μια βροχερή τετάρτη σε ένα απ’ τα γνωστά σκυλάδικα των Εξαρχείων. Η γνωστή μιζέρια που μας διακατέχει όλους είχε ανακατευτεί με τη βροχή που ναι μεν έπεφτε στους ώμους μας αλλά τόσο μόνο, ώστε να είναι απλά ενοχλητική χωρίς να μας αναγκάζει να φύγουμε, δημιουργώντας έτσι ένα ακόμα πιο θλιβερό αποτέλεσμα.

«Δε γαμάς» μου είπε ο Μήτσος
«Μα γιατί να τη γαμήσω;» του απάντησα απορρημένος
«Όταν ένα αγοράκι αγαπάει πολύ ένα κοριτσάκι...» ξεκίνησε να μου λέει αναπαράγοντας την κυρίαρχη ετεροκανονικότητα.
«...Της λέει ότι την αγαπάει και της χαιδεύει τα μαλλιά μέχρι να πιούν αρκετά και να γαμηθούν χωρίς αύριο επειδή ήδη θα έχει ξημερώσει;» τον ρώτησα κάνοντας του ταυτόχρονα ματάκια.

Ο Μήτσος αναστέναξε και με χτύπησε στην πλάτη σα να καταννοούσε και να τόνιζε ταυτόχρονα το πόσο καθυστερημένος είμαι ή τέλος πάντων το πόσο με θεωρούσε αυτός.
«Άκου, θα φύγω τώρα, καλά να περάσεις και μην ξεχνάς, αν δεν σου κάτσει μπορείς πάντα να ξανασχοληθείς με την πολιτική, μας λείπεις Φώντα  όλοι σε αγαπάμε» με φίλησε στο μάγουλο αγγίζοντας με τη γλωσσίτσα του τα γένια μου και έφυγε. Στο καλό Μήτσο.

Και έτσι κάθησα μόνος μου στην είσοδο του σκυλάδικου μετρώντας τις στάλες της βροχής αφού δεν είχα πολύ μπαταρία για candy crush μέχρι να ‘ρθει το κορίτσι. Τώρα βέβαια πρέπει να σας πω λίγα πράγματα για αυτήν.  Βγαίνει σε σκυλάδικα αλλά κατά βάση είναι χιψτερού σε αντίθεση με μένα που βγαίνω σε σκυλάδικα αλλά είμαι εντεχνιάρης. Της αρέσουν οι μαλακίες που γράφω και μου αρέσουν οι μαλακίες που λέει. Λέει αρκετές και είναι πάντα οι ίδιες, αλλά μέσα από τον καταιγισμο  των ηλιθιοτήτων που ξερνάει για τη φωτογραφία και το θέατρο μπορεί κανείς να διακρίνει μια μικρή σταδιακή βελτίωση στην πολιτική και πολιτισμική της συνείδηση. Κοινώς τη λατρεύω γιατί είμαστε διαφορετικοί, αυτή βελτιώνεται, εγώ έχω πάρει κατηφορικά τη ζωή με ένα ποδηλάτο με τρυπημένο λάστιχο. Τα ετερόνυμα έλκονται και λοιπές μαλακίες.

Όμως να ρε φίλε,τούτες τις γαμημένες ώρες που θέλεις να κάνεις την πιο σκληρή αυτοκριτική στον εαυτό  σου για το πόσο σεξιστικό είναι να απολαμβάνεις που έχεις καταλάβει ένα δυο πράγματα παραπάνω για τη ζωή σε σχέση με την wannabe(από σένα) σύντροφο σου, χάνεις στο candy crush, και σα να μην έφτανε αυτό, έρχεται επιτέλους εκείνη και σου αποδεικνύει οτί σκατά ξέρεις και σκατά θα τρως γενικά μια ζωή.

«Τι κάνεις;» τη ρωτάω όσο πιο χαλαρά μπορώ ενώ μια φωνούλα μου σφυροκοπάει τον εγκέφαλο με οδηγίες «ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΝΟΡΜΑΛ ΑΠΟΨΕ, ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΗΝ ΠΕΙΣΕΙΣ ΟΤΙ ΕΙΣΑΙ ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ». Αναστενάζω. Είναι πολύ αργά. Με διαβάζει και έχουμε μιλήσει, ξέρει τη φάση μου και εγώ τη δική της, δεν υπάρχει χωροχρόνος για κανονικότητες εδωπέρα, μόνο διάστημα για να γλείψουμε μαζί όσες λέξεις παρερμηνεύτηκαν. Μέχρι την τελική εξάλειψη της ίδιας της γλώσσας φυσικά.

«Καλά είμαι Ξενοφώντα, εσύ;»
«Μια χαρούλα, έπιασα δουλειά σε δικηγορικό γραφείο»
«ΟΑΟΥ!» (Θα ήθελε μια τέτοια δουλειά, δεν αμφιβάλλω) φωνάζει τραβώντας με κι απ τα δυο χέρια προκαλώντας μου ένα μικρό καρδιακό. «Αλήθειααααα;»
«Όχι προφανώς» της απαντάω «Αλλά αφού επιμένεις να με φωνάζεις με αυτό το απαίσιο όνομα τέτοιες μαλακίες θα σου λέω»
«Είσαι βλάκας»
«Όχι εσύ είσαι»
Να τη φιλήσω, να μη τη φιλήσω σκέφτομαι

Τελικά δε το κάνω, είχε κάποια δίκια ο Μήτσος. Στο μεταξύ, η μουσική που παίζει το σκυλάδικο έχει χαμηλώσει πολύ, απίστευτη ησυχία για τα Εξάρχεια, μα που πήγαν όλοι; Θα μου άρεσε να πιστέψω ότι πρόκειται για κάποια σιωπηλή ενθάρρυνση από το «ευρύτερο κίνημα» να το προχωρήσω με την κοπέλα αλλά εχω από καιρό εγκαταλείψει τις όποιες ελπίδες ενθάρρυνσης για οτιδήποτε από οποιονδήποτε. Το εργατικό κίνημα ή θα είναι λούμπεν ή δε θα υπάρξει. Η ηθική είναι ο καλύτερος υλισμός. Ο μαρξισμός είναι ενδοκινηματικό παλούκι περιφρούρισης.

Πίσω στα δικά μας όμως. Δεν τσουλάει το πράγμα με τίποτα λέμε. Λεφτά για αλκοόλ δεν υπάρχουν. Όχι ότι θέλω να τη μεθύσω (ούτε θεωρώ όμως ότι το να είναι κάποιος νηφάλιος όταν μου μιλάει είναι υπέρ μου), μάλλον θα με πιάσει πρώτο έτσι κι αλλιώς. Όποιος το κόβει για πολλούς μήνες την πληρώνει κάτι τέτοια βράδια πολύ ακριβά. Να θες να μείνεις σε μια κατάσταση μεταξύ του κάνω κεφάλι και του γίνομαι λιώμα  παρέα με έναν γαμημένο άνθρωπο που κάπως σκατά ένιωσες δυο πράγματα παραπάνω και να σε απασχολούν κατί ηλίθιες χημικές αντιδράσεις που μπορούν να αποτυπωθούν με μαθηματικά. Καλά. Άμα ήταν άλλη περίσταση θα κρατάγα τους μαθητικούς τύπους σε χαρτί υγείας για να σκουπίσω τον εμετό απ’ το αλκοόλ κι απ την αηδία για τη λάθος καταννόηση του έρωτα. Ω καλά πάλι παρασύρθηκα. Και επιπλέον δεν έχω μάθει να ανοίγω τις μπύρες με αναπτήρα.

Η ώρα περνάει, έχουμε πει τα πάντα και όπως γινεται συνήθως σε κάτι τέτοια δεν έχουμε πει τίποτα. Ναι εντάξει αναλύσαμε την ιστορία της θρησκείας και πόσο κακό κάνει στον άνθρωπο. Εγώ μεθαύριο θα ξαναβρεθώ με λίγο ή περισσότερο βαριά καρδιά στα ίδια πολιτικά υπόγεια(άντε ισόγεια) που είμαι ταγμένος και αυτή θα πάει να κάνει καριέρα, τι σκατά το θέλαμε το μπλα-μπλα δηλαδή; Πάλι καλά που μου έχει υποσχεθεί η γλυκιά μου πώς άμα γίνει «Τίποτα» θα με κρύψει. Μου αρέσει ο χαρακτηρισμός του «Κάτι» ως «Τίποτα». Ξέρεις, αφήνει μετέωρα τα πράγματα, μπλέκει τα αντιμαχώμενα στρατόπεδα και συσκοτίζει την περιπλοκότητα του πράγματος. Συνήθως όταν λέει κάτι τέτοια απαντάω ξανά «Άμα γίνει τίποτα... και προσπαθώ μετά να το πιστέψω. Τέλος λέω ναι για να με αφήσει να μένω σπίτι της.
Anyway αφού τα κατάφερα και ζαλίστηκα απ’ το κρασί δεν έχει νόημα να το κρύβουμε άλλο.
«Κοίτα να δεις...» της λεω ενω τη φέρνω πιο κοντά μου
«Πες μου» μου λέει και αυτή θερμά και έτσι κάπως αναπτερώνομαι
«Σε γουστάρω εδώ και αρκετές δεκάδες ώρες ώστε να είναι σοβαρό, έλα να πάμε ένα ταξίδι μαζί»
«Που;» (υπερβολικά καλή αντίδραση)
«Κάπου που να γίνεται πόλεμος»
«Μην είσαι μαλάκας, τόσο ωραία το άρχισες»
«Καλά, καλά, πάμε έστω σε γειτονική χώρα από εκεί που θα γίνεται πόλεμος»
«Γλυκούληηηη» μου λέει και έτσι επισφραγίζεται η συμφωνία.

«Ω θεέ μου» σκέφτομαι ξεχνώντας για πολλοστή φορά στο διήγημα ότι είμαι υλιστής. «Ήρθε η μεγάλη στιγμή» και σκύβω να τη φίλησω, σκύβει και αυτή.

<3

«ΓΑΜΩ ΤΟ ΧΡΙΣΤΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΟΥ»
«Τι έγινε Φώντα;» (το ξενοφώντας που πήγε;)
«Ρε απλά...» «Δε θες να με φιλήσεις;»
«Ε θέλω απλά...»
«Δε σ’αρεσω!»
«Η συζήτηση θα χαωθεί αν την αφήσω να φτιάξει τα δικά της σενάρια» σκέφτομαι. Πρέπει να της πω όλη την αλήθεια.
«Κοίτα, το ξέρεις ότι δεν είμαι ο πλέον φυσιολογικός άνθρωπος στον κόσμο»
«Ναι...»
«Επίσης ξέρεις ότι η έννοια της κανονικότητας είναι κατασκευασμένη από άλλους.»
«...»
«Αυτό που θέλω να πω είναι το εξής, εσύ μπορεί να με θεωρείς λίγο ότι να 'ναι αλλά let’s face it, αν γίνει κάτι με εμάς θα ναι κάτι...ξέρεις...»
«Σοβαρό;»
«Ναι...και τα σοβαρά πράγματα επιβάλλουν μια ειλικρίνεια»
«Και να μην με κερατώνεις»

Αναστέναξα. Το νόημα ήταν αλλού.

«Κοίτα γλυκιά μου, δε θα σου κρύψω τίποτα, θέλω πάρα πολύ να πάμε ταξίδι αλλά το τελευταίο διάστημα φιλοξενώ ένα φίλο μου που δεν είναι και πολύ καλά ψυχολογικά και έπρεπε να πάρει λίγες μέρες άδεια απ’ τη δουλειά του, δεν μπορώ να τον αφήσω γιατί θα κάνει τίποτα κουλό»
«Δηλαδή, εγώ θα παρατήσω τα πάντα για σένα και εσύ θα φιλοξενείς ένα ψυχάκι;»
«Όχι μωρό μου, δεν είναι ψυχάκι περνάει απλά μια δύσκολη φάση όπως κάθε νεαρός προλετάριος εκεί έξω, αν δεν του παρέχουμε αγάπη, φαί, λεφτά και τις απαραίτητες χημείες, τότε είναι που θα τρελαθεί»
«Δηλαδή πιο απλά, θες να μείνεις με έναν τρελό σπίτι σου, να πίνετε χόρτο, να βλέπετε hentai να διαβάζετε κανά ποιήμα για ξεκάρφωμα και εγώ να έρχομαι μόνο για καναν πούτσο ε; Πάλι καλά που δε μου ζήτησες τρίο»
«Ο ομαδικός έρωτας δε σημαίνει απουσία συναισθήματος...»
«ΦΩΝΤΑ»
«Απλά μη με πιέζεις, ξέρεις ότι σε αγαπάω και ήθελα πολύ καιρό να είμαστε μαζί, αλλά δεν μπορώ να μην φροντίσω για λίγες μέρες έναν φίλο μου που έχει την ανάγκη μου, θα νιώσει ότι δεν έχει τίποτα στον κόσμο αν δεν μείνει κάποιος μαζί του, κάνε υπομονή λίγο καιρό και θα πάμε το ταξίδι που σου υποσχέθηκα.»
«Ναι ρε....μ’αγαπάς πολύ»
«Μα ναι...»
«Οχί»
«Ναι σου λέω»
«Καλά, δε με νοιάζει, καλή τύχη με τα ψυχολογικά σας, την έκανα»
Μου είπε και με παράτησε στη μέση του σκυλάδικου που σιγά σιγά άρχισε να γεμίζει κόσμο. Τέτοια ώρα όλα γεμίζουν κόσμο στα Eξάρχεια.

Δεν έφταιγε αυτή, όχι, το φταίξιμο αυτή τη φορά ήταν ξεκάθαρα δικό μου. Που έχω πάει τη ζωή μου; Γιατί κάνω ηλιθιότητες; Γιατί δέχτηκα να φιλοξενίσω τον μισότρελο φίλο μου; Θα κόψω τα ναρκωτικά και θα αρχίσω ποδήλατο. Θα φύγω απ’ την Αθήνα. Μπορεί να έχασα τον έρωτα μου αλλά θα ξαναρχίσω απ’την αρχή. Και για αρχή θα αδειάσω το σπίτι μου.

Σχημάτισα τον αριθμό του φίλου μου στο κινητό και νευριασμένος πάτησα το πράσινο κουμπάκι.

«ΦΩΝΤΑ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΜΕ ΠΗΡΕΣ, ΜΟΛΙΣ ΣΚΕΦΤΗΚΑ ΚΑΤΙ ΣΠΟΥΔΑΙΟ ΓΙΑ ΝΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΚΑΙ ΟΙ ΔΥΟ ΔΙΑΣΗΜΟΙ»
Πήρα μια βαθιά ανάσα και απάντησα:
«ΑΚΟΥ ΝΑ ΔΕΙΣ ΓΑΜΗΜΕΝΕ, ΞΕΡΕΙΣ ΤΙ ΕΧΑΣΑ ΕΞΑΙΤΙΑΣ ΣΟΥ; Ε; ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΡΕ. ΛΟΙΠΟΝ ΜΑΛΑΚΙΣΜΕΝΟ, ΠΑΡΕ ΤΗΝ ΙΔΕΑ ΣΟΥ ΚΑΙ ΒΑΛΤΗΝ ΣΤΟΝ ΚΩΛΟ ΣΟΥ ΓΙΑ ΝΑ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΘΕΙ ΜΙΑ ΩΡΑ ΑΡΧΙΤΕΡΑ, ΚΑΙ ΜΗ ΜΕ ΥΠΟΛΟΓΙΖΕΙΣ. ΝΑ ΕΧΕΙΣ ΞΕΚΟΥΜΠΙΣΤΕΙ ΑΠ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΕΡΘΩ»
και το έκλεισα.

Όταν γύρισα σπίτι ο φίλος μου είχε κιόλας φύγει. Ένα σημείωμα που μου άφησε έλεγε λιτά και απλά πώς με ευχαριστεί που ήμουν ξεκάθαρος και απλά θα επιστρέψει στην δουλειά του, είχε πολύ δουλειά όπως μου έγραφε.

Λίγες μέρες μετά το αεροπλάνο στο οποίο ήταν πιλότος δεν έφτασε ποτέ στον προορισμό του. Οι φήμες που λένε ότι το έριξε αυτός εξετάζονται.
Όσο για μένα ακόμα τη σκέφτομαι. Και οι αγγλομαθείς φίλοι μου που γνωρίζουν τι περνάω μου κάνουν πατ-πατ στον ώμο και με φιλάνε
«Λαβ ιζ ιν δι έαρ» λένε χαμογελώντας.

Εγώ όμως ξέρω πώς η αγάπη και το D-AIPX της Germanwings Flight 9525 δεν θα είναι ποτέ ξανα στον αέρα.

Σάββατο, 21 Μαρτίου 2015

Εμείς




Γεννηθήκαμε από το κόλπο του διαβόλου
είμαστε οι κόρες της παράνοιας
τα βαθιά μες το χώμα κέρατα του
είναι οι ρίζες μας.
Το τσόφλι μας έσπασε σε μια  αδέξια κίνηση
από τη μηχανή τυποποίησης
όλοι άκουσαν το νωπό ουρλιαχτό μας
έως τώρα περπατάμε στη γη διδάσκοντας την αισθητική μας
δεν γνωρίζουμε ποιο είναι το νόημα της ύπαρξης μας
μα το ακολουθούμε πιστά.
Χρησιμοποιούμε μηχανές αναζήτησης
ανοίγοντας τα σπλάχνα ζιπαρισμενων αρχείων
για να συνθέσουμε την εικόνα του
χαρίσαμε τον εαυτό μας στην ιστορία
καλπάζοντας σε ένα μαύρο σύννεφο
τυλιγμένο γύρο μας  από γεννησιμιού
ως που να συμφιλιωθούμε μαζί του
μας κατάπινε αφήνοντας μας να βράσουμε στο ζουμί μας.
Η σύγχρονη επιστήμη το ονομάζει κατάθλιψη, ψυχασθένεια
παρεκκλίνουσα συμπεριφορά, αντικοινωνικές τάσεις
υπάρχουν φορές που στέκομαι γυμνός στο καθρέπτη
και λέω, μαλάκα μου πάει

Πέμπτη, 5 Μαρτίου 2015

Το Εφέ της Πεταλούδας


 Εξπεριμένταλ στιγμές
Σε ποίηση με άσπρο φόντο.
Σανγκάι, έτος 2015.
Εργοστάσιο παραγωγής ζαχαρωτών
Και καραμέλων.
Ο Λιού είναι 27 χρονών
Κι έχει κλείσει ήδη 11 χρόνια
Στην ίδια λωρίδα.
Ο Λιού έχει μπερδευτεί
Και καταλάθος
Τυλίγει μέσα στα γυαλιστερά περιτυλίγματα
Τα ψυχοφαρμακά του -
Έχουν εξάλλου το ίδιο χρώμα.
Οι καραμέλες εξάγονται
Στη Μασσαλιά της Γαλλίας,
Και τις αγοράζουν νεαροί Μαροκινοί,
Για να τις πουλήσουν σε λευκά αγόρια
Με μπλε μάτια
Σα χασίς.
Ο Αμπντούλ δεν είναι λευκό αγόρι
Με μπλε μάτια,
Είναι μετανάστης από την Αλγερία,
Κι ενώ ξέρει τι παίζει με την τσοκολάτα,
Έχει χαρμανιάσει τόσο,
Που πίνει και τις καραμέλες.
Ο Αμπντούλ τρώει τη φρίκη της ζωής του,
Φοράει στο κεφάλι μια μαντίλα,
Και πάει να οργανωθεί με τους τζιχαντιστές.
Οι τζιχαντιστές την πέφτουνε
Σε νεαρό Γάλλο πολίτη,
Με την ονομασία Φρανσουά,
Ο οποίος τυχαίνει να παίρνει τα ίδια ψυχοφάρμακα
Που παίρνει και ο Λιού,
Μα πλέον αυτό δεν έχει σημασία,
Μιας και τα μυαλά του τώρα έχουνε διασκορπιστεί
Κατα μήκος των Ηλύσιων Πεδίων.
Πανικός στο Παρίσι.
Ο πρωθυπουργός βγαίνει γυμνός απ’ τη μπανιέρα του
Και αναγγέλει στρατιωτική επέμβαση
Στη Μέση Ανατολή
Και, επί τη ευκαιρία,
Και στη Βόρεια Κορέα.
Ο Αμπντούλ ανατινάζεται
Από νατοϊκή μπόμπα
Που του σκάει στο κεφάλι.
Ο Λιού πάει για πρώτη φορά στη ζωή του διακοπές
Στην Πιονγιάνγκ
Και βουτάει στο κενό
Απ’ τον τρίτο όροφο του δυάστερου ξενοδοχείου του,
Σπάει πέντε-έξι σπόνδυλους
Και μένει φυτό για πάντα.
Ο πρωθυπουργός τρώει συνέχεια καραμέλες,
Και συνέχεια παχαίνει,
Και, κάποια στιγμή,
Για κάποιον λόγο που κανένας δε μπορεί να εξηγήσει,
Σαλτάρει εντελώς,
Και νομίζει πως είναι εφ-δεκάξι
Και φωνάζοντας ‘πιου-πιου’ και ‘μπουμ-μπουμ’
Πέφτει από την κορυφή
Του πύργου Άιφελ.
Ευτυχώς από κάτω πυροσβέστες περιμένουνε
Με δίχτυ ασφαλείας,
Τον αρπάζουνε,
Τον δένουνε,
Και τον κλείνουν στο ψυχιατρείο.