Τετάρτη, 7 Οκτωβρίου 2015

Η Πολιτεία των Αρουραίων - Μέρος Α'



Αθήνα, 28η Οκτωβρίου 2040
Σήμερα ήταν η μεγάλη μέρα. Όλος ο καλός κόσμος θα είχε μαζευτεί στις καλές και καθαρές πλατείες και τους σημαιοστολισμένους δρόμους των επιλεγμένων δήμων και περιοχών της Αθήνας, και με περηφάνεια θα βγάζανε φωτογραφίες τα παιδιά τους, που με βηματισμό στρατιωτικού τύπου θα παρέλαυναν μπροστά τους. Σήμερα ήταν η 100στη επέτειος του ΟΧΙ, της νίκης του ελληνικού λαού  απέναντι στο ναζισμό και το φασισμό. Εμάς, δε μας ενδιέφερε καθόλου.

Πολλοί σ’ αυτή τη γειτονιά δεν ήξεραν καν περί τίνος πρόκειται. Τα περισσότερα πιτσιρίκια δεν  είχαν ιδέα. Δεν είχαν ακούσει ποτέ για κανέναν μεγάλο πόλεμο, καμιά ναζιστική εισβολή και καμιά ελληνική αντίσταση. Δεν είχαν ιδέα. Αυτοί δεν ζούσαν σε κάποιον ‘επιλεγμένο δήμο ή περιοχή’, που  τέτοιες μέρες φιλοξενούσε παρελάσεις στις πλατείες του. Αυτοί το μόνο που ξέραν ήταν η βία, η  πείνα, η φτώχια, η παρανομία, η μπάλα και τα κάθε λογής ντρόγκια. Αλλά ακόμα και μεις που  ξέραμε, καμία όρεξη δε θα χαμε να πάμε να δούμε την παρέλαση - κι ας ήταν μια απ’ τις λίγες μέρες  που δεν θα χαμε πρόβλημα να κυκλοφορούμε ανάμεσα σ’ αυτούς, τους κατοίκους των επιλεγμένων  δήμων. Εξάλλου, έξω είχε πιάσει τους 36 βαθμούς, κι εμείς προτιμούσαμε να σαπίζουμε σε βρώμικα  υπόγεια και παρατημένα πάρκα.

Ο καιρός είχε αλλάξει αρκετά τα τελευταία χρόνια. Πλέον, μέχρι και τα τέλη Νοέμβρη ήταν  καλοκαίρι. Έφτανε, καμιά φορά, ακόμα και τους 40 βαθμούς, αν και προς τέλη Οκτώβρη-αρχές Νοέμβρη ήταν κάπως καλύτερα. Τα βράδια είχε λίγη δροσιά. Μετά, τον Δεκέμβρη γινότανε  απότομα χειμώνας, και πολλές φορές χιόνιζε κιόλας. Δεν υπήρχε πια φθινόπωρο, ούτε και άνοιξη.  Μόνο καύσωνας και παγωνιά. Και εμείς γενικά αποφεύγαμε και τον καύσωνα, και την παγωνιά.
Τέλοσπαντων, ήταν εκείνη η μέρα που γνώρισα το Στέφανο. Τον είχε φέρει ο φίλος μου ο Νίκος ν’  αράξει μαζί μας στο υπόγειο του. Μας είπε πως είχε μόλις μετακομίσει στο υπόγειο απέναντι, που  παραδόξως ήταν καιρό τώρα παρατημένο. Η γειτονιά μας γενικά ήταν μια απ’ τις χειρότερες  γειτονίες της περιοχής. Οι περισσότερες πολυκατοικίες είχανε γκρεμιστεί, κι όσες στέκονταν ακόμα  ήταν ετοιμόρροπες. Βρισκόταν ανάμεσα από τις παλίες αποθήκες ενός σούπερ μάρκετ, και τις ράγες  του ΟΣΕ. Ακόμα περνούσε το τραίνο κάθε μέρα κι έκανε αυτόν το φρικτό θόρυβο και το έδαφος  σειόταν. Δε μπορούσα να φανταστώ γιατί ένας νέος άνθρωπος σαν το Στέφανο να μετακομίσει σ’  αυτήν την περιοχή. Όχι ότι οι άλλες ήταν καλύτερες, αλλά τουλάχιστον υπήρχε πιο πολύς κόσμος,  υπήρχε ζωή, υπήρχαν μερικά περίπτερα που πουλούσαν μπύρες και τσιγάρα, σε κάποιες περιοχές  υπήρχανε ακόμα και μπαρς. Εδώ δεν υπήρχε τίποτα, μόνο εμείς, μερικοί γέροι, και δυο- τρεις πιτσιρικάδες, στην ηλικία του Στέφανου, ετοιμοθάνατα πρεζάκια. Μα ο Στέφανος δεν ήταν  ετοιμοθάνατο πρεζάκι, ή τουλάχιστον δεν φαινότανε. Τον κεράσαμε ένα μονόφυλλο τσιγάρο κακού  αλβανού, και του πιάσαμε κουβέντα.

“Πώς και βρέθηκες εδώ;”
“Δεν ξέρω, τυχαία. Περαστικός είμαι. Θα κάτσω λίγο καιρό και θα φύγω πάλι,” απάντησε.
“Αα, είσαι απ’ αυτούς τους αρουραίους-ταξιδιώτες," είπε ένας απ’ την παρέα μας και γέλασε. Αρουραίους-ταξιδιώτες λέγαμε αυτούς τους τύπους που γυρνούσαν από γκέτο σε γκέτο, απ’ όλες τις χειρότερες  περιοχές της Αθήνας, μα ποτέ δεν μπορούσαν να βγούνε παραέξω. Υπήρχαν ακόμα αρκετοί τέτοιοι. 
“Ναι, μπορείς να το πεις κι έτσι.”
“Από που έρχεσαι;”
“Τελευταία στάση μου ήταν στον Άγιο Παντελεήμονα. Αλλά δεν έμεινα πολύ εκεί. Στο Αιγάλεω είχα  εγκατασταθεί πριν φύγω για δω.”
“Αλλά που γεννήθηκες, από που ξεκίνησες;”
“Απ’ τον Πειραιά.”

Ο Πειραιάς ήταν σε κάπως καλύτερη κατάσταση - οι περιοχές κοντά στη θάλασσα τουλάχιστον.  Ακόμα το λιμάνι του ήταν βασικός πόρος για την οικονομία του κράτους. Έρχονταν ακόμα κάποια  εμπορικά πλοία, μα κυρίως, έρχονταν πολλά τουριστικά. Τα περισσότερα ήταν κρουαζιερόπλοια  που γυρνούσαν τη Μεσόγειο, και λιγότερα εξυπηρετούσαν τη μεταφορά στα διάφορα νησιά του  Αιγαίου, και την Κρήτη - το πιο τουριστικό μέρος της Ελλάδας. Το Πασαλιμάνι λοιπόν, το Φάληρο  και κάποιες άλλες περιοχές ήταν πιο προσεγμένες, οι κάτοικοι τους γενικά ήταν σε καλύτερη μοίρα  απ’ αυτούς του κέντρου.
“Που στον Πειραιά;”
“Φάληρο.”
Όλοι σταθήκαμε λίγο σιωπηλοί.
“Πόσο χρονών είσαι;” τον ρώτησα.
“21,” απάντησε.
“Και γιατί έφυγες από κει;”
Κοίταξε στο πάτωμα, συλλογίστηκε για λίγο τι θα μπορούσε να απαντήσει σ’ αυτήν την ερώτηση.
“Δεν ξέρω. Απλά έφυγα.”
Η απάντηση δεν ικανοποίησε κανέναν στην παρέα, μα δεν το συνεχίσαμε. Πήρα μια τζούρα απ’ το  τσιγάρο και το γύρισα. Μόνο η τζιβάνα είχε απομείνει, μα εμείς το καπνίζαμε ακόμα.
“Και,” τον ρώτησα μετά από λίγο, “το πρόγραμμα τι λέει; Τι θα κάνεις όταν θα φύγεις από δω;”
“Δεν υπάρχει πρόγραμμα,” απάντησε. “Δεν υπάρχει τίποτα να κάνω. Λογικά θα συνεχίσω το  περπάτημα. Δεν ξέρω που μπορώ να πάω. Ίσως κινηθώ προς Χολαργό.”
“Δε θα σ’ αφήσουν να περάσεις. Ο Χολαργός είναι το τελευταίο σύνορο πριν τα βόρεια προάστια.  Μόνο στρατιωτικοί και μπάτσοι ζουν εκεί, και φυσικά δεν αφήνουν κανέναν απ’ το κέντρο να  περάσει.”
“Ε, εντάξει. Θα δούμε όταν έρθει η ώρα. Ακόμα είναι νωρίς, μόλις ήρθα και θέλω να κάτσω λίγο  καιρό εδώ. Μερικούς μήνες, δεν ξέρω. Θα δω. Να σε ρωτήσω... πώς είπαμε ότι σε λένε;”
“Αλέξανδρο.”
“Να σε ρωτήσω, Αλέξανδρε, που γίνεται το κοντινότερο συσσίτιο;”
“Εδώ πιο πάνω, στην εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής. Έχει μπόλικο φαί, γιατί δε μένει πολύς κόσμος σ’ αυτήν την περιοχή. Να φανταστείς, κάθε δεύτερη Τρίτη έχουμε κρέας!”
“Α ναι; Στο Αιγάλεω μας βγάζαν κρέας μόνο μια φορά το μήνα... Ωραία. Και νερό από κει πάλι, ε;”
“Ναι, ναι. Έχουν μια βρύση και μπορείς να πας να γεμίσεις. Έχεις μπιτόνι;”
“Έχω ένα μεγάλο παγούρι, μου αρκεί.”
“Οκ. Ναι, κι επίσης έχουν βάλει και μια ντουζιέρα, μπορείς να πας να πλυθείς μια φορά την  εβδομάδα.”
“Α, ωραία, καλό αυτό. Και αλκοόλ; Που μπορώ να βρω αλκοόλ;”
“Μακριά. Το κοντινότερο περίπτερο είναι στον Άγιο Παντελεήμονα - πρέπει να το είδες όσο ήσουν  εκεί. Καμιά φορά φέρνει και ο τύπος που μας δίνει φούντα, αλλά το πουλάει ακριβά, τριάντα λεπτά  το κιλό. Εμείς ζήτημα να χουμε πάρει απ’ αυτον τρεις φορές.”
“Ναι, όντως, δεν αξίζει. Καλύτερα απ’ το περίπτερο.”
“Καπνίζεις;” τον ρώτησα.
“Που και που, άμα βρω τσιγάρο δηλαδή.”
“Να, πάρε.” Του έδωσα τον καπνό μου κι ένα κομματάκι χαρτί απ’ την εφημερίδα μου.
“Ντραμ; Τυποποιημένος; Που τον βρήκες αυτόν τον καπνό;”
Στην Αθήνα δεν υπήρχαν πια τυποποιημένοι καπνοί, μόνο κάτι απαίσια αφορολόγητα πακέτα  βιομηχανικά τσιγάρα και κάποιοι χύμα καπνοί που φέρνανε πλανόδιοι έμποροι από την επαρχία.  Εγώ είχα την τύχη να έχω έναν θείο στην Ιταλία, ο οποίος που και που μου έστελνε κάποια χρήματα, φαγητά, καφέ, κρασί και καπνό.
“Έχω τις άκρες μου,” απάντησα.
Ο Στέφανος έστριψε ένα χοντρό τσιγάρο και το κάπνισε αμίλητος. Μετά σηκώθηκε, αποχαιρέτησε  και κίνησε για το υπόγειο του.


Την επόμενη μέρα ξύπνησα ορεξάτος. Περπάτησα ως την εκκλησία, πλύθηκα, άφησα λίγο τα  βρώμικα μου ρούχα να μουλιάσουν, κι αφού στέγνωσαν πήγα προς τον Άγιο Παντελεήμονα.  Αγόρασα ένα λευκό κρασί των είκοσι λεπτών απ’ το περίπτερο, πήρα δυο πλαστικά ποτήρια και  μετά γύρισα πίσω στη γειτονιά. Μπήκα στο υπόγειο του Στέφανου αντί για το δικό μου. Όλο το  σπίτι μύριζε σαν πτώμα σε αποσύνθεση. Ο Στέφανος καθότανε κάτω, σε μια γωνία, κάπνιζε ένα  τσιγάρο και διάβαζε ένα βιβλίο. Τον χαιρέτησα φωναχτά και σήκωσε το κεφάλι του απότομα - δε μ’  είχε πάρει χαμπάρι.
“Τι διαβάζεις;” τον ρώτησα.
“Φίλιπ Ντικ,” απάντησε.
“Α, Ντικ, ε; Ποιό βιβλίο;”
“Ο άνθρωπος στο ψηλό κάστρο.”
“Α ναι, το ξέρω, το χα διαβάσει κάποτε, πολλά χρόνια πριν. Ωραίο βιβλίο.”
“Ναι, καλό φαίνεται. Δεν ξέρω, τώρα τ’ άρχισα.”
“Που το βρήκες;”
“Εδώ, σ’ αυτό το υπόγειο, μαζί με πολλά άλλα. Να, εκείνη εκεί η μικρή βιβλιοθήκη, εκεί στη γωνία.  Είναι γεμάτη βιβλία.”
“Χα, ωραία, μπορεί να δανειστώ κανένα.”
“Ναι, οκ.”
“Έφερα να πιούμε ένα κρασί.”
“Καλά έκανες.”
Έβγαλα το μπουκάλι και τα δυο ποτήρια και σερβίρισα. Τσουγκρίσαμε και κατεβάσαμε από μια γερή  γουλιά.
“Αααχ, απαίσιο,” έκανε ο Στέφανος χαμογελώντας.
“Ε, τι περίμενες;”
Μείναμε για λίγο σιωπηλοί να κοιτάζουμε το πάτωμα. Η μυρωδιά του πτώματος ήταν ακόμα έντονη.
“Γιατί μυρίζει τόσο άσχημα έδω μέσα;” τον ρώτησα.
“Γιατί μέχρι προχτες που ήρθα εδώ υπήρχε ένα πτώμα που σάπιζε.”
“Χα, εκείνος ο τύπος ε; Άρα τελικά δεν έφυγε ποτέ. Κι αυτό εξηγεί και γιατί δεν είχε εγκατασταθεί  κανείς άλλος πριν από σενα σ’ αυτό το υπόγειο.”
“Μπα, αυτό ήταν απλά τύχη. Σχεδόν σε κάθε σπίτι στην Αθήνα θα βρεις τουλάχιστον ένα πτώμα  μέσα, αλλά δεν έχει σημασία, αν δεν έχεις που να μείνεις δε σ’ ενδιαφέρει. Απλά φορτώνεις το  πτώμα μέσα σε μια σακούλα, και πας και το πετάς στο νεκροταφείο, μαζί με χιλιάδες άλλα ανώνυμα  πτώματα. Και μετά ούτε γάτα ούτε ζημιά. Αλλά πες μου, τον ήξερες αυτόν τον τύπο;”
“Όχι, δεν τον ήξερα. Δεν είχαμε μιλήσει ποτέ. Κανείς στη γειτονιά δεν τον ήξερε, ήταν πολύ    μοναχικός και περίεργος, δε μιλούσε σε κανέναν. Απλά τον είχε πάρει το μάτι μου μερικές φορές να  μπαινοβγαίνει. Πάντως δεν τον είχα για πρεζάκια.”
“Δεν πέθανε από πρέζα.”
“Αλλά;”
“Τον βρήκα κρεμασμένο απ’ το ταβάνι.”
“Α, αυτοκτόνησε ε; Τον κακομοίρη...”
“Ναι. Αυτοκτόνησε.”
Καθίσαμε για μερικά λεπτά αμίλητοι, πίνοντας γρήγορα και γεμίζοντας ξανά και ξανά τα ποτήρια  μας με το φτηνό κρασί που πήρα. Κάποια στιγμή γύρισα προς το μέρος του και ρώτησα.
“Λοιπόν, τελικά γιατί έφυγες απ’ το Φάληρο;”
Ο Στέφανος κοίταξε κάτω κι απάντησε κοφτά, “σου είπα, δεν ξέρω, απλά έφυγα.”
“Ω έλα τώρα, κανείς δεν ξυπνάει μια μέρα και απλά φεύγει απ’ τις ανέσεις του για να βουτήξει στο  βούρκο. Σίγουρα κάποιος λόγος θα υπάρχει.”
“Δεν υπάρχει...”
“Τα χάσατε όλα, ε; Σας πετάξαν απ’ το σπίτι σας με μια βαλίτσα στο χέρι, ε;”
“Όχι.”
“Τότε θα σε διώξαν οι δικοί σου. Θα σε είδαν έτσι, ρέμπελο, και θα σε πέταξαν στο δρόμο, σίγουρα.”
“Ούτε.”
“Τότε; Τότε τι; Γιατί δε μου λες, μα τι φοβάσαι πια από μένα;”
“Πφφ, δεν ξέρω. Απλά να, έχω δει πολλούς ρουφιάνους σ’ αυτή την πόλη. Στα Εξάρχεια, που έμενα  κάμποσο καιρό, κάθε μήνα χάναμε και κάποιον - και δεν εννοώ ούτε από πρέζα, ούτε από πείνα,  ούτε από αρρώστια. Πόσοι και πόσοι, σ’ ένα βράδι εξαφανίζονταν και δεν τους ξαναβλέπαμε ποτέ. Ούτε καν τα πτώματα δε μπορούσαμε να βρούμε. Και φυσικά δεν είναι τυχαίοι αυτοί που  εξαφανίζονται.  Είναι οι πιο μάχιμοι και οι πιο ριζοσπάστες, οι πιο επικίνδυνοι.”
“Ναι, έχω ακούσει κι εγώ πολλές τέτοιες ιστορίες. Και τι όμως, φοβάσαι πως κι εγώ είμαι ρουφιάνος;”
“Απλά δεν ξέρω ακόμα αν μπορώ να σ’ εμπιστευτώ.”
“Σου μοιάζω για ρουφιάνος;”
“Όχι, αλλά δεν μπορώ να το ξέρω αυτό με σιγουριά.”
“Αχά, μάλιστα... Κοίτα, όμως, πως έχει το πράμα. Αν ήμουνα ρουφιάνος, θα είχα ήδη αρκετούς  λόγους όχι απλά για να σε υποπτεύομαι, αλλά και για να είμαι εκατό τοις εκατό σίγουρος πως κάτι  έτοιμαζεις.”
“Ναι, αλλά δε θα είχες αποδείξεις.”
“Αποδείξεις; Πιστεύεις ότι αυτοί οι άνθρωποι χρειάζονται αποδείξεις; Αυτοί με το που τους μπει η  υποψία σκοτώνουνε, ή ό,τι άλλο κάνουνε.”
Ο Στέφανος κοίταξε το πάτωμα.
“Μα, τέλοσπαντων,” συνέχισα, “αφού δε μ’ εμπιστεύεσαι δε σε πίεζω. Θα πιω το κρασί μου και θα  φύγω.”
“Ετοιμάζω τη μεγάλη έξοδο,” είπε τελικά.
“Τι;”
“Με ρώτησες γιατί έφυγα απ’ το σπίτι μου. Σου απαντώ, έφυγα και ήρθα έδω για να ετοιμάσω τη  μεγάλη έξοδο.”
“Χαχαχα,” γέλασα φωναχτά, “αλήθεια κακομοίρη μου; Αλήθεια ήρθες σ’ αυτό το βούρκο για να  ετοιμάσεις επανάσταση;”
“Δε μίλησα για επανάσταση ή τίποτα τέτοιο.”
“Αλλά; Τι εννοείς τη μεγάλη έξοδο;”
“Αυτό που ακούς. Θα βρω μια όμαδα μάχιμων και θα βγούμε έξω απ’ τα σύνορα της Αθήνας, θα  πάμε στα προάστεια.”
“Δεν το καταλαβαίνω αυτό. Τι νόημα έχει;”
“Νόημα; Ψάχνεις το νόημα; Ποιό το νόημα του να ζούμε εδώ πέρα σαν αρούρια, να τρώμε τα σκατά  που μας σερβίρει η εκκλησία, να σουτάρουμε και να καταπίνουμε ό,τι σκατά μας δίνουν,  να πεθαίνουμε σαν τους σκύλους, να σαπίζουμε σα μήλα στο χώμα; Ε, ποιό το νόημα σε όλα αυτά;”
“Μα δεν καταλαβαίνω, εσύ δε ζούσες καν εδώ. Εσύ ήρθες απ’ έξω, και τώρα πάλι θες να ξαναφύγεις  γιατί διαπίστωσες πόσο άθλια είναι η ζωή σ’ αυτήν την πόλη;”
“Δεν έχει σημασία, η ζωή είναι άθλια γενικά, η ζωή είναι μια αρρώστια. Κι αν έμενα στο Φάληρο, κι  αν δεν έφευγα ποτέ, ποιό θα ταν το νόημα; Θα σπούδαζα κάπου στο εξωτερικό και μετά θα δούλευα  στα καράβια σαν τον πατέρα μου, ποιό το νόημα σ’ όλα αυτά;”
“Το νόημα ήταν ότι θα ζούσες, κι ότι θα ζούσες καλά, σίγουρα καλύτερα απ’ ότι ζεις εδώ.”
“Όχι, αυτό είναι ψέμα. Ποτέ και πουθενά δε θα ζούσα καλά σ’ αυτόν τον άθλιο κόσμο. Γύρω μου ο  κόσμος θα πέθαινε απ’ τη φτώχεια και την πείνα, κι εγώ θα ζούσα σε μια φούσκα έτοιμη να σκάσει  κάθε στιγμή. Η μιζέρια θα ταν πάλι η ίδια.”
“Α, δηλαδή είσαι ένας απ’ αυτούς τους περίεργους που πιστεύουν ότι η ευτυχία για να είναι αληθινή  πρέπει να μοιράζεται.”
“Όχι, είμαι ένας απ’ αυτούς τους περίεργους που δεν πιστεύουν καν στην ευτυχία, που βλέπουνε  μόνο μιζέρια και φρίκη.”
“Και νομίζεις ότι θα αλλάξεις αυτήν την κατάσταση μαζεύοντας μερικούς τρελούς σαν κι εσένα και  προσπαθήσεις να βγεις έξω απ’ την Αθήνα;”
“Όχι, ούτε πιστεύω, ούτε καν θέλω να αλλάξω την κατάσταση. Δε μ’ ενδιαφέρει. Αυτό που θέλω  είναι να κάνω κάτι στη δικιά μου τη ζωή, να ζήσω και να πεθάνω για μένα, όσο πιο ελεύθερος  γίνεται. Να δημιουργήσω ένα νόημα για μένα. Να κάνω κάτι τέλοσπαντων, δεν αντέχω άλλο αυτή  τη σαπίλα, αυτή τη βαρεμάρα, αυτή την αδράνεια. Και ναι, που ξέρεις, μπορεί και να ναι η σπίθα  που χρειάζεται για να ανάψει η φωτιά, μπορεί ο κόσμος να ξεσηκωθεί άμα δει πως κάποιος τα  κατάφερε και αντέδρασε. Αλλά αυτό δε με νοιάζει. Αυτό που με νοιάζει πραγματικά είναι να κάνω  κάτι για να νιώσω ζωντανός, κάτι να με πείσει πως υπάρχω. Το θέμα δεν είναι να αλλάξεις τον  κόσμο, το θέμα είναι να ξεκολλήσεις από την αδράνεια, να μπεις σε μια τροχία, να νιώσεις μέσα σου  ενέργεια.”
“Μα θα πεθάνεις, θα σε φάνε με το που πας να κάνεις κίνηση.”
“Δε με νοιάζει. Δε με φοβίζει ο θάνατος, αυτό που με φοβίζει είναι η απραξία, η αδράνεια που σου  λέω τόση ώρα. Το μόνο σίγουρο είναι ο θάνατος, γι’ αυτό και δε με τρομάζει, αλλά με τρομάζει η  ιδέα του να κάθομαι και να τον περιμένω να έρθει. Αυτό με τρομάζει. Και το σιχαίνομαι, το  σιχαίνομαι με όλη την ψυχή μου, όταν βλέπω τόσο κόσμο να πεθαίνει από πρέζα και αρρώστιες, από πείνα, ανήμπορος να κάνει το οτιδήποτε, να κρύβεται όταν ο ήλιος βγαίνει ψηλά στον ουρανό και  τον καίει. Εγώ θέλω να κοιτάζω τον ήλιο κατάματα, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει πως θα με τυφλώσει.”
Έσκυψα το κεφάλι κάτω. Δεν είχα τι ν’ απαντήσω. Υπήρχε μια γερή δόση λογικής μέσα σ’ όλη αυτή  την τρέλα. Γενικά νομίζω πως σε εποχές παραλογισμού σαν τη δική μας, το πιο λογικό είναι τελικά  το πιο παράλογο. Καταβάθος ήξερα πως είχε δίκιο. Καταβάθος συμφωνούσα μαζί του.
“Και,” είπα τελικά, “πώς θα το κάνεις αυτό; Πώς θα γίνει;”
“Δεν ξέρω ακόμα ακριβώς. Σίγουρα χρειάζομαι μερικά άτομα, έχω βρει ελάχιστους μέχρι στιγμής...  Είναι απίστευτο πόσοι κάθονται και γκρινιάζουν που δεν έχουν τίποτα και διαμαρτύρονται για όλα  μα όταν τους πεις ότι το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να ρισκάρουν το μόνο που τους έχει  απομείνει, τη ζωή τους, κωλώνουνε... Το σίγουρο είναι ότι θα χρειαστούμε μερικά όπλα και δυο -  τρία αμάξια.”
“Χα, και που θα τα βρεις αυτά;”
“Όπλα κυκλοφορούνε μπόλικα, δεν είναι δύσκολο. Είχα γνωρίσει τύπο στα Εξάρχεια που είχε μια  κλειδαμπαρωμένη αποθήκη γεμάτη γκάνια. Απλά ο βλάκας δεν τα δίνει πουθενά, λέει τα κρατάει για  την ώρα της εξέγερσης. Αρχίδια... Είναι αδιανόητη αυτή η κατάσταση στα Εξάρχεια... Όλοι μιλάνε  για εξεγέρσεις κι επανάστασεις και κανείς δεν κάνει τίποτα, όλοι πάνε και τραβάνε μαλακίες στις  συνελεύσεις και σε όλα διαφωνούνε, και μόνο σ’ ένα πράγμα τα βρίσκουνε - στο ότι δεν έχει έρθει  ακόμα η ώρα του πολέμου... Μόνο οι μηδενιστές κάτι κάνουνε, αλλά κι αυτοί στην τελική δεν πάνε  πουθενά. Κάνουνε ντου στα μαγαζιά και σκοτώνονται με μπράβους και μεταξύ τους.”
“Ξέρω, ναι, είχα ζήσει κι εγώ μια περίοδο στα Εξάρχεια.”
“Ναι, τέλοσπαντων... Αμάξια δεν ξέρω που θα βρούμε. Μόνο λεωφορεία και σκουπιδιάρικα  κυκλοφορούν σ’ αυτήν την πόλη.”
“Σίγουρα θα μπορούσες να βρεις στην Πλάκα ή κάπου εκεί τριγύρω.”

Η Πλάκα, το Ζάππειο, οι συνοικίες κάτω απ’ την Ακρόπολη και η πλατεία Συντάγματος ήταν οι  τελευταίες ‘καλές’ περιοχές της Αθήνας. Καλές με την έννοια ότι υπήρχε ακόμα αρκετός τουρισμός και έρρεε χρήμα. Υπήρχαν επίσης μπόλικα μαγαζιά, εμπορικά, μπαρ και ταβέρνες, κι ακόμα και  ξενοδοχεία. Η Παλιά Βουλή μάλιστα, στο Σύνταγμα, είχε μετατραπεί σε πολυτελές ξενοδοχείο,  πέντε αστέρων. Και φυσικά υπήρχε απίστευτη περιφρούρηση γύρω απ’ αυτές τις περιοχές,  αμέτρητες κλούβες, μηχανές και περιπολικά, άπειροι μπάτσοι σε κάθε γωνία. Στη Βασσιλίσης Σοφία, στη Βασσιλίσης Όλγας, στη Διονύσου Αρεοπαγείτου και στην Ερμού υπήρχε ένα μπλόκο κάθε  δέκα μέτρα. Κι επίσης, ήταν και οι μπράβοι που προσλάμβανε το κάθε μαγαζί για προστασία.

“Ναι, το ξέρω, αλλά είναι σχεδόν απίθανο να περάσεις, στην Πλάκα ή οποιαδήποτε απ’ αυτές τις  περιοχές. Δεν ξέρω, αυτό είναι το πιο δύσκολο κομμάτι του σχεδίου. Κάτι θα σκεφτώ...  Τέλοσπαντων, έπεσε το σκοτάδι σχεδόν. Θα με βοηθήσεις να μαζέψω μερικά σκουπίδια να βάλω  καμιά φωτιά;”
“Ναι, οκ. Πάμε.”
Φυσικά ηλεκτρικό ρεύμα δεν υπήρχε, οπότε αν ήθελες λίγο φως τη νύχτα έπρεπε αναγκαστικά να  ανάψεις φωτιά. Βγήκαμε στο δρόμο, προχωρήσαμε προς τους κάδους και μαζέψαμε κάτι χαρτόνια,  ελάχιστα ξύλα από κατεστραμμένα έπιπλα κι ό,τι άλλο μη πλαστικό βρήκαμε. Τα κουβαλήσαμε  πίσω στο υπόγειο κι ο Στέφανος τα ριξε μέσα σ’ ένα μαυρισμένο τσουκάλι που είχε, έβγαλε έναν  αναπτήρα και προσπάθησε να τ’ ανάψει. Εγώ αποχαιρέτησα και γύρισα στο δικό μου υπόγειο να  κοιμηθώ.


Αρχίσαμε να κάνουμε παρέα τακτικά μετά από κεινη την κουβέντα. Πότε πήγαινα εγώ στο υπόγειο  του, πότε ερχόταν αυτός στο δικό μου, και πότε πηγαίναμε μάζι στο υπόγειο κάποιου απ’ την παρέα μου. Κάθε φορά μου μίλαγε για το σχέδιο του με το ίδιο πάθος όπως την πρώτη φορά. Κι επίσης,  κάθε φορά όλο και αυξανόταν η πόσοτητα του κρασιού που πίναμε και η ποσότητα των τσιγάρων  που καπνίζαμε. Μια μέρα έσκασε σπίτι μου με τέσσερα μπουκάλια κόκκινο κρασί, και τότε  αποφάσισα να γίνω λίγο πιο αδιάκριτος.
“Έχεις λεφτά στην άκρη;” τον ρώτησα.
“Ναι,” απάντησε κοφτά.
“Καβατζώνεσαι απ’ τους δικούς σου στο Φάληρο, ε;”
“Όχι, δεν έχω κρατήσει καμία επαφή με τους δικούς μου. Απλά είχα βρει μια καλή δουλειά για μια  περίοδο.”

Οι δουλειές στην Αθήνα ήταν ελάχιστες, όλες μαύρες και κακοπληρωμένες. Υπήρχαν ελάχιστα μπαρ  και μαγαζιά, πάντα μισοάδεια και φυσικά πάμφθηνα, οπότε υπήρχαν μερικές δουλειές τύπου  μπαρμαν και σερβιτόρου, αλλά όλες ήταν καβατζωμένες από συγγενείς των αφεντικών. Υπήρχαν  επίσης μερικά περίπτερα. Από κει και πέρα, η πιο συνηθισμένη δουλειά ήταν αυτή του μπράβου.  Λόγω της εγκληματικότητας, όλα τα μαγαζιά και ακόμα και τα περίπτερα προσλαμβάνανε μερικά  άτομα για να δουλεύουν ως πορτιέρηδες και να διατηρούνε την τάξη και την ασφάλεια. Όσο πιο  πετυχημένο το μαγαζί, τόσοι περισσότεροι οι μπράβοι. Ακόμα, υπήρχαν πολλοί λαθρέμποροι,  κυρίως καπνού, τσιγάρων και κάθε είδους ναρκωτικών. Φυσικά ήταν και οι σκουπιδιάρηδες και οι  λεωφορειατζήδες, που ήταν και οι μόνοι νόμιμοι εργαζόμενοι, και τέλος οι διάφοροι εργάτες του  ποδαριού, αυτοί που επισκευάζανε μισογκρεμισμένες σκεπές, μπαλκόνια, έπιπλα και λοιπά, και οι  ράφτρες, που μπαλώνανε και πλένανε κάλτσες, πουκάμισα, παπούτσια και ρούχα για  πενταροδεκάρες. Ήταν βέβαια και οι διάφοροι ψειριστράκηδες και κλέφτες, μα οι περισσότεροι  απ’ αυτούς δεν είχαν καμία τύχη.
“Τι δουλειά, αν επιτρέπεται;”
“Μπράβος.”
Η αλήθεια είναι πως δεν την περίμενα αυτήν την απάντηση. Ο Στέφανος ήτανε βέβαια σωματώδης  και φαινόταν δυνατός, αλλά μόνο και μόνο από το στυλ του και την όλη του κοσμοθεωρεία δεν θα  το πίστευα πως δούλευε μπράβος αν δε μου το λεγε.
“Που; Σε μαγαζί;”
“Ναι, σε μια ταβέρνα κάτω απ’ την Ακρόπολη. Την είχε ένας οικογενειακός γνωστός κι έτσι έγινε το  κονέ.”
“Ψψψψ, κάτω απ’ την Ακρόπολη ε; Άρα μιλάμε για καλά λεφτά.”
“Ναι.”
Οι μπράβοι των περιπτέρων έπαιρναν γύρω στα τρια ευρώ τη βδομάδα, οι μπράβοι των μαγαζιών του κέντρου γύρω στα πέντε με εφτά, αλλά οι μπράβοι των μαγαζιών των καλών περιοχών της Αθήνας  έπαιρναν πολλά παραπάνω. Ήξερα έναν τύπο που έβγαζε 25 ευρώ τη βδομάδα, για λιγότερο από  οχτώ ώρες δουλειά τη μέρα!
“Άρα θα χεις κρατήσει κάμποσα στην άκρη.”
“Ναι, αρκετά. Αλλά δεν έχει σημασία, τα μόνα μου έξοδα είναι σε κρασιά, τσιγάρα και φούντα όποτε   κάτσει. Σίγουρα πάντως δεν είναι αρκετά για να πάρω αμάξι... Εσύ; Πώς τα βγάζεις πέρα;”
“Έχω τις άκρες μου. Μέχρι πριν μερικά χρόνια έκανα διάφορες δουλειές, είχα μάλιστα δουλέψει κι  ως γκαρσόνι πιο νέος. Καλά λεφτά... Τώρα απλά έχω μερικά στην άκρη, κι επίσης έχω κι ένα γέρο  θείο στην Ιταλία που, που και που, μου στέλνει προμήθειες και κανα φράγκο. Γενικά τη βγάζω.”
“Αχά, καλά είσαι...”
“Ναι, μια χαρά... Βρήκες καναν άλλο;”
“Τι έννοεις;”
“Ξέρεις, για τη μεγάλη έξοδο που μου λεγες. Έλεγες πως ψάχνεις άτομα να ρθουν μαζί σου.”
“Α, ναι. Όχι, δεν βρήκα. Αυτή η περιοχή δεν προσφέρεται. Αλλά ποτέ δεν ξέρεις. Μπορεί αύριο να  ρθουν να εγκατασταθούν δέκα μηδενιστές, και να ναι όλοι ψημένοι.”
“Χαχα, ναι, μπορεί. Αλλά οι πιθανότητες δεν είναι πολλές. Σχεδόν μηδενικές θα έλεγα.”
“Ναι, ίσως. Δεν πειράζει.”
Είχαμε σχεδόν τελειώσει το τρίτο μπουκάλι κι είχε αρχίσει να μας βαράει στο κεφάλι. Άρχισα να  σιγοτραγουδάω ένα παλιό ρεμπέτικο τραγούδι. Ο Στέφανος κατέβασε μονορούφι το υπόλοιπο κρασί του και σηκώθηκε να φύγει. “Σου αφήνω το τελευταίο μπουκάλι,” είπε. “Θα τα πουμε,” και βγήκε  έξω να πάει στο υπόγειο του.


Θα χε περάσει κανας μήνας, όταν για πρώτη φορά τον άκουσα να εκφράζει αμφιβολίες για το σχεδιό  του. Σε μια απ’ τις συνηθισμένες μας κρασοποσίες λοιπόν, κι αφού είχαμε ήδη τελειώσει το πρώτο  μπουκάλι, γύρισε μετά από μια μεγάλη παύση προς το μέρος μου.
“Αλέκο,” είπε, “δεν ξέρω, δεν είμαι σίγουρος. Υπάρχουν πολλά προβλήματα, δεν είναι τόσο απλό  όσο το φανταζόμουν.”
“Τι εννοείς;”
“Το σχέδιο, η μεγάλη έξοδος που σου λέω τόσο καιρό.”
“Ναι, σαν τι προβλήματα;”
“Καταρχάς, αυτό που φοβάμαι περισσότερο είναι ότι όλοι θα κάνουν πίσω την τελευταία στιγμή.  Όλοι θα κωλώσουν και θα μ’ αφήσουν μόνο μου. Δεν ξέρω αν θα μπορέσω να το κάνω μόνος μου.”
“Τους έχεις πει τα πάντα κι ακόμα δεν τους εμπιστεύεσαι;”
“Ναι, δεν τους εμπιστεύομαι. Δεν εμπιστεύομαι κανέναν. Ξέρω πως πάει, πως πάει πάντα, ελάχιστοι  είναι έτοιμοι να θυσιαστούν όταν χρειάζεται. Όλοι οι άλλοι, αν είχαν την επιλογή, θα το βαζαν στα  πόδια. Έτσι πάει. Όσο άθλια και φριχτή κι αν είναι η ζωή τους, είναι η ζωή τους, είναι το μόνο που  έχουν. Και ενστικτωδώς θα έκαναν τα πάντα για να μην τη χάσουν. Σαν το πρόβατο που το χει  αρπάξει ο λύκος κι εκείνο συνεχίζει να παλεύει, παρόλο που ξέρει ότι ακόμα κι αν ελευθερωθεί θα  είναι τόσο λαβωμένο και αργό που και πάλι ο λύκος θα το προλάβει. Την κρίσιμη στιγμή όλοι θα  σκεφτούν σαν αυτό το πρόβατο.”
“Εσύ όμως λες ότι δε φοβάσαι το θάνατο, εσύ λες πως είσαι έτοιμος.”
“Εγώ ναι, τους άλλους φοβάμαι.”
“Αυτό όμως είναι κάτι που αφορά μόνο εσένα. Αν οι άλλοι κάνουν πίσω, τότε είναι η επιλογή τους  και δε μπορείς να κάνεις τίποτα γι’ αυτό. Αν εσύ είσαι έτοιμος, τότε δεν χρειάζεσαι κανέναν.”
“Δεν είναι έτσι, αν πάω μόνος μου θα με καθαρίσουνε σε δυο λεπτά.”
“Και τι σημασία έχει; Ούτως ή άλλως θα σε καθαρίσουνε.”
“Ναι, άλλα πρέπει να προλάβω να προκαλέσω πανικό πριν το τέλος. Αν ήθελα απλά να πεθάνω θα  πινα κάθε μέρα πρέζα ή θα κρεμιόμουνα από το ταβάνι σαν τον τύπο που ζούσε πριν εδώ. Δε θέλω  απλά να πεθάνω όμως. Θέλω να φύγω μ’ έναν πάταγο.”
“’Ωχου αδερφέ μου, πολλές απαιτήσεις έχεις. Και τέλοσπαντων, όλα αυτά είναι υποθετικά. Εξάλλου  μου χες πει ότι έχεις βρει μερικά άτομα πρόθυμα να σε ακολουθήσουν.”
“Τρία, τρία άτομα μόνο...”
“Ε αρκετοί είστε, πόσους θέλεις;”
“Εκατό, πεντακόσιους, χίλιους. Όσο πιο πολλούς γίνεται.”
“Ε, άντε τράβα να τους βρεις τότε και καλή σου τύχη.”
Κοίταξε κάτω κι έμεινε για λίγο σιωπηλός μετά απ’ αυτό.
“Κι επίσης, είναι και τα όπλα,” είπε μετά από ώρα. “Δεν ξέρω που θα τα βρω.”
“Εσύ δεν είπες ότι ξέρεις κάποιον που έχει;”
“Ναι, αλλά επίσης είπα ότι δεν τα δίνει σε κανέναν. Τα χει κλειδαμπαρωμένα κάπου και κανείς δεν  ξέρει που.”
“Άμα υπάρχουν θα τα βρεις. Αρκεί να ρωτήσεις τα σωστά άτομα. Φαντάζομαι το αμάξι είναι  μεγαλύτερο πρόβλημα απ’ τα όπλα.”
“Ναι, αυτό επίσης. Δεν έχω ιδέα που μπορώ να βρω αμάξι. Δεν το συζητάω καν για Πλάκα και  λοιπές περιοχές, είναι απλά αδύνατο.”
Ήπια μια γερή γουλιά κρασί και κοίταξα προς το μέρος του.
“Κοίτα, σ’ αυτό ίσως να μπορώ να σε βοηθήσω.”
“Τι εννοείς;” με ρώτησε και τα μάτια του άστραψαν.
“Εννοώ ότι έχω έναν φίλο - το Μανώλη, τον ξέρεις - που έχει σε μιάν αποθήκη εδώ πιο κάτω ένα  αμάξι...”
“Αμάξι;!”
“Ένα παλιό μοντέλο, τογιότα αν θυμάμαι καλά. Έχει χρόνια να το λειτουργήσει όμως, πάνω από  πέντε. Δεν ξέρω αν θα δουλεύει ακόμα.”
“Πάμε να το δούμε!”
“Όπα, κάτσε, καταρχάς θα πρέπει να του μιλήσω. Δε νομίζω να χει πρόβλημα, παρατημένο το χει  ούτως ή άλλως, αλλά πρώτα πρέπει να τον ρωτήσω.”
“Ωραία, ωραία! Ρώτα τον, αύριο κιόλας ρώτα τον.”
“Θα τον ρωτήσω, αλλά σου λέω, είναι πολύ πιθανό να έχει χαλάσει, να μην παίρνει καν μπρος.”
“Ναι, το πιστεύω, αλλά αξίζει να το δούμε.”

Και όντως, την επόμενη μέρα έπιασα το Μανώλη και του μίλησα. Αποδείχτηκε πολύ εύκολο να τον  πείσω. Δεν του είπα φυσικά την αλήθεια, αλλά μια ιστορία που σκέφτηκα επιτόπου, ότι και καλά ο  Στέφανος είχε έναν γνωστό στο Φάληρο που πουλούσε μεταχειρισμένα αμάξια και θα μπορούσε να  το αγοράσει αν ήταν σε σχετικά καλή κατάσταση. Κι έτσι απλά μου έδωσε τα κλειδιά και για την  αποθήκη και για το αυτοκίνητο.

Πέρασα να πάρω το Στέφανο και μαζί πήγαμε ως την αποθήκη, δυο στενά πιο κάτω. Ανοίξα και  μπήκαμε. Το αμάξι ήταν ένα παλιό τογιότα γιάρις, μπλε στο χρώμα, με πολλές γρατζουνιές και  σκουριά στη λαμαρίνα, και φυσικά χωρίς πινακίδες. Ο Στέφανος άρπαξε τα κλειδιά απ’ τα χέρια μου  και μπήκε μέσα. Προσπάθησε να βάλει μπρος, μα μάταια. Πρόσπαθησε ξανά και ξανά. Μετά βγήκε έξω και άνοιξε το καπό.
“Η μπαταρία θέλει άλλαγμα σίγουρα,” είπε. “Και ίσως και το δυναμό. Και λογικά θέλει και λάδια και  βενζίνες και λοιπά.”
“Λάδια και βενζίνη έχουμε, σε κοίνο κει το έπιπλο. Από μπαταρίες και δυναμό δεν έχω ίδεα. Εσύ  ξέρεις καθόλου απ’ αυτά;”
“Λίγα πράματα. Πάντως χρειαζόμαστε σίγουρα καινούρια μπαταρία.”
“Δε μπορούμε να την επισκευάσουμε;”
“Δε νομίζω. Νομίζω θέλει άλλαγμα.”
“Και που θα βρούμε καινούρια μπαταρία;”
“Πφφ, δεν ξέρω... Σ’ αυτό το μέρος υπάρχουν πολλά συνεργεία πάντως.”
“Ναι, αλλά το τελευταίο έκλεισε πριν δεκαπέντε χρόνια.”
“Πιθανότατα θα βρούμε πολλά ανταλλακτικά μέσα όμως.”
“Ίσως, αλλά πώς θα μπούμε;”
“Αυτό είναι το μόνο εύκολο...”

Πράγματι, το ίδιο βράδι που ξανασυναντηθήκαμε έξω απ’ την αποθήκη, ο Στέφανος κρατούσε μια  ολοκαίνουρια μπαταρία μέσα στο κουτί της.
“Κάποιοι το λένε τύχη, εγώ το λέω αίτιο και αποτέλεσμα,” είπε χαμογελώντας.
Μπήκαμε πάλι μέσα κι ο Στέφανος έπιασε δουλειά. Μετά από κάμποση ώρα που κατάφερε να τη  συνδέσει, έπιασε ένα γυαλόχαρτο και βάλθηκε να καθαρίσει τα σκουριασμένα σημεία. Εγώ πήρα  ένα απλό πανί και καθάρισα πρόχειρα το παρμπρίζ και τα τζάμια. Μετά του βάλαμε λάδια και  βενζίνη, και τελικά ο Στέφανος μπήκε μέσα να δει αν υπήρχε βελτίωση. Με την τρίτη προσπάθεια,  το αμάξι πήρε μπρος. Σιγά σιγά έκανε όπισθεν και το αμάξι τσούλησε δυο μέτρα πίσω.
“Όπα,” του φώναξα, “μη βγεις πιο έξω, έφτασες στο όριο.”
Γενικά τα αμάξια πλέον στην Αθήνα ήταν ελάχιστα - αν υπήρχε δηλαδή κανένα - και αν κάποιο  έκοβε βόλτες τότε θα μάζευε γύρω του δεκάδες Αθηναίους που θα τρέχαν γύρω του να το δουνε  όπως οι μύγες τρέχουν γύρω απ’ τα σκατά.
“Δουλεύει!” φώναξε ο Στέφανος ικανοποιημένος.
“Ναι, όντως,” παρατήρησα.
Δώσαμε τα χέρια, βγήκαμε έξω και κλειδώσαμε, και μετά τράβηξε ο καθένας για το υπόγειο του. Η  επόμενη φορά που θα ξανάβλεπα το Στέφανο θα ταν μετά από μήνες. 

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου