Τετάρτη, 6 Απριλίου 2016

Πρεζόγατες



«Μα αφού και εσένα τα μουνάκια σ’αρέσουν» ακούστηκε να τιτιβίζει μια  γλυκιά φωνούλα απ’ το τηλέφωνο που έμοιαζε να διαμαρτύρεται. Ο Τζίμης δεν πίστευε όμως σε σε αυτά που άκουγε. «Άκου να σου πω μωρή σιχαμένη πόρνη» της φώναξε στερεώνοντας το ακουστικο ανάμεσα στο αυτί του και στον ώμο του προσπαθώντας να στρίψει ένα τσιγάρο με τα χέρια του. «Δεν με νοιάζει αν ξύπνησες ένα πρωί και αποφάσισες να πηδηχτείς με μια ράντομ τύπισσα, δεν με νοιάζουν καν τα πολιτικαλ κορέκτνες εγχειρίδια που σας μοιράζουν μαζί με το Κοράνι στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Ή θα γυρίσεις σε μένα ή θα σε φέρω  εγώ σαν ένα μεγάλο κομμάτι τυρί απ’ το μπακάλικο.

«Κίτρινη και νόστιμη;»
«Όχι! Γεμάτη τρύπες!»

Η φωνούλα αναστέναξε.

«Άκου να δεις Δημήτρη, πέρασα πολύ ωραία μαζί σου και λυπάμαι που ανακάλυψα ότι μ’αρέσουν οι γυναίκες μετά από 2 χρόνια, λυπάμαι που το ανακάλυψα με μια που δε θεωρείς καν ιδιαίτερα όμορφη. Θα τη στείλω να πάρει τα πράγματα μου από το σπίτι σου αύριο. Αντίο. Μην κάνεις καμιά βλακεία γιατί δεν θα μπορώ να σε καλύψω στους κοινούς μας γνωστούς.

Κλικ. Του το έκλεισε.Κι ο Τζίμης έμεινε με το ακουστικό στον ώμο και το τσιγάρο μισό.
«Παλι καλά» σκέφτηκε «Προλαβαίνω να βάλω λίγο φου μέσα» και ξεκίνησε να σπάει μερικά κλαδιά. Αφού έστριψε το μονοφυλλάκι του κάθησε να το σκεφτεί ψύχραιμα το πράγμα.
«Να κλέψω το πορτοφόλι της φίλης της αύριο που θα τη σκοτώσω ή όχι;»
«Που έχω κρύψει το σιγαστήρα;»
«Πώς είναι δυνατόν να προτιμάει ένα μουνί από μένα»

Αυτό το τελευταίο βέβαια ο Τζίμης το καταλάβαινε, κι ο ίδιος τις περισσότερες φορές προτιμούσε ένα καλό μουνί (ή ένα οποιοδήποτε μουνί) απ’ το να βρεθεί στην δυσσάρεστη κατάσταση να πρέπει να αντιμετωπίσει ή να ανεχτεί τον εαυτό του. Από τότε που οι γονείς του αποδημήσαν εις κύριον και του αφήσαν ένα μέτριο ποσό, όχι αρκετό για να γιολάρει αλλά αρκετό για να ζει φτωχικά χωρίς να δουλεύει, κάτι που προτιμούσε απ’ το να ζει κομπλέ δουλεύοντας, η μέρα του είχε μετατραπεί σε μια καθημερινότητα μαγειρέματος μακαρονιών, κατανάλωσης κακής ποιότητας αλκοόλ με φίλους και τα σχετικά. Τα τελευταία δυο χρόνια όμως, από τότε που είχε γνωρίσει την Νεφέλη είχε αρχίσει να δουλεύει ένα βιβλιο, το βιβλιο λεγόταν ΒΛΑΜΜΕΝΑ ΠΡΑΣΙΝΑ ΑΝΘΡΩΠΑΚΙΑ και ήταν μια νουβέλα στην οποία πόνταρε πολλά. Είχε ήδη στείλει αποσπάσματα σε δυο εκδοτικούς και είχε λάβει ενθαρρυντικές κριτικές, περίμενε πως και πως να τελειώσει για να τους το στείλει και αν δεν μπορούσε να γίνει διάσημος και πλούσιος τότε έστω να γίνει πλούσιος και διάσημος. Το χρήμα δεν ειναι το παν σε αυτή τη ζωη, αλλά η ζωή ειναι ΚΟΥΡΑΔΕΣ αν δεν έχεις λεφτά όπως έλεγε στη μάνα του όταν επισκεπτόταν τον τάφο της. Στον πατέρα του δεν έλεγε τίποτα, πέθανε κουφός.

Με αυτά και με αυτά ο Τζίμης έγινε λιώμα και κοιμήθηκε στον καναπέ, συνήθως έτσι αντιμετώπιζε τις δυσκολίες, στο δίπλα μαξιλάρι κοιμήθηκε η μικρή τσέχικη μπερέτα, ειδική παραγγελία που έκανε καιρό πριν από το ανατολικό μπλοκ, αν και απειλούσε ότι θα την χρησιμοποιήσει σε άνθρωπο κάτι τέτοιο δεν είχε χρειαστεί ακόμα.

ΝΤΡΙΝ! Ακούστηκε το κουδούνι. Τα μάτια του υποψήφιου συγγραφέα μισάνοιξαν. Κοίταξε το ρολόι -4 ευρώ από κινέζικο- που είχε στο χέρι του, τελικά με αυτά και με αυτά είχε κοιμηθεί κανονικό 9ωράκι.

«Ποιός να ναι...» μουρμούρισε
Άνοιξε την πάνω πόρτα του σπιτιού του και φώναξε δυνατά προς τα κάτω για να ακουστεί «ΝΑΙ ΠΟΙΟΣ;»

«Η Βιβή είμαι...»

Η Βιβή ήταν μια γειτόνισσα που έμενε λίγο παρακάτω. Η Βιβή ήταν επίσης η τύπισσα με την οποία στο εξής θα ήταν μαζί η πρώην του. Η Βιβή είχε έρθει να πάρει τα πράγματα της πρώην του.
Ο Τζίμης πέρασε την μπερέτα στο παντελόνι και κατέβηκε τα σκαλιά.

«Έρχομαι» μουρμούρισε και άνοιξε την πόρτα
«Γειααααααααα» μια χαρούμενη βιβή τον αγκάλιασε και έπιασε καταλάθος το όπλο του.
«Όπλο είναι αυτό ή χαίρεσαι που με βλέπεις;»

«Τσέχικη μπερέτα του 95, άντε γαμήσου...»
«Πρέπει να ξεπεράσεις τα μονογαμικά κόμπλεξ σου, εσείς οι ετεροκανονικοί-μονογαμικοί σχεσάκηδες είστε ο καρκίνος και η ανωμαλία της ανθρωπότητας»
«Σχεδόν ρατσιστικό» της απάντησε ο Τζίμης καθώς ανέβαιναν τις σκάλες «Θες καφέ;»
«Ένα μη-στρειτ άτομα δεν μπορεί να είναι ρατσιστικό απέναντι σε ένα στρειτ, μέτριο με πολύ γάλα παρακαλώ»
«Έτσι σας μαθαίνουν στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ; Νες ε;»
“Ναι, ποια ανταρσυα, αναρχικιά είμαι»
«Μα εσύ δεν έλεγες πριν κανά μήνα ότι οι αναρχικοί εκπροσωπούν την ψυχολογία της μικρής ιδιοκτησίας και ... τέλος πάντων δε θέλω να ξέρω τίποτα, θα πιεις τον καφέ σου, θα πιεις τον μπάφο σου, θα πάρεις τα πράγματα αυτής της μαλακισμένης και θα ξεκουμπιστείς από εδώ και ελπίζω να μην σας ξαναδώ ποτέ μπροστά μου, μερικές φορές αναρωτιέμαι γιατί δε το ρίχνω στην πρέζα»
«Γιατί δεν έχετε πιάτσα εδώ που μένεις» του απάντησε η Βιβή
«Ναι σωστό» 
«Αλλά αν θες μπορώ να σου βρω εγώ...»
«Χμμμ»
«Με κάποια ανταλλάγματα»
«Χμμμ»
«Ναι, ξέρω ότι σε έχει πειράξει αρκετά που έμπλεξα με την πρώην σου, υπόσχεσαι να μην την πειράξεις, να μην κάψεις το αμάξι  της, το σπίτι της  να μη τη χαρακώσεις στα μούτρα όπως έκανε πρόπερσυ αυτός ο παραννοικός μάγειρας που κάνεις παρέα και γενικά να συμπεριφερθείς σχετικά νορμάλ;»
«Αυτό που μου ζητάς είναι δύσκολό μετά από όσα έγιναν, άσε με να το σκεφτώ δυο λεπτά» είπε ο Τζίμης και άραξε να στρίψει κανά τσιγάρο.

«Είναι δυνατόν» σκέφτηκε «Αυτή η ηλίθια να πιστεύει στα σοβαρά ότι θα έκαιγα, σκότωνα, χτύπαγα, έσφαζα κλπ επειδή εκτός από την κόκα είπαν να αρχίσουν και τα πλακομούνια; Εντάξει παραμένω υπέρμαχος του ότι όλα τα προβλήματα λύνονται με ένα μαχαίρι και ένα όπλο στο χέρι και ίιιιισως να έχω δώσει την εντύπωση αγροίκου αλλά πως μπόρεσαν να ξεχάσουν και οι δυο τους τις χριστιανοκομμουνιστικές καταβολές μου τσ τσ τσ, και τέλος πάντων η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται κρύο, τα ναρκωτικα όμως...»

Ο Τζίμης σηκώθηκε και χαμογέλασε θαρρετά στην Βιβή. «Εντάξει γλυκούλα» της είπε «Ντιλ», «Θα σας αφήσω ελεύθερες να ζήσετε τον ελεύθερο έρωτα σας και ότι άλλη χαζοχίπικη νιου έιτζ μαλακία θέλετε ενώ σιωπηλά θα εύχομαι να σας πατήσει αμάξι ή τρένο, μπορώ να έχω την πρέζα μου τώρα;» 


Η Βιβή τον κοίταξε στα μάτια με μια ελαφριά απέχθεια την οποία αυτός ανταπέδωσε στο διπλάσιo τουλάχιστον. Στη συνέχεια του ακούμπησε κάτι στο μεγάλο ξύλινο τραπέζι του σαλονιού και πήγε να μαζέψει τα πράγματα της αγαπημένης της απ’ την κρεβατοκάμαρα. Ο Τζίμης πήγε να τσεκάρει το σταφ. Ήταν δυο μικροί μαυριδεροί βράχοι, τουλάχιστον 2g.


***

Όταν έφυγε επιτέλους η «Πουτάνα που του χαλάσε το σπιτικό» ο Τζίμης έφτιαξε ένα καφεδάκι έστριψε έναν ακομα μπάφο και αισθάνθηκε μια τρομερή μοναξιά να τον κατακλύζει.

«Κάποια μέρα θα πεθάνω εδω μέρα και θα τους πάρει μέρες να με ανακαλύψουν» σκέφτηκε

και κατόπιν σα να απαντούσε μόνος του στον εαυτό του είπε
«Ωραία θα ήταν να είχα μερικές γάτες για παρέα, έστω στον κήπο»

Ντύθηκε λοιπόν στα γρήγορα και πήγε μέχρι το κοντινότερο σούπερ μάρκετ όπου αγόρασε φαί για γάτες, 2 κιλά ξηρά τροφή και γέμισε ένα μπολ στο μπαλκόνι ακριβώς έξω απ’ το γραφείο του, άνοιξε το word με τη νουβέλα του και συνέχισε να γράφει, λίγη ώρα μετά μια όμορφη πορτοκαλομαύρη γάτα πλησίασε να φάει. Ο Tζίμης την παρατήρησε που έφαγε λίγη απ’ την ξηροτροφη κι αφού τον κοίταξε κι αυτή λίγο από απόσταση έφυγε. Μέσα στη μέρα πέρασαν άλλες δύο γάτες, μια γκρίζα λεπτή και μια μαύρη φουντωτή. Απ’ τις τρεις γάτες μόνο η μία, η γκρι ήταν αρσενικιά και μάλλον ήταν η υπεύθυνη για την εγκυμοσύνη της πρώτης, της πορτοκαλομαύρης.

Ο Τζίμης είχε χαρεί για την καινούργια παρέα που είχε αποκτήσει. Η νουβέλα του προχώρησε απίστευτα πολύ με μόνο κόστος τα ελάχιστα ψωροευρώ της ξηροτροφής ενώ διαπίστωσε και πόσο του άρεσε η γατίσια συντροφιά, τα νιαουρίσματα του είχαν γεμίσει τόσο πολύ τη μέρα που ξέχασε και την πρώην του και τη γκόμενα της και την πρέζα που είχε σπίτι και με την οποία είχε εξαγοραστεί η σιωπή και η νηφαλιότητα του. Χαρούμενος λοιπόν πάτησε το enter στο word και πήγε για ύπνο.

***
Την επόμενη μέρα ξύπνησε με όρεξη και γέμισε πάλι το μπολ των γατιών του. Έφτιαξε στο καπάκι ένα φλυτζάνι καφέ και άρχισε να γράφει. «Μιαααου μιάουυ» ακούστηκαν οι γάτες που πλησιάζαν λαίμαργα την τροφή. «Αχ ήρθαν» σκέφτηκε και γύρισε να τις αντικρύσει. Και ήταν πράγματι όλες εκεί και οι τρεις του. «Κρίμα που είναι μόνο αυτές» σκέφτηκε. «Η γειτονιά έχει δεκάδες, θα μπορούσαν  να τρώνε όλες εδώ»

Στο μεταξύ οι γάτες έφαγαν και έφυγαν«Ή έστω να κάθονται πιο πολύ» πρόσθεσε με πίκρα ο Τζίμης.

Και τότε κοίταξε τα δύο γραμμάρια πρέζας που είχε ακουμπισμένα πάνω στο τραπέζι.
Λες; Σκέφτηκε ο Τζίμης και αμέσως προχώρησε στην πράξη που συνέλαβε, σηκώθηκε άνοιξε το σακουλάκι με τα 2 γραμμάρια τα έσπασε σε λεπτή λεπτή σκόνη και την έβαλε σχεδόν όλη μέσα σε κιμά που είχε ετοιμάσει γιαυτόν, στην συνέχεια έψησε τον κιμά και τον μοίρασε σε 4 πιάτα, έβαλε το ένα εκει που συνήθιζε να αφήνει φαγητό και τα άλλα τρια σε διαφορετικά μέρη έξω απ’ το σπίτι, μπήκε πάλι μέσα και αποφάσισε να κάνει τη μια καλή γραμμή που του είχε μείνει, τσακ μπαμ την κατέβασε με δυο σνιφαρίσματα. Ο Τζίμης δεν είχε ξανακάνει πρέζα και η αίσθηση του ήταν σχετικά πρωτόγνωρη. Αρχικά ένιωσε ένα πολύ δυνατό κάψιμο στα ρουφούνια που έφτανε μέχρι τον εγκέφαλο του και τον πίεζε να μην ανασαίνει από την μύτη του , όταν έπαψε αυτό το κάψιμο του, μια γλυκιά ηρεμία φώλιασε στον εγκέφαλο του και εγκαθίδρυσε ένα καθεστώς αυταρχικής ευτυχίας. Μια μεραρχία τεθωρακισμένων έριξε την δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση της ζωής που ήταν συνήθως σκατά και έφερε μια μιλιταριστική ένωση της χαράς και της απόλαυσης. Τα μάτια του Τζίμη γλάρωσαν, ένιωσε το κορμάκι του να πέφτει και ίσα που πρόλαβει να κινηθεί προς τον καναπέ όπου και σωριάστηκε σε λήθαργο.

«Μιάου Μιάου»

Ο Τζίμης ξύπνησε και αντίκρυσε μια όμορφη πορτοκαλί γάτα πάνω στο κεφάλι του. Είχε έντονο πονοκέφαλο, κοίταξε το ρολόι του, ήταν απόγευμα της επόμενης μερας, είχε κοιμηθεί κάπου 15 ώρες, δεν ήξερε τη γάτα, ούτε τι έκανε εκεί μέσα και πάνω του. «Σκατά» μουρμούρισε και σηκώθηκε. ;Eντρομος παρατήρησε ότι το ένα του τζάμι ήταν σπασμένο και η τρύπα είχε το σχήμα γάτας. Ένα αιλουροειδές είχε ξεκάθαρα ασπαστεί τον σουνιτικό ριζοσπαστικό ισλαμισμό και είχε πραγματοποιήσει ένοπλη επίθεση αυτοκτονίας στο σπίτι του.  Το οποίο παρεπιπτόντως είχε γεμίσει από άλλες γάτες. Ο Τζίμης χάζεψε τα μικρά τέρατα που κόβαν άνετα βόλτα μεσα στο σπίτι  και αναρωτήθηκε τι τα έφερε εδώ. Ξάφνου κατάλαβε. Κάποια γάτα που της άρεσε περισσότερο η πρέζα από τις άλλες κατάλαβε ότι το βαποράκι ήταν ο Τζίμης και έσπασε το τζάμι για να βρει κι άλλη, οι υπόλοιπες ακολούθησαν και τώρα να τες, όμορφες και εξαρτημένες.

«Μωρά μου θα σας ταίσω εγώ, νιάου νιάου» είπε ενθουσιασμένος ο Τζίμης χαρούμενος που κάποιος είχε πλέον την ανάγκη του και στο καπάκι πήρε τηλέφωνο τη Βιβή.
«Παίζει να με φτιάξεις;»

«Ναι ρε λοςψη...»

Και έτσι οι γάτες είχαν πάλι το φαγητό τους και ο Τζίμης τη μυτιά του.

Αυτή η ιστορία συνεχίστηκε για μερικές μέρες και βδομάδες. Το σπίτι του Τζίμη έγινε ένας παράδεισος γατολασίας και οργίων. Το απόγευμα αυτός και οι γάτες του ξύπναγαν ετρώγαν μακαρόνια, ξηροτροφή, νερό, κρασί και πρέζα και ακολουθούσε σεξ, τσόντες, ύπνος, καφές, τσιγάρα, κόκα κόλα, νυχιές, χαιδέμα, τραβήγματα ουρών κάτουρα στο πάτωμα και άλλα τέτοια όμορφα και όλοι ζούσαν μίζερα αλλά ευτυχισμένα σαν μια –καθόλου μικρή- γατοοικογένεια. Μέχρι που μια μέρα...

Μια μέρα, πρωί πρωί κι όλας που δεν υπήρχε καμία περίπτωση ο Τζίμης να ξυπνήσει από μόνος του όλα άλλαξαν. Κάτι κρύο χτύπησε στα μούτρα τον υποψήφιο συγγραφέα που είχε παρατήσει τη νουβέλα για αφοσιωθεί στις γάτες και στα ναρκωτικά. Και δεν ήταν μόνο η πραγματικότητα.

«Τι μεγάλο που είναι μπορώ να το χαιδέψω; μμμμ» ψέλισσε ο Τζίμης

«ΣΗΚΩ ΟΡΘΙΟΣ ΠΑΛΙΟΠΟΥΣΤΗ» ούρλιαξε μια φωνή
Ο Τζίμης άνοιξε λίγο τα μάτια του, δεν είδε γάτες αλλά 4 ανθρώπους με φουλφεις και ντυμένους στα χακί να τον σημαδεύουν με αυτόματα όπλα, ο πιο κοντινός του, που πιθανώς ήταν και ο αρχηγός είχε φέρει το όπλο του τόσο κοντά που ακουμπούσε τον Τζίμη στο πρόσωπο.

«Λοιπόν πρεζάκια σε ακούμε»

«Ε; Ποιός πρεζάκιας;»
«Εσύ είσαι πρεζάκιας, εμείς είμαστε επαναστάτες»
«Κάποιο λάθος κάνετε, μάλλον και για τα δύο»
«ΤΙ ΛΕΕΙ ΑΥΤΟΣ ΑΡΧΗΓΕ!»
«Σιωπή Μπατσοφονιά! Άσε να μιλήσω εγώ, Από αξιόπιστες πηγές μάθαμε ότι είσαι χρήστης ΠΡΕΖΑΣ, άρα ΑΝΤΙΚΟΙΝΩΝΙΚΟ στοιχείο, ΑΧΡΗΣΤΟ για την ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ και ως εκτουτου θα μπορούσες κάλλιστα να ΜΗΝ υπάρχεις»
«... με συγχωρείτε, ποιοί είστε ακριβώς, γιατί μπήκατε στο σπίτι μου, να σας φτιάξω έναν καφέ;»
«Ναι» είπε ένας απ’ τους επαναστάτες
«Σκασμός Δολοπλόκε της νύχτας!» ξαναείπε ο αρχηγός «Δε θέλουμε τον καφέ σου, ανήκουμε στην επαναστατική οργάνωση Κίνημα για τη Διάδοση της Διατροφής της Γυμναστικής και του Ποδοσφαίρου, κοινώς ειμαστε οι γνωστοί ΚΔΔΓΠ και εμείς δεν ανεχόμαστε πρεζάκηδες στα μέρη μας»
«Μα δεν πάω στα μέρη σας, έχω να βγω απ’ το σπίτι μου μέρες και μέρες»
Οι επαναστάτες σκάλωσαν λίγο.

«Σωστό αλλά προωθείς τον τρόπο ζωής σου σαν σωστό» είπαν τέλος
«Πλάκα κάνετε; Πέρσυ απολύθηκα από τη μόνη δουλειά που είχα ποτέ επειδή έλεγα στους πελάτες ότι αν αγοράσουν το τάδε gadget θα γίνουν σαν εμένα και ποιος θέλει να γίνει σαν εμένα τέλος πάντων» απάντησε ο Τζίμης
«Εχμ, εντάξει εντάξει» αμηχανεύτηκαν ακόμα περισσότεροι οι ένοπλοι του ΚΔΔΓΠ αλλά τι έχεις να πεις για τα φριχτά βασανιστήρια στα οποία υποβάλεις τα ζώα που μένουν μαζί σου, και μόνο γι’αυτό πρέπει να σε σκοτώσει κάποιος.
«Ποιά βασανιστήρια, τους αρέσει η πρέζα»
«Σε εμάς όχι όμως»
«... δεν μου φαίνεται επαρκής λόγος για να με σκοτώσει το επαναστατικό κίνημα»
«Κοίτα φίλε, άκου να δεις πώς έχει το πράγμα, είσαι πρεζάκιας, δίνεις απ’ την πρέζα σου στις γάτες σου, εδώ και δυο χρόνια ποστάρεις μίζερα άρθρα στο ιντυμίντια που δεν είναι ιδιαίτερα υπέρ της οργάνωσης μας...»
«Τι σχολίασα εγώ εναντίον της οργάνωσης σας;»
«Δείξε του Μπατσοφονιά»
Ο Μπατσοφονιάς έβγαλε ένα χαρτί απ την τσέπη του. Και διάβασε δυνατά

«ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ ΠΕΡΣΥ ΣΤΟ ΙΝΤΥΜΙΝΤΙΑ:
ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΕΡΕΥΝΕΣ Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ ΠΡΟΠΟΝΗΣΗ ΜΕ ΒΑΡΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ ΕΝΩ Η ΔΙΑΤΡΟΦΗ ΜΕ ΑΝΩ ΤΩΝ 2G ΠΡΩΤΕΙΝΗΣ ΑΝΑ ΣΩΜΑΤΙΚΟ ΚΙΛΟ ΚΡΙΝΕΤΑΙ ΥΠΕΡΒΟΛΙΚΗ ΚΑΙ ΜΗ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ»

«...δεν καταλαβαίνω» ψέλισσε ο Τζίμης

«Προωθείς τα ναρκωτικά»
«ναι»
«Και τη σαπίλα»
«μα...δεν...»
«Γενικά είσαι λίγο φλώρος ρε φίλε, δεν κάνεις για την επανάσταση»
«Μα είχα γκόμενα...»
«Και που είναι τώρα;»
«Δεν είναι μαζί μου»
«Προτιμήσε κάποιον άλλο ε;»
«Μπορείς να το πεις και έτσι»
«Το φαντάστηκα, μπατσοφονιά, σκότωσε τον άλλωστε όλοι οι πρεζάκηδες είναι μπάτσοι κατά βάθος»
«Όχι μη ρε παιδ...» ΜΠΑΜ! Ο Μπατσοφονιάς πυροβόλησε στο κεφάλι τον Τζίμη.
«Φύγαμε;»
«Πίσω στο αρχηγείο μάγκες».

Και η επαναστατική οργάνωση του ΚΔΔΓΠ έφυγε για τα λημέρια της. Και οι πρεζόγατες, μόνες τους, χωρίς αφεντικό να τις χαίδεψει, να τις φροντίσει ή έστω να τους δώσει την καθημερινή τους δόση άρχιζαν να βυθίζονται στον πυρετό της αρρώστειας τους και όλες μαζί, περίπου 20, κούρνιασαν πλάι στο πτώμα του σχεδόν ιδιοκτήτη τους και έβγαλαν ένα λυπητερό αποχαιρετιστήριο νιαούρισμα πριν εξαφανιστούν για πάντα απ’ την τρύπα στο παράθυρο που είχαν χρησιμοποιήσει και την πρώτη φορά που ήρθαν στο σπίτι του Τζίμη. Κι όταν η αστυνομία βρήκε το πτώμα τρυπημένο από σφαίρα και κάτι υπολείματα πρέζας στα δωμάτια είπε στους δημοσιογράφους της μικροαστικής περιοχής που έμενε ο Τζίμης να γράψουν ότι πιθανότατα ήταν ξεκαθάρισμα λογαριασμών αλλά δεν είχαν να φοβούνται τίποτα., η αστυνομία θα προστάτευε την περιοχή απ’ τις μαφίες.