Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποιηματάκια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποιηματάκια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 9 Απριλίου 2017

Αμερική



1.
Λεωφόρος με τέσσερις λωρίδες
και στην άκρη δεξιά μια στάμπα σάλτσας μπάρμπεκιου
απ' το απέναντι φαστ-φουντ.
Ένα δολάριο και δεκαοχτώ σεντς,
κομματάκια από μυαλό χυμένα εδώ κι εκεί στην άσφαλτο
και γύρω γύρω οι μπάτσοι
κι ένα σταματημένο SUV με τον οδηγό δεμένο
να ξερνάει από αλκοόλ και αηδία·
εμετός φτιαγμένος από κόλα και ουίσκι
και άνοστα νουντλς από βιετναμέζικο.
Λεωφορείο Greyhound στον Ι 90
με προορισμό την Τσαϊνατάουν της Νέας Υόρκης,
κι ένα φτηνό, συνοικιακό μπαράκι
για δυο σφηνάκια τζιν,
μια παγωμένη λάγκερ
και δυο κλεφτές ματιές στην κοριτσοπαρέα
που γελάει δυνατά στο γωνιακό τραπέζι.
Ο μπάρμαν με κοιτά και με κερνά άλλο ένα,
κι έπειτα επιβάλλεται και τον κερνώ κι εγώ.
Στο σταθμό ένας μαύρος ζητιανεύει
κι ένας άλλος τσακώνεται με τον γκρι τοίχο.
Δυο δολάρια να σου πω την ιστορία μου.
Είμαι ο Μάλκολμ Χ, ο Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ,
η Ρόζα Πάρκερ, ο Χιούι Νιούτον,
ο γιός των σκλάβων, ο απόγονος των συλλεκτών καλαμποκιού,
αυτός που μάτωσε τα ούλα του και τις γροθιές του,
που έφαγε ξύλο από ένστολους λευκούς,
που του ρίξαν στην καρδιά με μολυβένια βόλια,
που τον έστειλαν να βομβαρδίσει ξένους κόσμους
και που τον βάλαν φυλακή επειδή έκλεψε να φάει.
Είμαι αυτός που κρέμασαν πάνω σε μια βελανιδιά
κάποιοι που τα πρόσωπα τους κρύβονταν
μέσα σε κάτασπρες και μυτερές κουκούλες
και που στις φυτείες της Λουιζιάνα και της Νότιας Καρολίνας
μάτωσε τα χέρια του στ' άγρια αγκάθια
που βγαίναν μέσα απ' τα μπαμπάκια
και που στο Λος Άντζελες όρμηξε σα μανιακός
για να τους κάψει όλους
κι είδε τ' αδέρφια του να πέφτουνε στο δρόμο
πληγωμένα από πυρά δαιμόνων δίχως φάτσες
και που ύψωσε την γεμάτη αίματα μπουνιά του
στον κατάμαυρο ουρανό της νύχτας
για να διώξει τα φαντάσματα της μέρας
και γύρω του οι καπνοί πνίγαν τους ουρανοξύστες
και τα ήσυχα, ξύλινα σπίτια των ανιαρών προαστίων.
Κι είμαι αυτός που παιζε το σαξόφωνο
στη Νέα Ορλεάνη και το Μπάτον Ρουζ
κι ο κόσμος χειροκρόταγε και χόρευε σε τζaζι μελωδίες,
αυτός που δε σηκώθηκε απ' τη θέση του στο λεωφορείο,
και που πλήρωσε για κάθε του έγκλημα με την ίδια του τη σάρκα
και τα κόκαλα,
αυτός που δεν πλήρωσε τις αμαρτίες του πατέρα του,
μα τις αμαρτίες του ιδιοκτήτη του,
αυτός που βρίσαν και περιγελάσανε
και που έπρεπε να τρέχει σα θεριό της ζούγκλας
για να μην προλάβουν να τον ρίξουν κάτω,
που τρεφόταν για αιώνες με φασόλια και μπαγιάτικο ψωμί,
που στην πλάτη του είχε κόκκινες ουλές απ' το μαστίγιο του αφέντη,
και που είδε με μάτια πρησμένα και ανήμπορα
- τα ίδια μάτια που κοίταξαν μέσα στην κάνη του ριβόλβερ -
να πουλάνε τις ίδιες του τις κόρες για μια χούφτα δολάρια
στα μπουρδέλα της Νεβάδα και της Αριζόνας,
να χτυπάνε με μένος τα αποστεωμένα μάγουλα τους
οι νταβάδες με τα καουμπόικα καπέλα
και τις μπότες από δέρμα αλιγάτορα και κροταλία.
Είμαι αυτός που του δώσαν ξιφολόγχη στον εμφύλιο
μα δεν τον μάθανε να τραβά σκανδάλη
και που τον ονόμασαν κτήνος και άγριο
επειδή έσκισε τα κορμιά των στρατιωτών με τα ίδια του τα νύχια.
Είμαι αυτός που γεννήθηκε από τις στάχτες των νεκρών
κι απ' την τέφρα του πολέμου και του μίσους,
αυτούς που αρνήθηκε να στραφεί κατά των αδερφών του,
μα στάθηκε πάντα όρθιος στο πλευρό τους,
κι αυτός που έσπειρε τη σοδειά του σε χωράφια που ανήκαν σε ληστές
και καταπατητές των ξένων κόσμων.
Είμαι αυτός ο κατά τρία πέμπτα άνθρωπος
και κατά δυο πέμπτα ζώο,
αυτός ο νέγρος,
αυτός που αγωνίστηκε μέχρι το τέλος
και ηττήθηκε περήφανος κι ελεύθερος
κι έμεινε το πτώμα του εκεί, στο χώμα, για να θυμίζει σ' όλους
τη φρίκη και τον τρόμο που τανε η μάνα κι ο πατέρας
αυτής της διαολεμένης γης μας.

2.
Ακούγεται απ' έξω το κουδούνισμα ενός παγωτατζή.
Απ' το Νορθ Στέισον το σφύριγμα των τραίνων,
απ' το Φένγουεϊ Παρκ οι ιαχές των οπαδών,
απ' το Κούινσι Μάρκετ τα βήματα των καταναλωτών,
κι απ' τα μπαρς του Όλστον τα ουρλιαχτά των μεθυσμένων φοιτητών.
Ένα τσίζμπεργκερ κι ένα αναψυκτικό,
ένα κομμάτι πίτσα με τυρί με των ενάμισι,
ένας πλανώδιος μουσικός με μια ξεκούρδιστη κιθάρα
που παίζει φάλτσα μπλουζ,
δυο κονσέρβες τόνου κι ένα τυποποιημένο σάντουιτς
απ' τα Seven and Eleven.
Οι ράγες έχουν καλυφθεί από την παγωμένη πάχνη της αυγής.
Στη λιμνούλα και στον Τσάρλς γόπες από βιομηχανικά τσιγάρα
και χάρτινες σακούλες απ' τις κάβες
που κάποτε είχαν μέσα τους μπουκάλια με φτηνό, λευκό κρασί.
Οι καθεδρικοί γεμάτοι κάθε Κυριακή με τους πιστούς
να ψέλνουν ύμνους σε ρυθμούς της γκόσπελ.
Φορτηγά σερβίρουν τάκος και μπουρίτος
έξω απ' την εβραϊκή συναγωγή
κι οι Μεξικάνοι λαντζέρηδες απ' τα ακριβά εστιατόρια
σταματάνε να τσιμπήσουν πριν γυρίσουνε στη φτωχογειτονιά,
για να πλύνουν τα παιδιά τους και να τα βάλουνε για ύπνο,
και τα χέρια τους μυρίζουνε σαπούνι και αστακό,
κι οι ποδιές τους είναι βρώμικες από κέτσαπ και από λάδια.
Στα κόκκινα τούβλα των βικτωριανών κτιρίων
κάποιος έχει γράψει τ' όνομα του μ' ένα μαρκαδόρο,
και στα προαύλια των νεογοτθικών ναών
πιτσιρικάδες κάνουν κόλπα με τα σκέητμπορντς
κι ένας άντρας με παλιά φεντόρα Στέτσον
και μαύρη καμπαρντίνα μάλλινη, ξεθωριασμένη
περπατάει βιαστικά και μουρμουρίζει ένα τραγούδι κάουντρι
και το τσιγάρο στο χέρι του καίει χωρίς να το καπνίζει.
Ένας ζωγράφος στην πλατεία του Χάρβαρντ
ρίχνει με σπρέι κόκκινο επάνω στον καμβά της αστερόεσσας
και τριγύρω χαζεύει μια παρέα νεανική με γυαλιά χοντρά, κοκάλινα,
πετά στο πλαστικό ποτήρι του δυο κουόρτερς
κι έπειτα συνεχίζει τη βόλτα της στο μαγαζί με το ταμπάκο
και στο βιβλιοπωλείο.
Οι ταξιτζήδες πιάνουν την κουβέντα έξω απ' το Προυντένσιαλ,
και οι περαστικοί στο Κόμμον δένουν τα κασκόλ τους στο λαιμό γερά
γιατί έχει αρχίσει και χιονίζει
κι όλα τα δέντρα γέρνουνε λοξά και μελαγχολικά
για ν' αποφύγουν την οργή του αέρα.
Στην Πανεπιστημιούπολη τζιβάνες
κι απ' τα κλειστά παράθυρα των εστιών
ακούγονται συρτά
ηλεκτρικές κιθάρες ροκ και μπιτς χιπχοπ λατίνων,
κι ο ήχος από τσίγκινα κουτάκια μπύρας που τσουγκρίζουν,
κι από τον δρόμο το τρίξιμο απ' τα λάστιχα του τελευταίου λεωφορείου
που πάει στην πλατεία της Κένμορ,
όπου κάτω απ' τα φώτα μιας αρχέγονης ταμπέλας βενζινάδικου
ένας άστεγος κοιμάται σε χαρτόνι,
εκεί ακριβώς που κάποτε κοιμόταν ένας άλλος άστεγος
που πλέον δεν υπάρχει.
Στην Κόπλεϊ έχουν βγει τα τεθωρακισμένα
κι έχει κλείσει τους δρόμους ο στρατός
κι οι μπάτσοι μου ζητάνε διαβατήριο για να με αφήσουν να περάσω,
και τέλος,
οι γλάροι από τον Ωκεανό
που πετούν και κρώζουνε ψηλά,
πέρα απ' τα φανάρια αυτής της πόλης,
και κουτσουλάνε τα πανάκριβα μπουφάν
των υπέροχων, κατάξανθων και κάτασπρων, γλυκών υπάρξεων
με τα ψηλά τακούνια τους και τις κοντές τους φούστες,
με τα γαλατένια μπούτια τους και τα σιέλ τους μάτια.

Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2017

Love under the date tree


Ξέστηθη εμφανίστηκε η αλήθεια εμπρός
Πριν να προλάβεις να μυρίσεις τον ιδρώτα από τον κόρφο της
Σου λέει <<θα φύγω>>
Κι αφήνει μιαν άλλη στο πλευρό σου
Κι έτσι εμφανίστηκε η φαντασία
απρόσκλητη όπως πάντα
που τρώει τη σάρκα
και τονίζει τα ζυγωματικά
και δέχεσαι αγόγγυστα τα κτήνη
Μήτε φάρμακα-βότανα-ελέη
περιμαζωμένα απ’ τη γης
δεν την ανακερώνουν
Ασώπαστα δαιμόνια πειθήνια στο πλευρό της
στέλνουνε τα φυρμάνια
Με βέλη τα σφηνώνουνε σ ‘αλώβητα κεφάλια
Στις πολύβουες πολιτείες
καταμεσής του κόσμου
σε μεταφέρει νοητά
στην γαλήνη των ορέων
Αρχέγονοι ποιμένες ζωσμένοι φυσεκλίκια
με μαλώνουν που δεν έμαθα
πως λένε το ένα και το άλλο λουλούδι
Τρέχοντας πίσω από αίχνη με σταμναγγάθια στο βουργιάλι
δεν θα μάθεις ποτέ αν οδηγείς το κοπάδι
ή αυτό σέρνει εσένα
Για μια στιγμή λυπήθηκα την κυρά Φαντασία
Κανείς δε μολογάει τις στιγμές που τον κυρίευσε
Στόματα κλειστά ανοίγουνε μυαλά
Ξετρυπώνουν οι φαντασιώσεις του καθενός
συζητώντας τα ενδόμυχα αμαρτήματα του νου
Αυτά που δίνουν ένα πιάτο φαί άλλωστε
στους θεραπευτές με τα ρετρό γραφεία
Πόσες φορές δε λογίστηκε το ανάλαφρο βάδισμα της
στους τόσους εικονικούς διαλόγους
Όρμησε χωρίς να το συνηθίζει
Να αρπάξει τα προτάγματα της ζωής
μα το κουδούνι διέκοψε βίαια τα πλάνα του
Ήρθανε για τα κοινόχρηστα 
πάλι








Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2017

Η υγεία περνάει απ' την τουαλέτα σου

Πτώωωωωματα/γυρνάνε στους δρόμους χαμογελαστά
Περιττώματα/ περσινά σταφύλια γλυκά
Ονόματα/ ιστορία παλιά, κάθε φέτος σκατά
Κονδυλώματα/ κάθε σπίτι και δράμα, σεντόνια λερά

ράφια ανιαρά, ξεστηλωμένα, θετά/ Δόντια λευκά
συρτάρια γεμάτα ρουτινιασμένη καρδιά/ Μητέρα, λεφτά
φτάνει πια, όχι άλλα μαλλιά/ Δέκα ευρώ ουρλιαχτά
τόση ζέστη ποιος ν’ αντέξει συχνά/ Καινούργια Χρονιά!

Καλή χρονιά!/ τα χέρια χαϊδεύουν χέρια/ Υγεία!
Καλή πρόοδο!/ τα χέρια χαϊδεύουν αυτιά/ Υγεία!
Καλά κρασά!/ τα χέρια χαϊδεύουν βυζιά/ Υγεία!
Καλά στέφανα!/ τα χέρια χαϊδεύουν μυαλά/ Υγεια!

Παϊδάκια ζεστά/ δυσκοιλιότητα / Σφιχτά σωθικά
Παιδάκια γλυκά/ διάρροια/ Στα βάσανα ‘πο μικρά
Παϊδάκια γλυκά/ διάρροια/ Όχι γκουρμέ στα χωριά
Παιδάκια ζεστά/ δυσκοιλιότητα / Που να ‘ξηγω βασικά

Χριστούγεννα/ Χιόνια/ Ποτέ/ Κυριλέ / Βία/ Συνήθεια
Λεφτά/ Κηδείες/ Πτώματα/ Ζόμπι
Περιττώματα/Ζόμπι/Ακράτεια/ Ζόμπι μ’ ακράτεια
Ιδρώτας/ Γέλια/ Ψευτιά/ Κινητά/ Βογκητά /Μεράκια πολλά
Αχαααμ/Παιδιά/ Νεκρά/ Σχολεία/ Κλειστά/Νεκροταφία/ Ανοιχτά
ΟΛΑ ΚΑΛΑΑΑΑΑ;;;;;;;;;;;;;
Λέπρα/Τέφρα/ Νεύρα/ Γυναικάααααααααα!

ΚΑΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΝΑ ‘ΜΑΣΤΕ ΚΑΛΑ!

Πέμπτη 24 Νοεμβρίου 2016

Κάτι που γραψα για σένα

Σε σκέφτομαι κι απόψε.
Είναι κι αυτή άλλη μια από κείνες τις βραδιές
Που σκίζω τις σάρκες με τα νύχια μου
Και βουτάω το απλωμένο χέρι μέσα στην ψυχή μου
Να σύρω πάνω όλα αυτά που άθελα μου έθαψα,
Αυτά που πλάκωσα και έκρυψα μέσα στην ίδια την άβυσσο μου,
Αυτά που δεν τόλμησα να τα φωνάξω,
Αυτά που φοβήθηκα να τα παραδεχτώ,
Μα κι αυτά που πάντα ζούσαν μέσα μου,
Και που σαν παράσιτα με σιγοτρώγαν.
Εντάξει, δεν ήταν όλα τόσο άσχημα, το ξέρω,
Απλά έμαθα να τρέφομαι με την υπερβολή,
Να τη δέχομαι σα βασική μου ανάγκη,
Και μ’ αυτήν πάντα να προχωράω,
Μόνος μου, ή,
Καλύτερα, μαζί σου.
Και μαζί σου θέλω τόσο να μαι - ας μην το ξεστόμισα ποτέ -
Να με χαϊδεύεις απαλά,
Να με βάζεις στο πιο γλυκό μου παραμύθι,
Να μου σιγοψιθυρίζεις τραγουδάκια μες στο αυτί,
Να κρατάς το χέρι μου, να κρατάω το δικό σου,
Να ταξιδεύουμε σε μέρη άγνωστα,
Κι όμως τόσο όμορφα και οικεία,
Μέρη που λες και τα περπάτησα μικρός, πιτσιρικάς ακόμα,
Και με τα χρόνια η μνήμη μου τα έσβησε.
Μαζί σου,
Να νιώθω πως αντέχω,
Πως με καταλαβαίνεις,
Πως είσαι εδώ για μένα μόνο,
Εδώ, στις άγρυπνες νύχτες μέχρι ν’ ανατείλει ο ήλιος το πρωί,
Εδώ, να μου δίνεις ανάσα για να ζήσω,
Πνοή να σηκωθώ.
Ο κόσμος μπορεί να γίνει θλιβερός, το ξέρεις.
Μαζί σου δε με νοιάζει.
Μαθαίνω, όπως νομίζω μαθαίνεις και εσύ.
Μαθαίνουμε.
Στη Βοημία των αδύναμων κορμιών μας,
Και των μυαλών μας που ουρλιάζουνε,
Γυρνάμε σαν πλανώμενοι, σα μαθητές,
Σα σκυλιά αδέσποτα και πεινασμένα,
Σαν αρχαίοι και έκπτωτοι θεοί,
Που σιγά σιγά καταλαβαίνουνε
Πως δε γνωρίζαν καν την ίδια την ψυχή τους.
Και μάθαμε.
Στους άδειους δρόμους που διασχίσαμε,
Και στις πλατείες που ταν γεμάτες κόσμο,
Μάθαμε τουλάχιστον
Να νιώθουμε όμορφα με τους ασήμαντους εαυτούς μας,
Να παλεύουμε κόντρα σε όλα τα προγνωστικά,
Να παίρνουμε τη ζέστη από την αγκαλιά του τέρατος,
Κι ας ξέρουμε ότι στο τέλος θα μας πνίξει.
Γιατί, αντίθετα μ’ όλους τους άλλους,
Εμείς δε φοβηθήκαμε ούτε την αποτυχία,
Ούτε και την καταστροφή.
Εμείς σχεδόν τις κυνηγήσαμε,
Τις ψάχναμε μες στα σκοτάδια απελπισμένα,
Κι ενώ πείθαμε ο ένας τον άλλον πως το κάναμε για λόγους ακαδημαϊκούς,
Δήθεν για να τις μελετήσουμε, να δούμε τη μορφή τους,
Ξέραμε κι οι δυο πως δε λέμε την αλήθεια.

Μια μέρα οι φίλοι μας θα μας ξεχάσουνε.
Μια μέρα θα μείνουμε κι οι δυο μόνοι,
Να κοιτάμε αδιάφορα περαστικούς που περπατούν,
Να τους σχολιάζουμε για να σκοτώσουμε ώρα.
Φοβάμαι - το ξέρω, δεν το δείχνω.
Ακόμα κι οι σκιές απ’ τους καπνούς με κάνουν να τρομάζω.
Δεν ξέρω.
Δεν ξέρω τίποτα,
Τίποτα, αλήθεια -
Μονάχα τη θολή ανάμνηση σου.
Κι όμως το θέλω, το θέλω μ’ όλη τη δύναμη που έχω,
Το θέλω κι είναι στ’ αλήθεια ανάγκη μέσα μου,
Και πρέπει, πρέπει, πρέπει
Να το πιστεύω πως ίσως θα μπορέσω,
Ίσως, λέω,
Ίσως μια βραδιά σαν και την αποψινή,
Ίσως επιτέλους να τα καταφέρω.
Να ξεριζώσω την καρδιά και την ψύχη μου,
Να την κλείσω μέσα σ’ ένα όμορφο κουτί,
Και να σου την ταχυδρομήσω.
Που είσαι;
Μου λείπεις.
Σε ψάχνω.
Σ’ αγαπώ.

Σάββατο 29 Οκτωβρίου 2016

Πωλούνται μάσκες σε τιμή οδοντίατρου.

Αποτέλεσμα εικόνας για horrible bosses scene




Η σκάλα πέφτει
και δεν βγάζει ούτε μια νότα
ξαπλώνουμε για μέρη μακρινά
Μην κλέψετε το χαλί μας θεοί,
μα ούτε και το
κρεβάτι.
Ξίνω τα μάγουλα μου
δεν υπάρχουν θησαυροί
ούτε καν άνθρακες
μονάχα
πράσινα σκουληκάκια
που ψάχνουν
κόκκινα μήλα
μα εγώ
έχω χρόνια να πάω για ψώνια
και αν πήγαινα
δε θα ψώνιζα για πράσινα σκουληκάκια
-Ξαναλέω μην κλέψετε το χαλί μας θεοί-
τα χείλη
είναι η καλύτερη μηχανή
παροχής οξυγόνου
φίλα με φίλα με φίλα με
σα να ‘ταν εκδρομή
και όχι πρόβα κηδείας
δε θέλω άλλα χάδια σου λέω
μα κάστανα ψητά
και δυο αιώνες γεμάτους εικόνες
με μάτια κλειστά ή ανοιχτά.

Τρομαγμένε πλανήτη
σου λείπουν περίπου
διακόσιοι θεοί
και ένα καλό ζευγάρι γυαλιά.
Η άρνηση δεν έχει καμία αξία
ένας καφές στο διαστημικό σταθμό κοστίζει
αναρίθμητους αξιογάμητους κώλους, μια σβούρα
και ποιήματα με ορθογραφικά λάθη
κι όλα αυτά για έναν καφέ
για έναν καφέ
για έναν καφέ.

Που να θάψω τη θλίψη μου δεν έχω
την κουβαλάω στους ώμους
σαν κοράκι που το έμαθα να μιλάει.
Tο ξέρω
θα φάει τη σάρκα μου όταν πεθάνω χωρίς να νιώσει τύψεις
μα το προτιμώ
απ’ το να με έτρωγε όσο ζούσα.

Χειροφίλημα δεσποινίς μου;
μα ελάτε τώρα το έχω ανάγκη.
Μου χουν καρφώσει ένα καπέλο στο λαιμό μέρες τώρα
και όποτε πάω θάλασσα
με σέρνει κατευθείαν στο βυθό.


Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2016


Βοήθησε με να γίνω σκατάνθρωπος
θέλω ένα μικρό σπρώξιμο μόνο 
Απαραίτητη προϋπόθεση για την ζωή να κοπεί ομφάλιος λώρος 
Οι βίαιες κινήσεις πάντα με τρόμαζαν αν θυμάσαι
Εκτός απ 'τα χαστούκια στα καπούλια
Βοήθησε με να γίνω γαϊδούρι ακούνητο
που δεν παίρνει την αντίθετη απ ΄τον γκρεμό φορά
Τρύπα μου το μυαλό με τα σπιρούνια σου
Κάνε κάτι με τις εταιρείες διανομής
που δεν φέρνουν πια τους αγαπημένους σου δίσκους στην Ελλάδα
Κάνε κάτι με τα βιβλία σου που δεν δανείστηκα
Όταν οι άκρες σου δεν ξηγιούνται
 δεν γίνομαι έτσι σκατάνθρωπος
Για αρχή χώνω το μπούτσο μου εκεί
που δεν υπάρχει επιθυμητή καρδιά να συναντήσει
Έκανα και τατουάζ που πάει γάντι
με την στάμπα θλίψης που άφησες στο πρόσωπο μου
Τώρα απλά προσπαθώ να ξεπλύνω το μελάνι που ' ναι στη γλώσσα μου
απ ΄τις τόσες φορές που έγλειφα το τατουάζ σου
Και δεν είναι ότι γίνομαι και σκατάνθρωπος
Αν ήμουνα λίγο θ 'άφηνα στο φαρμακείο τον αριθμό σου
να πλερώσεις εσύ το λογαριασμό
και θα άφηνα καθαρογραμμένη γνωμάτευση γιατρού
κάτω απ 'το χαλάκι της πόρτας σου
Μα πως να σου φορτώσω έναν θάνατο
για κάτι που ήταν ήδη κατεστραμμένο
κάτι που δεν πρόλαβες ν 'αναστήσεις
ΔΙΑΟΛΕ! Γιατί να γνωριστούμε μετά το Πάσχα?
Τώρα για να ηρεμήσω πρέπει μόνο να σε μισήσω
Ή έστω να γίνω σκατάνθρωπος



Βοήθησε με να γίνω σκατάνθρωπος
Εσένα θα σου πάρει μονάχα
ένα λεπτό, μα για μένα θα ‘ ναι μια ολόκληρη ζωή
Κάψε μου τις τρίχες απ ‘ τα χέρια
Δως μου τις δικές σου να φορέσω
Σπάσε μου τα δόντια
Και βάλε το παρόν μου στο μίξερ
Να το πιω με καλαμάκι.
Ντύσε με με τα πιο όμορφα ρούχα
Και παράτησε με στα πιο κρύα μέρη
Που να μπορείς να γελάσεις.
Ω εντάξει καλά, μίλα μου για τα βιβλία που
Θα αγοράσεις μετά την εξεταστική
Μίλα μου για το πως ξεπέρασες την ποίηση
Για το πως ξεπέρασες το ροκ εν ρολ
Μίλα μου εσύ και μη σε νοιάζει
Η δουλειά θα γίνει ακριβώς όπως πρέπει
Πρέπει να βρω δουλειά μωρό μου
Βοήθησε με και θα σου πληρώσω εγώ τα βιβλία
Θα σου πληρώσω τις μπύρες,το κρασί, τους μπάφους
Θα σου πληρώνω ακόμα και τα ταξίδια
Αρκεί μετά την αποστολή σου
Να μείνεις μακρυά μου
Άλλωστε συνηθίζεται σε κάτι τέτοια

Κι αν πάλι βαρεθείς να τα κάνεις όλα αυτά
Και δεν αφιερώσεις ούτε λεπτό
Ε καλά είναι κι αυτός ένας αλάνθαστος τρόπος
Να βοηθήσεις κάποιον να γίνει σκατάνθρωπος

Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2016

Το μερακλίδικο πουλί, τσιγαριστό

Το μερακλίδικο πουλί πίνει ρακή
εικάζει πως θα στήσει μια γιορτή
γι’ τρώγοντας γι’ πίνοντας η ευτυχία θα ‘ρθει
κι’ αν ρωτήσει το γιατί, άλλο πουλί,
το στέλνει στο γιαπί με χαρτί, καπνό, πιοτί
«γύρνα τα τσιγάρα σου με την αντίστροφη μορφή»

Η φωλιά είναι ντροπή
θέλει δουλειά μπας και στηθεί
και ένα βράδυ να καεί
αφού η κατάληξη, γνωστή
κλουβί βαρύ, ευρύχωρο
στήθος αλεξίσφαιρο
τζανκ φουντ και φασαρίες

Παρολαυτά πετά πολύ ώσπου κάγκελο να βρει
βρίζει κι απορεί πως θ’ αντέξει ως το πρωί
δώθε κείθε, παρακεί, σε μια απόσταση μικρή
κάθε τόσο προσπαθεί και ανοίγει το κλουβί
και πάει δίπλα σ’ άλλους τόπους
και γνωρίζει τους αθρώπους
και γλεντίζει κι’ αγαπά
ως που άξαφνα, ξανά, να βρεθεί χωρίς λεφτά
σ’ ένα κλωβό στενότερο μα αισθητικά ανώτερο

Κάπου κάπου, στο συρτό ή στον πεντοζάλη
του κρασιού η ζάλη κι η κραιπάλη
άλλη μέρα δεν τ’ αφήνουν να διαμείνει στο κλουβί
και πετά δίχως ανθρώπους και γνωρίζει τη ζωή.

Η Ελευθερία είναι γιορτή
και το μερακλίδικο πουλί…
Ο καλύτερος μεζές για τους μερακλήδες

Το μερακλίδικο πουλί κι’ αν τη φωλιά του κάνει
όπου σταθεί κι’ όπου βρεθεί γυρεύγει το τηγάνι




Δευτέρα 22 Αυγούστου 2016


Σε αφήνω στην αγκαλιά των τεράτων μωρό μου.
Αφού εγώ ουρά και κέρατα δεν έβγαλα ποτέ
-πόσο μάλλον δεύτερο κεφάλι-
σε αφήνω να τους χαρίσεις όσες καρδιές που καίγονται στον πρωινό ήλιο θες
Σε αφήνω γυμνή σε φόντο ζεστό, γεμάτο ιδρώτα
με μουσικές από μισοχαλασμένο ανεμιστήρα και στουμπωμένες εξατμίσεις,
σε χαζεύω από τον καναπέ
και σου χαμογελάω.
Σου γράφω παραμύθια
όχι από αυτά με τα οποία σε μεγαλώσανε
μα απ’ τα άλλα που στάζουν και κάποια μιλιγκράμ αλήθειας
και λένε πως, μια νύχτα δίχως φεγγάρι, οι ρόμα απήγαγαν ελληνάκια για να τα
μεγαλώσουνε καλύτερα απ’ τους ανίκανους χαραμοφάηδες γονείς τους.
Κι ακόμα σου γράφω ιστορίες εξωτικές
και ποιήματα από πέρα τόπους, ανατολικούς
γεμάτα περιπέτεια κι αγωνία και φρικάκηδες που αναζητούν φαί
και που για μια χούφτα δολλάρια πουλάν και την ψυχή τους
και συ χαχανίζεις και μου λες πως δε μπορεί να είναι αλήθεια,
πως θες τώρα να έρθω από κάτω σου να σε γλείψω, να κάνουμε έρωτα και τέτοια, μα εγώ σου λέω πως έχω μαζέψει στην καρδιά μου τόσο μίσος πια για τους ανθρώπους που μόνο ο θάνατος μου ή ο θάνατος τους θα μπορούσε να με κάνει να απολαύσω την αγκαλιά σου - κι εσύ τα ακούς αυτά
και δεν μου χαχανίζεις πια,
μου στραβώνεις, κάνεις μούτρα, λες πως υπερβάλλω πάλι,
πως δεν πρέπει να τα βλέπω όλα τόσο κυνικά και σιχαμένα,
και μετά έρχεσαι πάλι από τα δεξιά, ζουζουνίζεις μες στ’ αυτί μου,
σου πιάνω το μπουτάκι με στοργή
και για λίγο τα ξεχνάω όλα.
Ύστερα φεύγεις για τη δουλειά σου, ποτέ δεν μένεις αρκετά το πρωί
και εγώ ξεπεζεύω στο στάβλο της ανασφάλειας να σκέφτομαι τους χιλιάδες καλύτερους από μένα που συναντάς καθημερινά εκεί έξω, και που θα μπορούσαν να σου εξασφαλίσουν καλύτερη ζωή, καλύτερα απωθητικά για τα κουνούπια, καλύτερα ταξίδια, να σου γράφουν καλύτερα ποιήματα,
να μη σου κάνουν αναπάντητες γιατί δεν έχουνε μονάδες,
να σε ψάχνουνε ακόμα κι αν εσύ τους αγνοείς,
να σε βλέπουν στα όνειρα τους κάθε βράδι, ιδρωμένοι, με μια καρδιά σαν τουμπερλέκι που βαρά,
να δέχονται να λιώσεις το εγώ τους κάτω απ’ το καινούριο σου παπούτσι.
Εγώ ήρθα σε αυτό το παραμύθι για να σκοτωθώ απ’ τους ιππότες που θέλουν να σώσουν την πριγκίπισσα τους, το δέχτηκα , δεν είπα όχι.
Στα όνειρα μου έβλεπα απλά εμένα να γαμάω μια φίλη σου,
αλλά είχα αρκετή αξιοπρέπεια για να πω ότι ήταν απλά ένας εφιάλτης όταν ξυπνούσα δίπλα σου αγχωμένος
επειδή η φίλη σου δεν έχυσε ούτε την τρίτη φορά-συγγνώμη εγώ προσπάθησα.
Κι όταν μ’ αγνοούσες επιδεικτικά, τάχα κουρασμένη απ’ την πολλή δουλειά σου,
εγώ τραβούσα προς τη χέστρα μας,
καυλωμένος, τσιτωμένος, μες στα νεύρα και τη μίρλα,
και σε φανταζόμουν γεμάτη πληγές και αίματα, να κλαις από το φόβο, κι εγώ από πάνω σου σαν κτήνος αφρικανικό να παίζω μαλακία
και να γελάω σαρδόνια με σαλεμένο βλέμμα.
Μετά ηρεμούσα λίγο
μάζευα το πηχτό σπέρμα στα χέρια μου σα να ταν χιόνι και το κανα μπάλες
έπειτα έβγαινα έξω και το πέταγα στους γείτονες
”Ω τι τρελός, τι επικίνδυνος, την αστυνομία να φωνάξει κάποιος” λέγανε
και με κοιτούσανε με μάτια υγρά, μικρά, φρικτά και τρυπημένα
και κοιτούσαν και με δείχνανε και με κακολογούσαν
κι εγώ μέσα στην τρέλα μου και την παράνοια
μόνο εσένα είχα μωρό μου στο μυαλό μου, μόνο εσένα που τόσο αγάπαγα και ας σε σιχαινόμουν.
Κι ήταν τόσο εύκολο να σε σιχαθώ
έπρεπε απλά να μαντέψω -και μου δωσες τόσα σημάδια για αυτό- ότι ούτε εσύ ήσουν κάτι παραπάνω από μια μηχανή παραγωγής αυτοκτονιών
αλλά για να σε αγαπήσω
έπρεπε να καταλάβω -και μα τα κόκκαλα του Ιησου ήταν τόσο δύσκολο- ότι κι εσύ δεν με αγαπούσες όπως αγαπάει μια κυρία σαλονιού ένα αδέσποτο που φιλοξενεί για λίγες μέρες στην αυλή της,
μα όπως για μένα έσυ ήσουν η ηρωίδα του παραμυθιού
έτσι κι εγώ ήμουν και πρίγκηπας και δράκος και ο πύργος που σε είχαν φυλακίσει -
κι απ’ το στόμα μου έβγαζα φωτιά και στην παλάμη είχα το ξίφος και το σώμα μου ήταν από πέτρα και μπετόν
και μόναχα πολέμαγα τον δαίμονα του ίδιου μου του εαυτού για να σε κατακτήσω

Φυσικά στο τέλος θα χάσω
ηττημένος και εγώ απ’ τα μάτια στα παράθυρα, που θα με βλέπουν σαν το έκτρωμα
που έκλεψε τον ξανθό άγγελο της γειτονιάς.
Σιχαμένοι.
Κράτα μου το χέρι
κι ορκίζομαι να σε πηγαίνω για παγωτό σε νεκροταφεία στο εξής
για να απολαμβάνεις και εσύ
όσο και εγώ
το αμετάκλητο τέλος αυτών
που μισήσαν πολύ τους δράκους
αγαπήσαν πολύ τους πρίγκιπες
και φοβηθήκανε πάρα πολύ για τις πριγκίπισσες τους
χωρίς να ξέρουν
τι καταστροφικό είναι να αποκαλείς κάποιον όλη μέρα “Τέρας”
τι φρικτό να του δίνεις σπαθί και βασίλεια
τι βασανιστικό να τον ντύνεις μόνο με ροζ κορσέδες.
Θα σ’αγαπάω μέχρι το τέλος του κόσμου μου
αρκεί πιστεύω.

Πέμπτη 11 Αυγούστου 2016

Και τι δεν είμαστε

Είμαστε παράξενες οντότητες
Αναζητάμε έξοδο απ’ την απέραντη μάζα
Η ψευδαίσθηση κοινωνικών σχέσεων
λαμβάνει χώρα σε δημόσιες συναθροίσεις
Ο καθένας μας δεν βλέπει την ώρα της επιστροφής
στο κελί του εν γνώσει
Του ανιαρού της διαδρομής
Περιμένουμε την σειρά μας στο φανάρι
ενώσω γινόμαστε παραλήπτες
βλεμμάτων ωσάν να χα ‘με παραβεί
τις 10 εντολές αυτούσιες
Δεν είμαστε σίγουρα κιθάρες ξεχαρβαλωμένες
Οι μουσικές έπαψαν να μας συγκινούν
απ’ όταν γεμίσαμε τα κιτάπια μας
απρόσωπα GB συμβάλλοντας
στην καταπάτηση πνευματικών δικαιωμάτων
Είμαστε ποιητές…το νεαρό της ηλικίας δεν εμποδίζει
το θάνατο πάρεξ των αρχέγονων ενστίκτων επιβίωσης
Γινόμαστε αντικείμενο μελέτης ρεαλιστών σκηνοθετών
Παραφραζόμενοι από παλιμπαιδίζοντες νεαρούς
που ακόμα να χωνέψουν το άδοξο πέρας της εφηβείας
Κύριοι του εαυτού μας
Παρατηρούμε τα σπυράκια της ρακέτας
που μας απομακρύνει από το τερέν της αυτοκυριαρχίας
Σκοτώνουμε άπειρο χρόνο σε νεκρές ώρες
Δεν προλαβαίνω να σου πω σ ‘ αγαπώ
Τσακώνουμε στιγμές μπουντρουμιάζοντας τες
σε ορθογώνιες φωτοτυπίες εξιδανίκευσης
Γνωστές και ως φωτογραφίες
Θηρευτές συναισθημάτων κυκλώνουν την πόλη
με κρεμάμενους τηλεφακούς στο πέτο
Διαπίστωση ! Η ευτυχία δεν έχει κάρτα μέλους
Μετά χαράς δίνουμε βάση
σε τέχνες ερασιτεχνικού βεληνεκούς
Στα διαλείμματα ευτελών προγραμμάτων
παρακολουθούμε δρώμενα πολιτισμού
Επικροτώντας την προσφορά λέσχεων και φορέων
Το βουητό ηλεκτρικών συσκευών
διαταράσσει την ανάληψη χαμένης ενέργειας
Επαναλαμβάνουμε τα αυτονόητα
με την ελπίδα ότι θα τα λάβουμε επιτέλους υπόψιν
Είμαστε αυτό που ψάχνουμε κάτι
Πως δεν το βλέπεις βγάζει και μάτι
Ούτε εγώ δεν ξέρω τι είμαι
Στο αβέβαιο κείμαι


Sketch by  doubledodo

Τρίτη 5 Ιουλίου 2016

Από τη γύρα


















Πηγαίνω από εδώ και από κει 
από τραπέζι σε τραπέζι.
Χαζά παρεάκια.
Tους λέω πως είμαι ο θεός,
άλλοτε τους αφήνω να το ανακαλύψουν μοναχοί τους.
Άραγε πώς να μας βλέπει ο κόσμος;
Όλοι μαζί δεν πείθουμε γι αυτό που πρόκειται να έρθει,
μα δεν λέω, χαζά παρεάκια,
ηλίθιες κουβέντες για τις διακοπές,
τις προηγούμενες και τις επόμενες 
και κάποιες που έκαναν από κοινού.
Εμένα θα με δεις να προσπαθώ να ανακαλύψω
αν συναντηθήκαμε σε κάποιο σημείο
από κάποιο βιβλίο.
Όμως μη με ξυπνάτε
γιατί βυθίστηκα στα όνειρα
και έτσι έφτασα εδώ,
στο τώρα.
Το πριν και το μετά
είναι χαραγμένα στο συλλογικό μας υποσυνείδητο.
Το μισό από αυτό,
αυτό που έχουμε επίγνωση και αναφέρεται ως μνήμη,
είναι διαθέσιμο προς ανάγνωση.
Το υπόλοιπο, το πολλά υποσχόμενο,
δεν είναι ξεκάθαρο λόγω των πολλαπλών εκδοχών,
πράγμα που καθορίζεται από τις επιλογές μας.
Μετά μου λένε 'τι σκέφτεσαι'
και λέω πως θέλω διακοπές 

Δευτέρα 30 Μαΐου 2016

*
Το κάπνισμα συνήθεια που σε τρώει
το αντικατέστησαν πολλοί
μα οι πνεύμονες τους μείνανε λεροί
με το να χέρι στο τσιγάρο, τ’ άλλο στο κομπολόι.

**
τριακόσια τριάντα κάτι βήματα
άσπρα ακουστικά με Buck εξήντα πέντε
θήκη με buk παρθένο ως τα τριάντα πέντε
και μια αφίσα σέντερ μπακ
που στη φανέλα φόραγε το πέντε
στρωμένος με στενάκια ο δρόμος προς την ευτυχία

***
ένα καλό ποίημα
θεωρητικά, πρέπει να έχει μια καλή αναφορά
-μα τα βαριέμαι αυτά τα ποίηματα-
ένα καλό ποίημα με αναφορά
θεωρητικά, πρέπει να έχει σχέση με το ποδόσφαιρο
-μα το βαριέμαι το ποδόσφαιρο-
ένα καλό ποίημα με ποδοσφαιρική αναφορά
θεωρητικά, πρέπει να μιλάει για το αγγλικό πρωτάθλημα
-μα τους βαριέμαι τους εγγλέζους-
ένα καλό ποίημα
αν δεν έχει όλα τα παραπάνω,
οφείλει τουλάχιστον να σου κρατάει το ενδιαφέρον
-μα τα βαριέμαι τα ποίηματα-

****
Τα ποιήματα είναι τα μικρά κουράδια μας
η ποίηση ζει σε τρώγλες και υπονόμους
και οι ποιητές σωριάζονται σ’ απόμακρα απόνερα
απομονωμένοι, σα λεπροί.
Μα οι υπόνομοι οι ελληνικοί
δεν παίζουν σε ταινία αμερικανική
είναι μικροί,
κι όσοι σωριάζονται εκεί είναι πιο μικροί.

*****
Κλικ κλακ, το κομπολόι
βαρετό,
το τσιγάρο στον υπόνομο,
σβηστό
κι οι χάντρες ξεγλιστράνε
το λαιμό,
τον γαργαλάνε
και βωμολοχούν τα δόντια
λόγω τιμής,
λοβοτομής σπέρμα.



Τρίτη 1 Μαρτίου 2016

ΛΑ ΒΙΤΑ Ε ΜΠΕΛΑ

Η ζωή είναι σαν την πλοήγηση στο διαδίκτυο
Οφείλεις να σκεφτείς καλά
ποιες καρτέλες αξίζουν να αφήσεις ανοικτές
και ποιες κλείνεις ασυναίσθητα
Η ζωή είναι ένα scroll down στα social media
Κοιτάς απαθής να περνά μπροστά σου
ο πόνος ή η χαρά του άλλου
και συνεχίζεις παρακάτω αδιάφορα
Παίρνει τη μορφή γκόμενας
που ποτέ της δεν σου έδωσε λίγο κώλο
Είναι ένα ξεχασμένο σώβρακο σε μπουρδέλο
και φαρδύ παντελόνι χωρίς εσώρουχο ή ζώνη
Είναι οι ζωές που δεν ξέρεις των άλλων
κάποιων μεγάλων σεβαστών δασκάλων
περαστικών φίλων και γνωστών
ζωντανών ή νεκρών , φρικτών μορφών
Η ζωή είναι ένας χάρτης
Πάνω του καρφιτσώνεις σημάδια
Όταν περνάς από τα μέρη αυτά
λες ένα ''Τι ωραία!Είχα ξεράσει κάποτε εδώ''
Η ζωή λειτουργεί με επαναφορτιζόμενες μπαταρίες
που εφάπτονται μόνο σε χάπια ευτυχίας η έρωτα
Όταν το λαμπάκι δείξει κόκκινο
φρόντισε να έχεις γεμάτο στομάχι και λεφτά για ένα μπουκάλι νερό
ή έστω μια ολοκληρωμένη ζωή για να γυρίσεις την πλάτη στον έρωτα
Μια γλάστρα με αναμνήσεις που την ποτίζω στο περβάζι της τρέλας
και ο αγέρας την ρίχνει στην κεφάλα σου
σαν τη θεια σου απ ' το Σικάγο
Την ζωή μελετάνε οι μπεκρήδες που αποφεύγεις
που ολοένα μοιάζω και τρομάζω
μου λεν αλλάζω μα 'γω τους κράζω
Η ζωή δεν είναι το καντήλι μας που σβήνει
Είναι τα καντήλια που θα μας κατεβάσει τόσο που τη γλωσσοτρώμε
αντί να τρώμε ένα ένα τους καρπούς που μας πρόσφερε
κι όμως δεν το ξερε
ότι εγώ διαθέτω ένα συρρικνωμένο στομάχι
και ένα οισοφάγο που τίποτα δεν κατεβάζει πλέον
Για να τελειώνουμε!
Έβαλα σκοπό να πάρω όσα κιλά υπολείπονται
Δεν ξέρω αν καταλαβαίνεις τι εννοώ...
Εικαστικά www.psithu.gr

Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2016

Κάντο όπως στις ταινίες




Ξεκίνα ένα πρωί
πάρε το λάπτοπ σου
μια γάτα με φουντωτή τρίχα αγκαλιά
και βάλε ρούμι στον καφέ.
Μέθυσε
μα κράτα το συκώτι σου καθαρό
φάε το ξύλο που σου αναλογεί
κι αν δεις ότι δεν ψήνεται κανείς να στο δώσει
κοπάνα το κεφάλι σου στον τοίχο
πόνταρε τα λεφτά σου στο κόκκινο
κέρδισε
σπρώξτα ξανά όλα στο ίδιο
πάρτα πάλι και φύγε
αγόρασε αμάξι
με τηλεόραση που θα δείχνει μόνο γουέστερν
και ταινίες επιστημονικής αφασίας.
Μείνε μακριά απ’ τη χημεία αν μπορείς
αλλά κυρίως
μείνε μακριά απ’ τη φυσική.
Γέρνα, παντρέψου
γέμισε τις φλέβες σου με σκατά, το σπίτι με φίλους,
κάνε παιδιά
έχε κουμπάρο νεοδημοκράτη, ποιητή για νονό
και αν δεν πεθάνεις στην μέση
σκοτωθείς στην αρχή
με ξεχάσεις στο τέλος
ή δε με μάθεις ποτέ
αγάπησε με τόσο που να μπορέσω να πω
ότι έχω ξεράσει μια φορά  στη ζωή κι από ευτυχία
κι ότι έχω νιώσει τα μάτια μου να πηγαίνουν πάνω κάτω
για τον ίδιο ακριβώς λόγο
Τακ-Τακ
να έτσι
σα μπαλάκια του πινκ-πονκ .


Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2016

Ένα απλό ρεμάλι


Στις γωνίες στα πεζοδρόμια
Στέκονται τύποι με μαύρες καμπαρντίνες
Και κρατάν μεζούρες,
Και σα λίτες μας σταματάνε,
Μας λένε να προχωρήσουμε πιο κει,
Και μετράνε το ποιόν μας.
Εσύ, μου λέει ο ψηλός,
Παράξενος μου φαίνεσαι,
Τι έχεις κάνει στη ζωή σου;
Φίλε,
Δεν έχω κάνει τίποτα,
Τίποτα απολύτως.
Γυρνάω στην πόλη σαν αδέσποτο,
Κόβω βόλτες σαν τη μύγα,
Στριφογυρνάω πάνω απ’ τους καφέδες σας,
Κοιτάω στραβά τους στραβωμένους,
Ψείριζω τα φοιτητικά τα πάσα σας,
Σπάω σπίντες και ασπιρίνες,
Τις βαφτίζω κοκαϊνες,
Τις ρουφώ με βουλωμένα ρουθούνια,
Γυρνάω στο σπίτι μου
Και βάζω να δω ντοκυμαντέρ για τη μητέρα φύση.
Κόβω στη μέση τα φιλτράκια μου
Για να στουμπώνω πιο πολύ καπνό μες στο τσιγάρο,
Και καπνίζω, καπνίζω, καπνίζω,
Σταχτίζω σε πλαστικό ποτήρι φρέντο,
Και πάω κάθε μισάωρο στο ψυγείο μου
Μπας κι έχει φυτρώσει καμιά μπύρα.
Βγαίνω στους δρόμους πάλι,
Χαζεύω τους περίεργους,
Κινηματίες, αισθηματίες
Και κοινοί εγκληματίες,
Που με ρωτάνε με τον μπόσο,
Κι εγώ ο μαλάκας κάθομαι κι εξηγώ,
Πως δεν πουλάω τίποτα,
Απλά κάθομαι μονάχος μου
Και μετράω τα λεπτά που φεύγουν,
Τις ώρες, τις στιγμές,
Κι ίσως κάποτε να δήλωνα αποτυχημένος ποιητής,
Τυπάκι ανήσυχο που ψάχνεται ακόμα,
Που στα βιβλία της φιλοσοφικής ψάχνει να βρει μιάν άκρη,
Που δεν γνωριζεί τα περι ζωής μα που τ’ αναζητάει,
Όμως πλέον βαρέθηκα,
Και πλέον δηλώνω απλό ρεμάλι. 

Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2016

Του φίλου μου του χάρου


















Οι μήνες περνάνε γρήγορα,
σα να τρέχουν
υπερβολικά
μα συνήθως βολικά
κι αυτό είναι ένα στοίχημα για τον καθένα
οι μήνες περνούν, βασανιστικά
σα ψιλοκομμένο γυαλί στα μάτια
μα πιο συνήθως σα σχοινί
δεμένο στους καρπούς
μερακλίδικα επεξεργασμένο,
σχεδόν άφθαρτο.
Ο τοίχος έχει εσοχές
τρύπες για να ξεκουράζει καρφιά
και κρεμάστρες για να αράζει το σχοινί.
Το μισοκομμένο χέρι κινείται σπασμωδικά,
ειδικά όταν το βαραίνει το σχοινί
και δυο στεγνά μάτια,
ξερά ολότελα και σκούρα
είναι η χαρά του χάρου.
Του χάρου η χαρά.

Οι μήνες περνάν αργά,
σαν τη σκέψη που ξυπνάει,
και αγνοεί το παράθυρο
και από συνήθεια είναι άβολοι
κι αυτό είναι ένα λάθος για τον καθένα
οι μήνες περνούν, αβασάνιστα
σα χάδι προσεγμένο
μα συνήθως σα φτερό
στο χέρι εγκολπωμένο
της σειράς, αγορασμένο
απ' τη φύση του φθαρτό.
Ο τοίχος είναι λείος
έχει σκόνες για να ξεγελά
και σημάδια
για να κουράζει το κορμί.
Το αδιάφορο χέρι κινείται πειθαρχικά,
ειδικά όταν αγνοεί τα δάχτυλα.
Και τα μάτια είναι τρύπια!
 Πηγάδια οριζόντια, σκοτεινά
είναι η του χάρου η απόσυρση
Του χάρου η συνταξιοδότηση.

Οι μήνες είναι μνήμες
σα να χτυπούν
με νάζι
μα συνήθως με κακάδι
που αν τραβήξεις σε πονά
σα μαντινάδα που γεννιέται
μα συνήθως σα τραγούδι
κολλημένο στο λαιμό
ασφυχτικά κλεισμένο
στην αγκαλιά της βραδυκαρδίας.
Ο τοίχος είναι μια πλάνη
έχει εικόνες ζωντανές
και υπέροχες μορφές.
Το σταθερό χέρι κινείται αυθόρμητα
ειδικά όταν γυρεύει ηδονή
και δυο υγρά μάτια
ποταμοί βαθιοί
είναι του χάρου η υπομονή.
Ή μια σοφή επιλογή.




Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2016

Και εις γάμου κοινωνίαν


Αϋπνία
Το κλειδί της επιτυχίας
στο άγαρμπο παιχνίδι της ματαίωσης
Τσέκα το νέο σκατό
-<< μπλααα μπλααα>>
- Ωραία λόγια
Σκάνε λέξεις
μαζί με τη χρόνια απορία του νοήματος τους
Δεν έχει νόημα. Αύριο θα νιώθουμε μικροί
Που τίποτα δε μάθαμε
Σύμφωνο επιβίωσης
Παραγγελία για το τραπέζι 3
η σερβιτόρα πίσω από το μπαρ
καθυστερεί την εκτίναξη του αριθμού των διαζυγίων
Τον νιώθω που πέφτει
ο μολυβένιος στρατιώτης
ΟΧΙ ΛΑΜΠΕΣ ΟΧΙ!
Ο ήχος των κεριών
που δεν υπάρχει
είναι της μέρας μου το βέβαιο
ΜΗ βάλετε σαρίκι στο γάμο μου
Έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν θα γίνει
Δε ξέρω να χορεύω άλλωστε
Αν έχεις κάνει και φοιτητής
δεν θες να ξανά ακούσεις για ρύζια
Πόσο μάλλον όταν αυτά έρχονται στην μάπα σου
από τα γερόντια που ήξεραν το όνομα σου
Στην πλατεία του χωριού
Και τώρα <<Ο νεαρός δικός σας είναι?>>
Ο νεαρός θα ψόφαγε να έχει ‘’δικούς του’’
Ο νεαρός θα ψοφήσει σε 54 χρόνια
Και δεν θέλει ούτε να το σκέφτεται
Ο νεαρός γενικά δεν θέλει να σκέφτεται πχια
Ο νεαρός βράχνιασε από τις τόσες φωνές
Τώρα δεν θα ξαναμιλήσει
Ο νεαρός δεν αγαπάει κανέναν
Ο νεαρός δεν μπορεί να κλάψει
Μα κλαίει πότε για αυτό
Πότε για αυτούς που αγαπάει
Ο νεαρός είναι από ψηλό χωριό
Που φοράνε μαύρα όλο το χρόνο
Ο νεαρός είναι στα μαύρα
κι ας μην έζησε ποτέ στο χωριό του
Ίσως για αυτό δεν έμαθε ποτέ να χορεύει
Κι εκεί αν κάτι ξέρουν καλά
αυτό είναι σίγουρα το πώς να χορεύουν στους γάμους

Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2016

Προς εξαφάνιση


















Θυμάμαι εποχές
που έγινα κομμάτια για άλλους
θυμάμαι και φίλους μου που γίνανε κομμάτια για να ζήσουν  άλλοι
όμως,
γαμημένο πράγμα ο άνθρωπος,
σαν ένα γαμημένο γυμνοσάλιαγκα σαλιάρη
που τον θυμάμαι ακόμα.
Ακόμα όταν σέρνεται νομίζει πως κάνει βήματα δυνατά, δεινοσαύρου
μέσα σε ανόητες κάστες, πενιχρά παρεάκια
με φίλους φίδια οχιές που έρπονται για ν’ αναρριχηθούν στην κορυφή
ασκώντας την ιδιότητα του χαμαιλέοντα.
Είναι πρόθυμοι για τα πάντα μονάχα τις εποχές του ζευγαρώματος
μετά επιστρέφουν στις φωλιές τους όπου και αντηχούν οι ιστορίες τους.
Κλεισμένοι στις τρύπες τους.
Έτσι είν’ ο κόσμος.
Εγώ τι κάνω εδώ;
Οι μόνοι που συμπάθησα κι ένιωθαν παρόμοια
είναι κάτι μελαγχολικές κάμπιες που μέσα τους,
έκρυβαν μια πεταλούδα που ποτέ δεν θα βγει απ’ το κουκούλι της,
ενώ οι πιο ευδιάθετοι είχαν μια γνώριμη αρρώστια
να εκκολάπτεται βαθιά μέσα στο γέλιο τους.
Μα τώρα,
θυμάσαι
που σου είχα πει,
πως είμαι είδος σπάνιο;
Φοβάμαι μην εξαφανιστώ.

Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2015

Αλλιώτικα




 Κάθομαι στο καναπέ και καπνίζω                                                                                             
σε αντίθεση με την παράδοση της οικογένειας μου ,
έχω κλειστή την τηλεόραση,
απλά καπνίζω.
Παρά το γεγονός πως έχω επίσης κλειστή την πόρτα και τα παράθυρα,
ένας ενοχλητικός θόρυβος ροκανίζει την ηρεμία μου
υπάρχουν φορές που αισθάνομαι πως
σ΄ο,τι βρίσκεται μπροστά στα μάτια μου
και σε ο,τι συμβαίνει μέσα στο μυαλό μου
υπάρχει ένας διάφανος υμένας
 που συγκρατεί τις πραγματικότητες μεταξύ τους.
Κάπου αλλού μια άλλη εκδοχή του εαυτού μου έχοντας κάνει άλλες επιλογές
έχει διαφορετική  στάση του σώματος
περνάει καλά ,δεν  υποκρίνεται
διασκεδάζει,  δεν ξεσπάσει
κάνει χιούμορ, δεν κρύβεται πίσω απ’ αυτό
και σίγουρα έχει διαφορετική χροιά φωνής.
Ο θόρυβος που σου είπα έρχεται από κει,
εδώ πετάει απλά τα σκουπίδια.
Όταν περνάω καλά πλησιάζω τον υμένα ενοχικά
 και ψιθυρίζω «με συγχωρείτε για την ενόχληση.»

Κάπου εδώ θα μπορούσα να τελειώσω με το κείμενο
 και με τη θεματική των παραλλήλων πραγματικοτήτων
μα συνεχίζει να με απασχολεί.
Αν οι κυράτσες στη δουλεία κάθε μέρα
αντί για τον σταυρό τους ψιθύριζαν αντάρτικα
και αν οι μετανάστες και οι υπόλοιποι εργάτες
είχαν μια στάλα συνείδησης  θα ήταν καταπραϋντικό.

Όσο για μένα,
 είχα τα γραπτά μου να με κρατάνε  
μα ένα απόγευμα, έβαλα χαμηλό φωτισμό
 και μια μπλούζα ασορτί με τις κουρτίνες
και κρεμάστηκα στο δωμάτιο μου.