Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2015

Η Πολιτεία των Αρουραίων - Μέρος Α'



Αθήνα, 28η Οκτωβρίου 2040
Σήμερα ήταν η μεγάλη μέρα. Όλος ο καλός κόσμος θα είχε μαζευτεί στις καλές και καθαρές πλατείες και τους σημαιοστολισμένους δρόμους των επιλεγμένων δήμων και περιοχών της Αθήνας, και με περηφάνεια θα βγάζανε φωτογραφίες τα παιδιά τους, που με βηματισμό στρατιωτικού τύπου θα παρέλαυναν μπροστά τους. Σήμερα ήταν η 100στη επέτειος του ΟΧΙ, της νίκης του ελληνικού λαού  απέναντι στο ναζισμό και το φασισμό. Εμάς, δε μας ενδιέφερε καθόλου.

Πολλοί σ’ αυτή τη γειτονιά δεν ήξεραν καν περί τίνος πρόκειται. Τα περισσότερα πιτσιρίκια δεν  είχαν ιδέα. Δεν είχαν ακούσει ποτέ για κανέναν μεγάλο πόλεμο, καμιά ναζιστική εισβολή και καμιά ελληνική αντίσταση. Δεν είχαν ιδέα. Αυτοί δεν ζούσαν σε κάποιον ‘επιλεγμένο δήμο ή περιοχή’, που  τέτοιες μέρες φιλοξενούσε παρελάσεις στις πλατείες του. Αυτοί το μόνο που ξέραν ήταν η βία, η  πείνα, η φτώχια, η παρανομία, η μπάλα και τα κάθε λογής ντρόγκια. Αλλά ακόμα και μεις που  ξέραμε, καμία όρεξη δε θα χαμε να πάμε να δούμε την παρέλαση - κι ας ήταν μια απ’ τις λίγες μέρες  που δεν θα χαμε πρόβλημα να κυκλοφορούμε ανάμεσα σ’ αυτούς, τους κατοίκους των επιλεγμένων  δήμων. Εξάλλου, έξω είχε πιάσει τους 36 βαθμούς, κι εμείς προτιμούσαμε να σαπίζουμε σε βρώμικα  υπόγεια και παρατημένα πάρκα.

Ο καιρός είχε αλλάξει αρκετά τα τελευταία χρόνια. Πλέον, μέχρι και τα τέλη Νοέμβρη ήταν  καλοκαίρι. Έφτανε, καμιά φορά, ακόμα και τους 40 βαθμούς, αν και προς τέλη Οκτώβρη-αρχές Νοέμβρη ήταν κάπως καλύτερα. Τα βράδια είχε λίγη δροσιά. Μετά, τον Δεκέμβρη γινότανε  απότομα χειμώνας, και πολλές φορές χιόνιζε κιόλας. Δεν υπήρχε πια φθινόπωρο, ούτε και άνοιξη.  Μόνο καύσωνας και παγωνιά. Και εμείς γενικά αποφεύγαμε και τον καύσωνα, και την παγωνιά.
Τέλοσπαντων, ήταν εκείνη η μέρα που γνώρισα το Στέφανο. Τον είχε φέρει ο φίλος μου ο Νίκος ν’  αράξει μαζί μας στο υπόγειο του. Μας είπε πως είχε μόλις μετακομίσει στο υπόγειο απέναντι, που  παραδόξως ήταν καιρό τώρα παρατημένο. Η γειτονιά μας γενικά ήταν μια απ’ τις χειρότερες  γειτονίες της περιοχής. Οι περισσότερες πολυκατοικίες είχανε γκρεμιστεί, κι όσες στέκονταν ακόμα  ήταν ετοιμόρροπες. Βρισκόταν ανάμεσα από τις παλίες αποθήκες ενός σούπερ μάρκετ, και τις ράγες  του ΟΣΕ. Ακόμα περνούσε το τραίνο κάθε μέρα κι έκανε αυτόν το φρικτό θόρυβο και το έδαφος  σειόταν. Δε μπορούσα να φανταστώ γιατί ένας νέος άνθρωπος σαν το Στέφανο να μετακομίσει σ’  αυτήν την περιοχή. Όχι ότι οι άλλες ήταν καλύτερες, αλλά τουλάχιστον υπήρχε πιο πολύς κόσμος,  υπήρχε ζωή, υπήρχαν μερικά περίπτερα που πουλούσαν μπύρες και τσιγάρα, σε κάποιες περιοχές  υπήρχανε ακόμα και μπαρς. Εδώ δεν υπήρχε τίποτα, μόνο εμείς, μερικοί γέροι, και δυο- τρεις πιτσιρικάδες, στην ηλικία του Στέφανου, ετοιμοθάνατα πρεζάκια. Μα ο Στέφανος δεν ήταν  ετοιμοθάνατο πρεζάκι, ή τουλάχιστον δεν φαινότανε. Τον κεράσαμε ένα μονόφυλλο τσιγάρο κακού  αλβανού, και του πιάσαμε κουβέντα.

“Πώς και βρέθηκες εδώ;”
“Δεν ξέρω, τυχαία. Περαστικός είμαι. Θα κάτσω λίγο καιρό και θα φύγω πάλι,” απάντησε.
“Αα, είσαι απ’ αυτούς τους αρουραίους-ταξιδιώτες," είπε ένας απ’ την παρέα μας και γέλασε. Αρουραίους-ταξιδιώτες λέγαμε αυτούς τους τύπους που γυρνούσαν από γκέτο σε γκέτο, απ’ όλες τις χειρότερες  περιοχές της Αθήνας, μα ποτέ δεν μπορούσαν να βγούνε παραέξω. Υπήρχαν ακόμα αρκετοί τέτοιοι. 
“Ναι, μπορείς να το πεις κι έτσι.”
“Από που έρχεσαι;”
“Τελευταία στάση μου ήταν στον Άγιο Παντελεήμονα. Αλλά δεν έμεινα πολύ εκεί. Στο Αιγάλεω είχα  εγκατασταθεί πριν φύγω για δω.”
“Αλλά που γεννήθηκες, από που ξεκίνησες;”
“Απ’ τον Πειραιά.”

Ο Πειραιάς ήταν σε κάπως καλύτερη κατάσταση - οι περιοχές κοντά στη θάλασσα τουλάχιστον.  Ακόμα το λιμάνι του ήταν βασικός πόρος για την οικονομία του κράτους. Έρχονταν ακόμα κάποια  εμπορικά πλοία, μα κυρίως, έρχονταν πολλά τουριστικά. Τα περισσότερα ήταν κρουαζιερόπλοια  που γυρνούσαν τη Μεσόγειο, και λιγότερα εξυπηρετούσαν τη μεταφορά στα διάφορα νησιά του  Αιγαίου, και την Κρήτη - το πιο τουριστικό μέρος της Ελλάδας. Το Πασαλιμάνι λοιπόν, το Φάληρο  και κάποιες άλλες περιοχές ήταν πιο προσεγμένες, οι κάτοικοι τους γενικά ήταν σε καλύτερη μοίρα  απ’ αυτούς του κέντρου.
“Που στον Πειραιά;”
“Φάληρο.”
Όλοι σταθήκαμε λίγο σιωπηλοί.
“Πόσο χρονών είσαι;” τον ρώτησα.
“21,” απάντησε.
“Και γιατί έφυγες από κει;”
Κοίταξε στο πάτωμα, συλλογίστηκε για λίγο τι θα μπορούσε να απαντήσει σ’ αυτήν την ερώτηση.
“Δεν ξέρω. Απλά έφυγα.”
Η απάντηση δεν ικανοποίησε κανέναν στην παρέα, μα δεν το συνεχίσαμε. Πήρα μια τζούρα απ’ το  τσιγάρο και το γύρισα. Μόνο η τζιβάνα είχε απομείνει, μα εμείς το καπνίζαμε ακόμα.
“Και,” τον ρώτησα μετά από λίγο, “το πρόγραμμα τι λέει; Τι θα κάνεις όταν θα φύγεις από δω;”
“Δεν υπάρχει πρόγραμμα,” απάντησε. “Δεν υπάρχει τίποτα να κάνω. Λογικά θα συνεχίσω το  περπάτημα. Δεν ξέρω που μπορώ να πάω. Ίσως κινηθώ προς Χολαργό.”
“Δε θα σ’ αφήσουν να περάσεις. Ο Χολαργός είναι το τελευταίο σύνορο πριν τα βόρεια προάστια.  Μόνο στρατιωτικοί και μπάτσοι ζουν εκεί, και φυσικά δεν αφήνουν κανέναν απ’ το κέντρο να  περάσει.”
“Ε, εντάξει. Θα δούμε όταν έρθει η ώρα. Ακόμα είναι νωρίς, μόλις ήρθα και θέλω να κάτσω λίγο  καιρό εδώ. Μερικούς μήνες, δεν ξέρω. Θα δω. Να σε ρωτήσω... πώς είπαμε ότι σε λένε;”
“Αλέξανδρο.”
“Να σε ρωτήσω, Αλέξανδρε, που γίνεται το κοντινότερο συσσίτιο;”
“Εδώ πιο πάνω, στην εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής. Έχει μπόλικο φαί, γιατί δε μένει πολύς κόσμος σ’ αυτήν την περιοχή. Να φανταστείς, κάθε δεύτερη Τρίτη έχουμε κρέας!”
“Α ναι; Στο Αιγάλεω μας βγάζαν κρέας μόνο μια φορά το μήνα... Ωραία. Και νερό από κει πάλι, ε;”
“Ναι, ναι. Έχουν μια βρύση και μπορείς να πας να γεμίσεις. Έχεις μπιτόνι;”
“Έχω ένα μεγάλο παγούρι, μου αρκεί.”
“Οκ. Ναι, κι επίσης έχουν βάλει και μια ντουζιέρα, μπορείς να πας να πλυθείς μια φορά την  εβδομάδα.”
“Α, ωραία, καλό αυτό. Και αλκοόλ; Που μπορώ να βρω αλκοόλ;”
“Μακριά. Το κοντινότερο περίπτερο είναι στον Άγιο Παντελεήμονα - πρέπει να το είδες όσο ήσουν  εκεί. Καμιά φορά φέρνει και ο τύπος που μας δίνει φούντα, αλλά το πουλάει ακριβά, τριάντα λεπτά  το κιλό. Εμείς ζήτημα να χουμε πάρει απ’ αυτον τρεις φορές.”
“Ναι, όντως, δεν αξίζει. Καλύτερα απ’ το περίπτερο.”
“Καπνίζεις;” τον ρώτησα.
“Που και που, άμα βρω τσιγάρο δηλαδή.”
“Να, πάρε.” Του έδωσα τον καπνό μου κι ένα κομματάκι χαρτί απ’ την εφημερίδα μου.
“Ντραμ; Τυποποιημένος; Που τον βρήκες αυτόν τον καπνό;”
Στην Αθήνα δεν υπήρχαν πια τυποποιημένοι καπνοί, μόνο κάτι απαίσια αφορολόγητα πακέτα  βιομηχανικά τσιγάρα και κάποιοι χύμα καπνοί που φέρνανε πλανόδιοι έμποροι από την επαρχία.  Εγώ είχα την τύχη να έχω έναν θείο στην Ιταλία, ο οποίος που και που μου έστελνε κάποια χρήματα, φαγητά, καφέ, κρασί και καπνό.
“Έχω τις άκρες μου,” απάντησα.
Ο Στέφανος έστριψε ένα χοντρό τσιγάρο και το κάπνισε αμίλητος. Μετά σηκώθηκε, αποχαιρέτησε  και κίνησε για το υπόγειο του.


Την επόμενη μέρα ξύπνησα ορεξάτος. Περπάτησα ως την εκκλησία, πλύθηκα, άφησα λίγο τα  βρώμικα μου ρούχα να μουλιάσουν, κι αφού στέγνωσαν πήγα προς τον Άγιο Παντελεήμονα.  Αγόρασα ένα λευκό κρασί των είκοσι λεπτών απ’ το περίπτερο, πήρα δυο πλαστικά ποτήρια και  μετά γύρισα πίσω στη γειτονιά. Μπήκα στο υπόγειο του Στέφανου αντί για το δικό μου. Όλο το  σπίτι μύριζε σαν πτώμα σε αποσύνθεση. Ο Στέφανος καθότανε κάτω, σε μια γωνία, κάπνιζε ένα  τσιγάρο και διάβαζε ένα βιβλίο. Τον χαιρέτησα φωναχτά και σήκωσε το κεφάλι του απότομα - δε μ’  είχε πάρει χαμπάρι.
“Τι διαβάζεις;” τον ρώτησα.
“Φίλιπ Ντικ,” απάντησε.
“Α, Ντικ, ε; Ποιό βιβλίο;”
“Ο άνθρωπος στο ψηλό κάστρο.”
“Α ναι, το ξέρω, το χα διαβάσει κάποτε, πολλά χρόνια πριν. Ωραίο βιβλίο.”
“Ναι, καλό φαίνεται. Δεν ξέρω, τώρα τ’ άρχισα.”
“Που το βρήκες;”
“Εδώ, σ’ αυτό το υπόγειο, μαζί με πολλά άλλα. Να, εκείνη εκεί η μικρή βιβλιοθήκη, εκεί στη γωνία.  Είναι γεμάτη βιβλία.”
“Χα, ωραία, μπορεί να δανειστώ κανένα.”
“Ναι, οκ.”
“Έφερα να πιούμε ένα κρασί.”
“Καλά έκανες.”
Έβγαλα το μπουκάλι και τα δυο ποτήρια και σερβίρισα. Τσουγκρίσαμε και κατεβάσαμε από μια γερή  γουλιά.
“Αααχ, απαίσιο,” έκανε ο Στέφανος χαμογελώντας.
“Ε, τι περίμενες;”
Μείναμε για λίγο σιωπηλοί να κοιτάζουμε το πάτωμα. Η μυρωδιά του πτώματος ήταν ακόμα έντονη.
“Γιατί μυρίζει τόσο άσχημα έδω μέσα;” τον ρώτησα.
“Γιατί μέχρι προχτες που ήρθα εδώ υπήρχε ένα πτώμα που σάπιζε.”
“Χα, εκείνος ο τύπος ε; Άρα τελικά δεν έφυγε ποτέ. Κι αυτό εξηγεί και γιατί δεν είχε εγκατασταθεί  κανείς άλλος πριν από σενα σ’ αυτό το υπόγειο.”
“Μπα, αυτό ήταν απλά τύχη. Σχεδόν σε κάθε σπίτι στην Αθήνα θα βρεις τουλάχιστον ένα πτώμα  μέσα, αλλά δεν έχει σημασία, αν δεν έχεις που να μείνεις δε σ’ ενδιαφέρει. Απλά φορτώνεις το  πτώμα μέσα σε μια σακούλα, και πας και το πετάς στο νεκροταφείο, μαζί με χιλιάδες άλλα ανώνυμα  πτώματα. Και μετά ούτε γάτα ούτε ζημιά. Αλλά πες μου, τον ήξερες αυτόν τον τύπο;”
“Όχι, δεν τον ήξερα. Δεν είχαμε μιλήσει ποτέ. Κανείς στη γειτονιά δεν τον ήξερε, ήταν πολύ    μοναχικός και περίεργος, δε μιλούσε σε κανέναν. Απλά τον είχε πάρει το μάτι μου μερικές φορές να  μπαινοβγαίνει. Πάντως δεν τον είχα για πρεζάκια.”
“Δεν πέθανε από πρέζα.”
“Αλλά;”
“Τον βρήκα κρεμασμένο απ’ το ταβάνι.”
“Α, αυτοκτόνησε ε; Τον κακομοίρη...”
“Ναι. Αυτοκτόνησε.”
Καθίσαμε για μερικά λεπτά αμίλητοι, πίνοντας γρήγορα και γεμίζοντας ξανά και ξανά τα ποτήρια  μας με το φτηνό κρασί που πήρα. Κάποια στιγμή γύρισα προς το μέρος του και ρώτησα.
“Λοιπόν, τελικά γιατί έφυγες απ’ το Φάληρο;”
Ο Στέφανος κοίταξε κάτω κι απάντησε κοφτά, “σου είπα, δεν ξέρω, απλά έφυγα.”
“Ω έλα τώρα, κανείς δεν ξυπνάει μια μέρα και απλά φεύγει απ’ τις ανέσεις του για να βουτήξει στο  βούρκο. Σίγουρα κάποιος λόγος θα υπάρχει.”
“Δεν υπάρχει...”
“Τα χάσατε όλα, ε; Σας πετάξαν απ’ το σπίτι σας με μια βαλίτσα στο χέρι, ε;”
“Όχι.”
“Τότε θα σε διώξαν οι δικοί σου. Θα σε είδαν έτσι, ρέμπελο, και θα σε πέταξαν στο δρόμο, σίγουρα.”
“Ούτε.”
“Τότε; Τότε τι; Γιατί δε μου λες, μα τι φοβάσαι πια από μένα;”
“Πφφ, δεν ξέρω. Απλά να, έχω δει πολλούς ρουφιάνους σ’ αυτή την πόλη. Στα Εξάρχεια, που έμενα  κάμποσο καιρό, κάθε μήνα χάναμε και κάποιον - και δεν εννοώ ούτε από πρέζα, ούτε από πείνα,  ούτε από αρρώστια. Πόσοι και πόσοι, σ’ ένα βράδι εξαφανίζονταν και δεν τους ξαναβλέπαμε ποτέ. Ούτε καν τα πτώματα δε μπορούσαμε να βρούμε. Και φυσικά δεν είναι τυχαίοι αυτοί που  εξαφανίζονται.  Είναι οι πιο μάχιμοι και οι πιο ριζοσπάστες, οι πιο επικίνδυνοι.”
“Ναι, έχω ακούσει κι εγώ πολλές τέτοιες ιστορίες. Και τι όμως, φοβάσαι πως κι εγώ είμαι ρουφιάνος;”
“Απλά δεν ξέρω ακόμα αν μπορώ να σ’ εμπιστευτώ.”
“Σου μοιάζω για ρουφιάνος;”
“Όχι, αλλά δεν μπορώ να το ξέρω αυτό με σιγουριά.”
“Αχά, μάλιστα... Κοίτα, όμως, πως έχει το πράμα. Αν ήμουνα ρουφιάνος, θα είχα ήδη αρκετούς  λόγους όχι απλά για να σε υποπτεύομαι, αλλά και για να είμαι εκατό τοις εκατό σίγουρος πως κάτι  έτοιμαζεις.”
“Ναι, αλλά δε θα είχες αποδείξεις.”
“Αποδείξεις; Πιστεύεις ότι αυτοί οι άνθρωποι χρειάζονται αποδείξεις; Αυτοί με το που τους μπει η  υποψία σκοτώνουνε, ή ό,τι άλλο κάνουνε.”
Ο Στέφανος κοίταξε το πάτωμα.
“Μα, τέλοσπαντων,” συνέχισα, “αφού δε μ’ εμπιστεύεσαι δε σε πίεζω. Θα πιω το κρασί μου και θα  φύγω.”
“Ετοιμάζω τη μεγάλη έξοδο,” είπε τελικά.
“Τι;”
“Με ρώτησες γιατί έφυγα απ’ το σπίτι μου. Σου απαντώ, έφυγα και ήρθα έδω για να ετοιμάσω τη  μεγάλη έξοδο.”
“Χαχαχα,” γέλασα φωναχτά, “αλήθεια κακομοίρη μου; Αλήθεια ήρθες σ’ αυτό το βούρκο για να  ετοιμάσεις επανάσταση;”
“Δε μίλησα για επανάσταση ή τίποτα τέτοιο.”
“Αλλά; Τι εννοείς τη μεγάλη έξοδο;”
“Αυτό που ακούς. Θα βρω μια όμαδα μάχιμων και θα βγούμε έξω απ’ τα σύνορα της Αθήνας, θα  πάμε στα προάστεια.”
“Δεν το καταλαβαίνω αυτό. Τι νόημα έχει;”
“Νόημα; Ψάχνεις το νόημα; Ποιό το νόημα του να ζούμε εδώ πέρα σαν αρούρια, να τρώμε τα σκατά  που μας σερβίρει η εκκλησία, να σουτάρουμε και να καταπίνουμε ό,τι σκατά μας δίνουν,  να πεθαίνουμε σαν τους σκύλους, να σαπίζουμε σα μήλα στο χώμα; Ε, ποιό το νόημα σε όλα αυτά;”
“Μα δεν καταλαβαίνω, εσύ δε ζούσες καν εδώ. Εσύ ήρθες απ’ έξω, και τώρα πάλι θες να ξαναφύγεις  γιατί διαπίστωσες πόσο άθλια είναι η ζωή σ’ αυτήν την πόλη;”
“Δεν έχει σημασία, η ζωή είναι άθλια γενικά, η ζωή είναι μια αρρώστια. Κι αν έμενα στο Φάληρο, κι  αν δεν έφευγα ποτέ, ποιό θα ταν το νόημα; Θα σπούδαζα κάπου στο εξωτερικό και μετά θα δούλευα  στα καράβια σαν τον πατέρα μου, ποιό το νόημα σ’ όλα αυτά;”
“Το νόημα ήταν ότι θα ζούσες, κι ότι θα ζούσες καλά, σίγουρα καλύτερα απ’ ότι ζεις εδώ.”
“Όχι, αυτό είναι ψέμα. Ποτέ και πουθενά δε θα ζούσα καλά σ’ αυτόν τον άθλιο κόσμο. Γύρω μου ο  κόσμος θα πέθαινε απ’ τη φτώχεια και την πείνα, κι εγώ θα ζούσα σε μια φούσκα έτοιμη να σκάσει  κάθε στιγμή. Η μιζέρια θα ταν πάλι η ίδια.”
“Α, δηλαδή είσαι ένας απ’ αυτούς τους περίεργους που πιστεύουν ότι η ευτυχία για να είναι αληθινή  πρέπει να μοιράζεται.”
“Όχι, είμαι ένας απ’ αυτούς τους περίεργους που δεν πιστεύουν καν στην ευτυχία, που βλέπουνε  μόνο μιζέρια και φρίκη.”
“Και νομίζεις ότι θα αλλάξεις αυτήν την κατάσταση μαζεύοντας μερικούς τρελούς σαν κι εσένα και  προσπαθήσεις να βγεις έξω απ’ την Αθήνα;”
“Όχι, ούτε πιστεύω, ούτε καν θέλω να αλλάξω την κατάσταση. Δε μ’ ενδιαφέρει. Αυτό που θέλω  είναι να κάνω κάτι στη δικιά μου τη ζωή, να ζήσω και να πεθάνω για μένα, όσο πιο ελεύθερος  γίνεται. Να δημιουργήσω ένα νόημα για μένα. Να κάνω κάτι τέλοσπαντων, δεν αντέχω άλλο αυτή  τη σαπίλα, αυτή τη βαρεμάρα, αυτή την αδράνεια. Και ναι, που ξέρεις, μπορεί και να ναι η σπίθα  που χρειάζεται για να ανάψει η φωτιά, μπορεί ο κόσμος να ξεσηκωθεί άμα δει πως κάποιος τα  κατάφερε και αντέδρασε. Αλλά αυτό δε με νοιάζει. Αυτό που με νοιάζει πραγματικά είναι να κάνω  κάτι για να νιώσω ζωντανός, κάτι να με πείσει πως υπάρχω. Το θέμα δεν είναι να αλλάξεις τον  κόσμο, το θέμα είναι να ξεκολλήσεις από την αδράνεια, να μπεις σε μια τροχία, να νιώσεις μέσα σου  ενέργεια.”
“Μα θα πεθάνεις, θα σε φάνε με το που πας να κάνεις κίνηση.”
“Δε με νοιάζει. Δε με φοβίζει ο θάνατος, αυτό που με φοβίζει είναι η απραξία, η αδράνεια που σου  λέω τόση ώρα. Το μόνο σίγουρο είναι ο θάνατος, γι’ αυτό και δε με τρομάζει, αλλά με τρομάζει η  ιδέα του να κάθομαι και να τον περιμένω να έρθει. Αυτό με τρομάζει. Και το σιχαίνομαι, το  σιχαίνομαι με όλη την ψυχή μου, όταν βλέπω τόσο κόσμο να πεθαίνει από πρέζα και αρρώστιες, από πείνα, ανήμπορος να κάνει το οτιδήποτε, να κρύβεται όταν ο ήλιος βγαίνει ψηλά στον ουρανό και  τον καίει. Εγώ θέλω να κοιτάζω τον ήλιο κατάματα, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει πως θα με τυφλώσει.”
Έσκυψα το κεφάλι κάτω. Δεν είχα τι ν’ απαντήσω. Υπήρχε μια γερή δόση λογικής μέσα σ’ όλη αυτή  την τρέλα. Γενικά νομίζω πως σε εποχές παραλογισμού σαν τη δική μας, το πιο λογικό είναι τελικά  το πιο παράλογο. Καταβάθος ήξερα πως είχε δίκιο. Καταβάθος συμφωνούσα μαζί του.
“Και,” είπα τελικά, “πώς θα το κάνεις αυτό; Πώς θα γίνει;”
“Δεν ξέρω ακόμα ακριβώς. Σίγουρα χρειάζομαι μερικά άτομα, έχω βρει ελάχιστους μέχρι στιγμής...  Είναι απίστευτο πόσοι κάθονται και γκρινιάζουν που δεν έχουν τίποτα και διαμαρτύρονται για όλα  μα όταν τους πεις ότι το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να ρισκάρουν το μόνο που τους έχει  απομείνει, τη ζωή τους, κωλώνουνε... Το σίγουρο είναι ότι θα χρειαστούμε μερικά όπλα και δυο -  τρία αμάξια.”
“Χα, και που θα τα βρεις αυτά;”
“Όπλα κυκλοφορούνε μπόλικα, δεν είναι δύσκολο. Είχα γνωρίσει τύπο στα Εξάρχεια που είχε μια  κλειδαμπαρωμένη αποθήκη γεμάτη γκάνια. Απλά ο βλάκας δεν τα δίνει πουθενά, λέει τα κρατάει για  την ώρα της εξέγερσης. Αρχίδια... Είναι αδιανόητη αυτή η κατάσταση στα Εξάρχεια... Όλοι μιλάνε  για εξεγέρσεις κι επανάστασεις και κανείς δεν κάνει τίποτα, όλοι πάνε και τραβάνε μαλακίες στις  συνελεύσεις και σε όλα διαφωνούνε, και μόνο σ’ ένα πράγμα τα βρίσκουνε - στο ότι δεν έχει έρθει  ακόμα η ώρα του πολέμου... Μόνο οι μηδενιστές κάτι κάνουνε, αλλά κι αυτοί στην τελική δεν πάνε  πουθενά. Κάνουνε ντου στα μαγαζιά και σκοτώνονται με μπράβους και μεταξύ τους.”
“Ξέρω, ναι, είχα ζήσει κι εγώ μια περίοδο στα Εξάρχεια.”
“Ναι, τέλοσπαντων... Αμάξια δεν ξέρω που θα βρούμε. Μόνο λεωφορεία και σκουπιδιάρικα  κυκλοφορούν σ’ αυτήν την πόλη.”
“Σίγουρα θα μπορούσες να βρεις στην Πλάκα ή κάπου εκεί τριγύρω.”

Η Πλάκα, το Ζάππειο, οι συνοικίες κάτω απ’ την Ακρόπολη και η πλατεία Συντάγματος ήταν οι  τελευταίες ‘καλές’ περιοχές της Αθήνας. Καλές με την έννοια ότι υπήρχε ακόμα αρκετός τουρισμός και έρρεε χρήμα. Υπήρχαν επίσης μπόλικα μαγαζιά, εμπορικά, μπαρ και ταβέρνες, κι ακόμα και  ξενοδοχεία. Η Παλιά Βουλή μάλιστα, στο Σύνταγμα, είχε μετατραπεί σε πολυτελές ξενοδοχείο,  πέντε αστέρων. Και φυσικά υπήρχε απίστευτη περιφρούρηση γύρω απ’ αυτές τις περιοχές,  αμέτρητες κλούβες, μηχανές και περιπολικά, άπειροι μπάτσοι σε κάθε γωνία. Στη Βασσιλίσης Σοφία, στη Βασσιλίσης Όλγας, στη Διονύσου Αρεοπαγείτου και στην Ερμού υπήρχε ένα μπλόκο κάθε  δέκα μέτρα. Κι επίσης, ήταν και οι μπράβοι που προσλάμβανε το κάθε μαγαζί για προστασία.

“Ναι, το ξέρω, αλλά είναι σχεδόν απίθανο να περάσεις, στην Πλάκα ή οποιαδήποτε απ’ αυτές τις  περιοχές. Δεν ξέρω, αυτό είναι το πιο δύσκολο κομμάτι του σχεδίου. Κάτι θα σκεφτώ...  Τέλοσπαντων, έπεσε το σκοτάδι σχεδόν. Θα με βοηθήσεις να μαζέψω μερικά σκουπίδια να βάλω  καμιά φωτιά;”
“Ναι, οκ. Πάμε.”
Φυσικά ηλεκτρικό ρεύμα δεν υπήρχε, οπότε αν ήθελες λίγο φως τη νύχτα έπρεπε αναγκαστικά να  ανάψεις φωτιά. Βγήκαμε στο δρόμο, προχωρήσαμε προς τους κάδους και μαζέψαμε κάτι χαρτόνια,  ελάχιστα ξύλα από κατεστραμμένα έπιπλα κι ό,τι άλλο μη πλαστικό βρήκαμε. Τα κουβαλήσαμε  πίσω στο υπόγειο κι ο Στέφανος τα ριξε μέσα σ’ ένα μαυρισμένο τσουκάλι που είχε, έβγαλε έναν  αναπτήρα και προσπάθησε να τ’ ανάψει. Εγώ αποχαιρέτησα και γύρισα στο δικό μου υπόγειο να  κοιμηθώ.


Αρχίσαμε να κάνουμε παρέα τακτικά μετά από κεινη την κουβέντα. Πότε πήγαινα εγώ στο υπόγειο  του, πότε ερχόταν αυτός στο δικό μου, και πότε πηγαίναμε μάζι στο υπόγειο κάποιου απ’ την παρέα μου. Κάθε φορά μου μίλαγε για το σχέδιο του με το ίδιο πάθος όπως την πρώτη φορά. Κι επίσης,  κάθε φορά όλο και αυξανόταν η πόσοτητα του κρασιού που πίναμε και η ποσότητα των τσιγάρων  που καπνίζαμε. Μια μέρα έσκασε σπίτι μου με τέσσερα μπουκάλια κόκκινο κρασί, και τότε  αποφάσισα να γίνω λίγο πιο αδιάκριτος.
“Έχεις λεφτά στην άκρη;” τον ρώτησα.
“Ναι,” απάντησε κοφτά.
“Καβατζώνεσαι απ’ τους δικούς σου στο Φάληρο, ε;”
“Όχι, δεν έχω κρατήσει καμία επαφή με τους δικούς μου. Απλά είχα βρει μια καλή δουλειά για μια  περίοδο.”

Οι δουλειές στην Αθήνα ήταν ελάχιστες, όλες μαύρες και κακοπληρωμένες. Υπήρχαν ελάχιστα μπαρ  και μαγαζιά, πάντα μισοάδεια και φυσικά πάμφθηνα, οπότε υπήρχαν μερικές δουλειές τύπου  μπαρμαν και σερβιτόρου, αλλά όλες ήταν καβατζωμένες από συγγενείς των αφεντικών. Υπήρχαν  επίσης μερικά περίπτερα. Από κει και πέρα, η πιο συνηθισμένη δουλειά ήταν αυτή του μπράβου.  Λόγω της εγκληματικότητας, όλα τα μαγαζιά και ακόμα και τα περίπτερα προσλαμβάνανε μερικά  άτομα για να δουλεύουν ως πορτιέρηδες και να διατηρούνε την τάξη και την ασφάλεια. Όσο πιο  πετυχημένο το μαγαζί, τόσοι περισσότεροι οι μπράβοι. Ακόμα, υπήρχαν πολλοί λαθρέμποροι,  κυρίως καπνού, τσιγάρων και κάθε είδους ναρκωτικών. Φυσικά ήταν και οι σκουπιδιάρηδες και οι  λεωφορειατζήδες, που ήταν και οι μόνοι νόμιμοι εργαζόμενοι, και τέλος οι διάφοροι εργάτες του  ποδαριού, αυτοί που επισκευάζανε μισογκρεμισμένες σκεπές, μπαλκόνια, έπιπλα και λοιπά, και οι  ράφτρες, που μπαλώνανε και πλένανε κάλτσες, πουκάμισα, παπούτσια και ρούχα για  πενταροδεκάρες. Ήταν βέβαια και οι διάφοροι ψειριστράκηδες και κλέφτες, μα οι περισσότεροι  απ’ αυτούς δεν είχαν καμία τύχη.
“Τι δουλειά, αν επιτρέπεται;”
“Μπράβος.”
Η αλήθεια είναι πως δεν την περίμενα αυτήν την απάντηση. Ο Στέφανος ήτανε βέβαια σωματώδης  και φαινόταν δυνατός, αλλά μόνο και μόνο από το στυλ του και την όλη του κοσμοθεωρεία δεν θα  το πίστευα πως δούλευε μπράβος αν δε μου το λεγε.
“Που; Σε μαγαζί;”
“Ναι, σε μια ταβέρνα κάτω απ’ την Ακρόπολη. Την είχε ένας οικογενειακός γνωστός κι έτσι έγινε το  κονέ.”
“Ψψψψ, κάτω απ’ την Ακρόπολη ε; Άρα μιλάμε για καλά λεφτά.”
“Ναι.”
Οι μπράβοι των περιπτέρων έπαιρναν γύρω στα τρια ευρώ τη βδομάδα, οι μπράβοι των μαγαζιών του κέντρου γύρω στα πέντε με εφτά, αλλά οι μπράβοι των μαγαζιών των καλών περιοχών της Αθήνας  έπαιρναν πολλά παραπάνω. Ήξερα έναν τύπο που έβγαζε 25 ευρώ τη βδομάδα, για λιγότερο από  οχτώ ώρες δουλειά τη μέρα!
“Άρα θα χεις κρατήσει κάμποσα στην άκρη.”
“Ναι, αρκετά. Αλλά δεν έχει σημασία, τα μόνα μου έξοδα είναι σε κρασιά, τσιγάρα και φούντα όποτε   κάτσει. Σίγουρα πάντως δεν είναι αρκετά για να πάρω αμάξι... Εσύ; Πώς τα βγάζεις πέρα;”
“Έχω τις άκρες μου. Μέχρι πριν μερικά χρόνια έκανα διάφορες δουλειές, είχα μάλιστα δουλέψει κι  ως γκαρσόνι πιο νέος. Καλά λεφτά... Τώρα απλά έχω μερικά στην άκρη, κι επίσης έχω κι ένα γέρο  θείο στην Ιταλία που, που και που, μου στέλνει προμήθειες και κανα φράγκο. Γενικά τη βγάζω.”
“Αχά, καλά είσαι...”
“Ναι, μια χαρά... Βρήκες καναν άλλο;”
“Τι έννοεις;”
“Ξέρεις, για τη μεγάλη έξοδο που μου λεγες. Έλεγες πως ψάχνεις άτομα να ρθουν μαζί σου.”
“Α, ναι. Όχι, δεν βρήκα. Αυτή η περιοχή δεν προσφέρεται. Αλλά ποτέ δεν ξέρεις. Μπορεί αύριο να  ρθουν να εγκατασταθούν δέκα μηδενιστές, και να ναι όλοι ψημένοι.”
“Χαχα, ναι, μπορεί. Αλλά οι πιθανότητες δεν είναι πολλές. Σχεδόν μηδενικές θα έλεγα.”
“Ναι, ίσως. Δεν πειράζει.”
Είχαμε σχεδόν τελειώσει το τρίτο μπουκάλι κι είχε αρχίσει να μας βαράει στο κεφάλι. Άρχισα να  σιγοτραγουδάω ένα παλιό ρεμπέτικο τραγούδι. Ο Στέφανος κατέβασε μονορούφι το υπόλοιπο κρασί του και σηκώθηκε να φύγει. “Σου αφήνω το τελευταίο μπουκάλι,” είπε. “Θα τα πουμε,” και βγήκε  έξω να πάει στο υπόγειο του.


Θα χε περάσει κανας μήνας, όταν για πρώτη φορά τον άκουσα να εκφράζει αμφιβολίες για το σχεδιό  του. Σε μια απ’ τις συνηθισμένες μας κρασοποσίες λοιπόν, κι αφού είχαμε ήδη τελειώσει το πρώτο  μπουκάλι, γύρισε μετά από μια μεγάλη παύση προς το μέρος μου.
“Αλέκο,” είπε, “δεν ξέρω, δεν είμαι σίγουρος. Υπάρχουν πολλά προβλήματα, δεν είναι τόσο απλό  όσο το φανταζόμουν.”
“Τι εννοείς;”
“Το σχέδιο, η μεγάλη έξοδος που σου λέω τόσο καιρό.”
“Ναι, σαν τι προβλήματα;”
“Καταρχάς, αυτό που φοβάμαι περισσότερο είναι ότι όλοι θα κάνουν πίσω την τελευταία στιγμή.  Όλοι θα κωλώσουν και θα μ’ αφήσουν μόνο μου. Δεν ξέρω αν θα μπορέσω να το κάνω μόνος μου.”
“Τους έχεις πει τα πάντα κι ακόμα δεν τους εμπιστεύεσαι;”
“Ναι, δεν τους εμπιστεύομαι. Δεν εμπιστεύομαι κανέναν. Ξέρω πως πάει, πως πάει πάντα, ελάχιστοι  είναι έτοιμοι να θυσιαστούν όταν χρειάζεται. Όλοι οι άλλοι, αν είχαν την επιλογή, θα το βαζαν στα  πόδια. Έτσι πάει. Όσο άθλια και φριχτή κι αν είναι η ζωή τους, είναι η ζωή τους, είναι το μόνο που  έχουν. Και ενστικτωδώς θα έκαναν τα πάντα για να μην τη χάσουν. Σαν το πρόβατο που το χει  αρπάξει ο λύκος κι εκείνο συνεχίζει να παλεύει, παρόλο που ξέρει ότι ακόμα κι αν ελευθερωθεί θα  είναι τόσο λαβωμένο και αργό που και πάλι ο λύκος θα το προλάβει. Την κρίσιμη στιγμή όλοι θα  σκεφτούν σαν αυτό το πρόβατο.”
“Εσύ όμως λες ότι δε φοβάσαι το θάνατο, εσύ λες πως είσαι έτοιμος.”
“Εγώ ναι, τους άλλους φοβάμαι.”
“Αυτό όμως είναι κάτι που αφορά μόνο εσένα. Αν οι άλλοι κάνουν πίσω, τότε είναι η επιλογή τους  και δε μπορείς να κάνεις τίποτα γι’ αυτό. Αν εσύ είσαι έτοιμος, τότε δεν χρειάζεσαι κανέναν.”
“Δεν είναι έτσι, αν πάω μόνος μου θα με καθαρίσουνε σε δυο λεπτά.”
“Και τι σημασία έχει; Ούτως ή άλλως θα σε καθαρίσουνε.”
“Ναι, άλλα πρέπει να προλάβω να προκαλέσω πανικό πριν το τέλος. Αν ήθελα απλά να πεθάνω θα  πινα κάθε μέρα πρέζα ή θα κρεμιόμουνα από το ταβάνι σαν τον τύπο που ζούσε πριν εδώ. Δε θέλω  απλά να πεθάνω όμως. Θέλω να φύγω μ’ έναν πάταγο.”
“’Ωχου αδερφέ μου, πολλές απαιτήσεις έχεις. Και τέλοσπαντων, όλα αυτά είναι υποθετικά. Εξάλλου  μου χες πει ότι έχεις βρει μερικά άτομα πρόθυμα να σε ακολουθήσουν.”
“Τρία, τρία άτομα μόνο...”
“Ε αρκετοί είστε, πόσους θέλεις;”
“Εκατό, πεντακόσιους, χίλιους. Όσο πιο πολλούς γίνεται.”
“Ε, άντε τράβα να τους βρεις τότε και καλή σου τύχη.”
Κοίταξε κάτω κι έμεινε για λίγο σιωπηλός μετά απ’ αυτό.
“Κι επίσης, είναι και τα όπλα,” είπε μετά από ώρα. “Δεν ξέρω που θα τα βρω.”
“Εσύ δεν είπες ότι ξέρεις κάποιον που έχει;”
“Ναι, αλλά επίσης είπα ότι δεν τα δίνει σε κανέναν. Τα χει κλειδαμπαρωμένα κάπου και κανείς δεν  ξέρει που.”
“Άμα υπάρχουν θα τα βρεις. Αρκεί να ρωτήσεις τα σωστά άτομα. Φαντάζομαι το αμάξι είναι  μεγαλύτερο πρόβλημα απ’ τα όπλα.”
“Ναι, αυτό επίσης. Δεν έχω ιδέα που μπορώ να βρω αμάξι. Δεν το συζητάω καν για Πλάκα και  λοιπές περιοχές, είναι απλά αδύνατο.”
Ήπια μια γερή γουλιά κρασί και κοίταξα προς το μέρος του.
“Κοίτα, σ’ αυτό ίσως να μπορώ να σε βοηθήσω.”
“Τι εννοείς;” με ρώτησε και τα μάτια του άστραψαν.
“Εννοώ ότι έχω έναν φίλο - το Μανώλη, τον ξέρεις - που έχει σε μιάν αποθήκη εδώ πιο κάτω ένα  αμάξι...”
“Αμάξι;!”
“Ένα παλιό μοντέλο, τογιότα αν θυμάμαι καλά. Έχει χρόνια να το λειτουργήσει όμως, πάνω από  πέντε. Δεν ξέρω αν θα δουλεύει ακόμα.”
“Πάμε να το δούμε!”
“Όπα, κάτσε, καταρχάς θα πρέπει να του μιλήσω. Δε νομίζω να χει πρόβλημα, παρατημένο το χει  ούτως ή άλλως, αλλά πρώτα πρέπει να τον ρωτήσω.”
“Ωραία, ωραία! Ρώτα τον, αύριο κιόλας ρώτα τον.”
“Θα τον ρωτήσω, αλλά σου λέω, είναι πολύ πιθανό να έχει χαλάσει, να μην παίρνει καν μπρος.”
“Ναι, το πιστεύω, αλλά αξίζει να το δούμε.”

Και όντως, την επόμενη μέρα έπιασα το Μανώλη και του μίλησα. Αποδείχτηκε πολύ εύκολο να τον  πείσω. Δεν του είπα φυσικά την αλήθεια, αλλά μια ιστορία που σκέφτηκα επιτόπου, ότι και καλά ο  Στέφανος είχε έναν γνωστό στο Φάληρο που πουλούσε μεταχειρισμένα αμάξια και θα μπορούσε να  το αγοράσει αν ήταν σε σχετικά καλή κατάσταση. Κι έτσι απλά μου έδωσε τα κλειδιά και για την  αποθήκη και για το αυτοκίνητο.

Πέρασα να πάρω το Στέφανο και μαζί πήγαμε ως την αποθήκη, δυο στενά πιο κάτω. Ανοίξα και  μπήκαμε. Το αμάξι ήταν ένα παλιό τογιότα γιάρις, μπλε στο χρώμα, με πολλές γρατζουνιές και  σκουριά στη λαμαρίνα, και φυσικά χωρίς πινακίδες. Ο Στέφανος άρπαξε τα κλειδιά απ’ τα χέρια μου  και μπήκε μέσα. Προσπάθησε να βάλει μπρος, μα μάταια. Πρόσπαθησε ξανά και ξανά. Μετά βγήκε έξω και άνοιξε το καπό.
“Η μπαταρία θέλει άλλαγμα σίγουρα,” είπε. “Και ίσως και το δυναμό. Και λογικά θέλει και λάδια και  βενζίνες και λοιπά.”
“Λάδια και βενζίνη έχουμε, σε κοίνο κει το έπιπλο. Από μπαταρίες και δυναμό δεν έχω ίδεα. Εσύ  ξέρεις καθόλου απ’ αυτά;”
“Λίγα πράματα. Πάντως χρειαζόμαστε σίγουρα καινούρια μπαταρία.”
“Δε μπορούμε να την επισκευάσουμε;”
“Δε νομίζω. Νομίζω θέλει άλλαγμα.”
“Και που θα βρούμε καινούρια μπαταρία;”
“Πφφ, δεν ξέρω... Σ’ αυτό το μέρος υπάρχουν πολλά συνεργεία πάντως.”
“Ναι, αλλά το τελευταίο έκλεισε πριν δεκαπέντε χρόνια.”
“Πιθανότατα θα βρούμε πολλά ανταλλακτικά μέσα όμως.”
“Ίσως, αλλά πώς θα μπούμε;”
“Αυτό είναι το μόνο εύκολο...”

Πράγματι, το ίδιο βράδι που ξανασυναντηθήκαμε έξω απ’ την αποθήκη, ο Στέφανος κρατούσε μια  ολοκαίνουρια μπαταρία μέσα στο κουτί της.
“Κάποιοι το λένε τύχη, εγώ το λέω αίτιο και αποτέλεσμα,” είπε χαμογελώντας.
Μπήκαμε πάλι μέσα κι ο Στέφανος έπιασε δουλειά. Μετά από κάμποση ώρα που κατάφερε να τη  συνδέσει, έπιασε ένα γυαλόχαρτο και βάλθηκε να καθαρίσει τα σκουριασμένα σημεία. Εγώ πήρα  ένα απλό πανί και καθάρισα πρόχειρα το παρμπρίζ και τα τζάμια. Μετά του βάλαμε λάδια και  βενζίνη, και τελικά ο Στέφανος μπήκε μέσα να δει αν υπήρχε βελτίωση. Με την τρίτη προσπάθεια,  το αμάξι πήρε μπρος. Σιγά σιγά έκανε όπισθεν και το αμάξι τσούλησε δυο μέτρα πίσω.
“Όπα,” του φώναξα, “μη βγεις πιο έξω, έφτασες στο όριο.”
Γενικά τα αμάξια πλέον στην Αθήνα ήταν ελάχιστα - αν υπήρχε δηλαδή κανένα - και αν κάποιο  έκοβε βόλτες τότε θα μάζευε γύρω του δεκάδες Αθηναίους που θα τρέχαν γύρω του να το δουνε  όπως οι μύγες τρέχουν γύρω απ’ τα σκατά.
“Δουλεύει!” φώναξε ο Στέφανος ικανοποιημένος.
“Ναι, όντως,” παρατήρησα.
Δώσαμε τα χέρια, βγήκαμε έξω και κλειδώσαμε, και μετά τράβηξε ο καθένας για το υπόγειο του. Η  επόμενη φορά που θα ξανάβλεπα το Στέφανο θα ταν μετά από μήνες. 

Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2015

Αλλιώτικα




 Κάθομαι στο καναπέ και καπνίζω                                                                                             
σε αντίθεση με την παράδοση της οικογένειας μου ,
έχω κλειστή την τηλεόραση,
απλά καπνίζω.
Παρά το γεγονός πως έχω επίσης κλειστή την πόρτα και τα παράθυρα,
ένας ενοχλητικός θόρυβος ροκανίζει την ηρεμία μου
υπάρχουν φορές που αισθάνομαι πως
σ΄ο,τι βρίσκεται μπροστά στα μάτια μου
και σε ο,τι συμβαίνει μέσα στο μυαλό μου
υπάρχει ένας διάφανος υμένας
 που συγκρατεί τις πραγματικότητες μεταξύ τους.
Κάπου αλλού μια άλλη εκδοχή του εαυτού μου έχοντας κάνει άλλες επιλογές
έχει διαφορετική  στάση του σώματος
περνάει καλά ,δεν  υποκρίνεται
διασκεδάζει,  δεν ξεσπάσει
κάνει χιούμορ, δεν κρύβεται πίσω απ’ αυτό
και σίγουρα έχει διαφορετική χροιά φωνής.
Ο θόρυβος που σου είπα έρχεται από κει,
εδώ πετάει απλά τα σκουπίδια.
Όταν περνάω καλά πλησιάζω τον υμένα ενοχικά
 και ψιθυρίζω «με συγχωρείτε για την ενόχληση.»

Κάπου εδώ θα μπορούσα να τελειώσω με το κείμενο
 και με τη θεματική των παραλλήλων πραγματικοτήτων
μα συνεχίζει να με απασχολεί.
Αν οι κυράτσες στη δουλεία κάθε μέρα
αντί για τον σταυρό τους ψιθύριζαν αντάρτικα
και αν οι μετανάστες και οι υπόλοιποι εργάτες
είχαν μια στάλα συνείδησης  θα ήταν καταπραϋντικό.

Όσο για μένα,
 είχα τα γραπτά μου να με κρατάνε  
μα ένα απόγευμα, έβαλα χαμηλό φωτισμό
 και μια μπλούζα ασορτί με τις κουρτίνες
και κρεμάστηκα στο δωμάτιο μου.

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2015


Και τώρα που όλα τελειώνουν τι;
θα καθίσεις να παρατηρήσεις τα χιλιάδες κλουβάκια
των συμπολιτών σου με τη χαρά ότι είσαι ελεύθερος;
μα χαζό μου κανείς δεν είναι ελεύθερος εδώ
κάποια ζώα βέβαια είναι λιγότερο φυλακισμένα από άλλα
ωστόσο περπατάνε στους ίδιους δρόμους με σένα
τσακισμένα από την έλλειψη φαγητού,
ταξιδιών, γαμησιού,
αγάπης στα παιδικά τους χρόνια,
όπλων και ποδιών.
ανάπηροι, ψυχοπαθείς,
αποτυχημένοι επαναστάτες, μηδενιστές,
άνθρωποι με μεταστάσεις σε όλο τους το κορμί
που ουρλιάζουν τις νύχτες από την έλλειψη κατασταλτικών
ενώ άλλοι μετά την κατανάλωση κατασταλτικών μέτρων της κυβέρνησης
ουρλιάζουν τις νύχτες στημένοι στα τέσσερα.
Αγωνίζεστε για την αποδοχή της διαφορετικότητας
αλλά το διαφορετικό υποφέρει γιατί δεν καταδέχεστε ούτε να ξεράσετε πάνω του
κανείς παραπληγικός δε θέλει κατανόηση
θέλει τα πόδια του πίσω
και να του πάρετε καμιά
πίπα αντί να γράφετε εργασίες
για το ρατσισμό που βιώνει.
Έστω
θα πάω στο διάολο
θα μπω στα φασιστικά κόμματα που λέτε ότι μου ταιριάζουν
αλλά τουλάχιστον ποτέ δε θα με θεωρήσω ελεύθερο,
επειδή είδα με τα μάτια το αόρατο χέρι της αγοράς να μου κάνει κωλοδάχτυλο.
η ελευθερία είναι μουνάκια, πούτσες, φαγητό
και όχι συνειδητοποίηση ότι σου λείπουν
κι ωστόσο
θα προτιμούσα να πεθάνω
παρά να ξεχάσω τι σιχάματα που είστε
και να χωθώ στην αγκαλιά σας
μαλάκες.
***

Μαλάκες,
τραβάτε χορέψτε άχαρα πιασμένοι ώμο ώμο,
το εκτιμώ αφού όλοι χορεύουν μόνοι πλέον
κι ο θάνατος, κι ο θάνατος
είναι σκοπός ηλεκτρονικός
κουνώντας το κεφάλι χορεύεται
και όταν στο τελευταίο χτύπημα λιγώνονται τα μάτια
μια μάνα κλαίει
ή ένα κόμμα
ή οι ηλεκτρονικοί σου φίλοι
και το καντίλι πάντα σβηστό
κι αν ανάβει είναι για κακό.
Στο δικό μου νεκροταφείο τα γαμάμε όλα
είμαστε ρατσιστές, αφού όλοι από το ίδιο χωριό είμαστε
είμαστε σπισιστές μιας και τα νεκρά ζώα είναι σε κάδους
και εν τέλει έχουμε την ικανότητα να είμαστε νεκροί
άρα δεν έχουμε καμιά υποχρέωση απέναντι σας χαζοχαρούμενοι.
Ή χαζοθλιμμένοι.
Τα γκομενάκια, μαλάκα, είναι σε άλλο μάρμαρο,
οπότε δε σκοτίζουμε και τ αρχίδια μας,
ιδιαίτερα αν αυτά έχουν λιώσει.
Βέβαια παίζει να περνάνε καλά στους οικογενειακούς τάφους,
οι ανώμαλοι.
Ελευθερία, λένε, είναι να διαλέξεις πως θα πεθάνεις.
Μα ποιος νοιάζεται για το θάνατο σου;
Πιο ελεύθερος είσαι νεκρός.
Μα ποιος θέλει να πεθάνει για να είναι ελεύθερος;

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ είναι να μην ασχοληθείς ποτέ με τα του πτώματος σου!
Και τώρα που όλα αρχίζουν, τι;

Τετάρτη 8 Ιουλίου 2015

Για να ξηγιόμαστε


Απαγγελίες ποιημάτων
σε αυτοδιαχειριζόμενα κέντρα αγώνα
για να μην σώσεις και πατήσεις το πόδι σου να μας δεις
ούτε και μεις δούμε τα μούτρα σου.
Μαζεύεστε σαν τις μύγες, εθισμένοι, στα σκατά
απαξιώνω την μάζα για να μην πειστώ πως με ενοχλεί η βαβούρα
και να πιστέψω πως γέρασα,
όλα τελικά άρχισαν  να βγάζουν κάποιο νόημα
ως προς το λόγο της ύπαρξης τους.
Στο τελευταίο γράμμα ως αυτοχειρίας
 θα έχω επισηνάψει ένα link
με στοίχους και ποιήματα που έγραφα χρόνια,
για να πάρεις  την ιστορία από την αρχή
μου πήρε μια και κάτι ζωές
για να γλιτώσω από τη μια και μοναδική
στην οποία θα είχαμε κάτι κοινό
-πάντως όταν θα φύγω θα πάρω περισσότερες-.
Εσύ το γνωρίζεις,
μας σιχαίνεσαι και μας φοβάσαι υποσυνείδητα
κι εμείς, έχουμε το προβάδισμα στο ότι συνειδητά
θέλουμε να απαλλάξουμε την ιστορία από κάτι σκατά σαν εσένα
και αναρωτιέμαι ποια ποίηση  να είναι αυτή που θα γράψουμε
μέσα στα κελιά που χτίζουν  για να μας φιλοξενήσουν 
και ποιοι είναι αυτοί
και τι είναι εκείνο που θα κάνουν
ώστε σαν ιστορικό τεκμήριο να το πάρουν κάποτε;

Τετάρτη 17 Ιουνίου 2015

Στις 22 Ιουνίου (Δευτέρα) στα πλαίσια των 13ων γενεθλίων τις Κατάληψης Ευαγγελισμού, θα γίνει παρουσίαση της συλλογής ποιημάτων και διηγημάτων "Κάτι Οστά", των Φώντα και Δερβίση. Θα προηγηθεί προβολή της ταινίας "Un chien andalou" (Ανδαλουσιανός Σκύλος) των Salvador Dali και Luis Buñuel.
(Διοργάνωση: Επιτυχημένες Απόπειρες/ Directiva "από τα κάτω")


Περισσότερες Πληροφορίες Σχετικά με το βιβλίο:

Συμμετέχει ακόμα με τρία ποιήματα το Βδέλυγμα.
Εικονογράφηση του βιβλίου: Χωρίς Κανόνα (Λάθος Εποχή)
Σχεδιασμός εξωφύλλου και στήσιμο: Θοδωρής Φράγκος




Αναλυτικά το πρόγραμμα των γενεθλίων:

- Δευτέρα 22/6/2015 - ώρα: 19:00 - Παρουσίαση βιβλίου : "Κάτι οστά" απο τους Δερβίση και Φώντα | Προβολή του " Un chien andalou".

- Τρίτη 23/6/2015 - ώρα: 18:00 - Workshop αυτοσχέδιων μουσικών οργάνων & κουκλοθέατρο ομπρέλας (Εργαστήριο).

-Τετάρτη 24/6/2015 - ώρα: 19:00 - Εκδήλωση "Ζώνες υπεράσπισης :ZAD,No Tav ,Σκουριές ,δίκτυο κατα των ΒΑΠΕ,Xenia Motel ",στο ξενία μοτέλ καρτερού.(Συλλογικότητα για την κοινωνικοποίηση του Xenia Motel)

- Πέμπτη 25/6/2015 - ώρα: 19:00 - Ευρωπαϊκή ένωση , οργάνωση & προοπτική του κινήματος στη νέα συγκυρία. Εκδήλωση με μέλη της συνέλευσης αναρχικών -κουμμουνιστών για την ταξική αντεπίθεση ενάντια στην Ευρωπαϊκή ένωση | Ακολουθεί κοκτέηλ πάρτυ (Αναρχική συλλογικότητα ΟΚΤΑΝΑ).

- Παρασκευή 26/6/2015 - ώρα: 18:00 -Εκδήλωση :Μετανάστευση - Ευρώπη φρούριο -Αριστερή διαχείριση | Ακολουθεί καφενείο οικονομικής ενίσχυσης ( Τρείς γέφυρες ,Sine dominis ,Άπατρις).

- Σάββατο 27/6/2015 - ώρα: 22:00 - Γενεθλιακό Πάρτυ (στο πάρκο Τέννις ,πρόσβαση απο Λ.Ικάρου).

- Κυριακή 28/6/2015 - ώρα: 16:00 -Προβολή video "13 χρόνια Κατάληψη Ευαγγελισμού" | Ακολουθεί γλεντάκι με ρεμπέτ μουζίκ και ρεφενέ μεζέ.

* Καθημερινά Workshops (εκτός Τετάρτης)- ώρα: 14:00-16:00 στο χώρο της Κατάληψης.




Δευτέρα 15 Ιουνίου 2015



“Πρέπει να ρθεις από δω. Έχω ένα πτώμα στο σαλόνι μου.”
Ο φίλος μου ο Νικόλας ήτανε συνηθισμένος σε τέτοιου είδους μπλεξίματα εδώ και χρόνια, γι’ αυτό κι εγώ κάπως απόρρησα όταν με πήρε τηλέφωνο για να μου πει αυτό το πράμα.
“Ε, και; Ποιό το πρόβλημα;” ρώτησα με το πιο κυνικό ύφος που μπορούσα να πάρω.
“Υπάρχει πρόβλημα. Έχει χαλάσει το αμάξι μου.”
“Αα, μάλιστα. Εντάξει, ξεκινάω σε λίγο.”

Φόρεσα ένα παντελόνι, έχωσα στην τσέπη τον καπνό και τα χαρτάκια μου, έβαλα τα παπούτσια μου, μπήκα στο αμάξι και ξεκίνησα. Σε μερικά λέπτα ήμουν έξω απ’ το σπίτι του. Μια τεράστια έπαυλη κάπου στα βόρεια προάστια, διόροφη, με κήπο και πισίνα. Ο Νικόλας ήταν ο μοναχογιός μιας ζάμπλουτης οικογένειας, η οποία πριν λίγα χρόνια είχε εξαφανιστεί ύπο αδιευκρίνιστες συθήκες σ’ ένα ταξίδι αναψυχής στην Ινδονησία. Ποτέ κανείς δεν έμαθε κάτι για την τύχη του πατέρα και της μάνας του, κι ο Νικόλας βρέθηκε μόνος με μια αμύθητη περιουσία κι αυτή την τεράστια έπαυλη στα βόρεια. Όχι κι άσχημα...

Χτύπησα το κουδούνι, μου άνοιξε και μπήκα μέσα. Προχωρήσαμε προς το σαλόνι. Στον έναν καναπέ καθότανε μια νεαρή γυναίκα, γυμνή, τσίτσιδη, με μια μπλε πλαστικιά σακούλα δεμένη στο κεφάλι της. Κάθισα δίπλα της, ο Νικόλας κάθισε στην πολυθρόνα απεναντί μας. Ψιλάφησα προσεκτικά το κορμί της, σφιχτό κι υπέροχο - ήταν ακόμη ζεστό.
“Λοιπόν;” με ρώτησε ο φίλος μου.
“Λοιπόν, τι θα γίνει; Δε θα φέρεις να πιούμε κανένα κρασί;”
“Αμέ. Λευκό ή κόκκινο;”
“Λευκό.”

Σηκώθηκε και περπάτησε ως την κουζίνα. Έβγαλα κι έστριψα ένα τσιγάρο. Επέστρεψε κρατώντας ένα μπουκάλι Σαρντονέ και δυο κολωνάτα ποτήρια. Κάθισε, το ακούμπησε στο τραπέζι, έβγαλε απ’ την τσέπη του το τιρμπουσόν, το άνοιξε κι έριξε λίγο στα ποτήρια μας. Πήρα μια γουλιά. Καλό κρασί.
“Και γιατί της φόρεσες αυτήν την πλαστική σακούλα;” τον ρώτησα.
“Γιατί δε θα μ’ άρεσε να κάθεται εκεί και να με κοιτάει.”
“Και γιατί δεν της έκλεινες απλά τα μάτια;”
“Μην είσαι ανόητος. Αν της έκλεινα τα μάτια θα μου δινε την εντύπωση πως με βαριέται.” Χαζογελάσαμε κι οι δυο.
“Σωστά... Σε πειράζει να τη βγάλω, να δω το πρόσωπό της;”
“Όχι, καθόλου.”

Την έλυσα και την έβγαλα. Ήταν μελαχρινή, με υπέροχα, ροζ και στρογγυλά μάγουλα, μια μικρή μυτούλα, γαλλικιά, κι ένα λεπτό τριγωνικό πηγούνι. Τα μεγάλα μαύρα μάτια της, αν και νεκρά, έβγαζαν ακόμα μια άγρια όμορφια που σε τραβούσε. ‘Ηταν πραγματική καλλονή.
“Πώς τα καταφέρνεις πάντα, ρε μπαγάσα, και βρίσκεις τις πιο όμορφες γυναίκες,” του είπα δίχως να τραβήξω τα μάτια μου από πάνω της.
“Θα χω το χάρισμα,” μου είπε σαρκαστικά.
“Κι όμως, φίλε μου, κι όμως το έχεις. Ξέρεις, πάντα σε ζήλευα γι’ αυτή σου την ικανότητα, πάντα ήσουν αυτός ο τύπος που σε οποιοδήποτε μέρος μπορούσε να ξετρυπώσει την πιο όμορφη γκόμενα και σε δέκα λεπτά να την κάνει να τον ερωτευτεί.”
“Είμαι και ωραίο παιδί όμως, δε βρίσκεις;”
“Ναι, σίγουρα, αλλά αυτό δεν αρκεί. Εσύ έχεις ένα πολύ σπάνιο ταλέντο. Εσύ αποπνέεις τον θάνατο, μυρίζεις θάνατο, κι αυτό παίζει πολύ μεγάλο ρόλο.”
“Χμ, δεν ξέρω... Λες δηλαδή ότι οι γυναίκες έλκονται απ’ τον θάνατο;”
“Όχι ακριβώς, έλκονται απ’ τη μυρωδιά του θανάτου. Όπως τα όρνεα έλκονται απ’ τη μυρωδιά του ψόφιου ζώου.”
“Χαχ! Πλάκα έχει αυτό που λες!”
“Και δεν είναι μόνον αυτό, είναι το όλο μυστήριο που ενυπάρχει. Το γεγονός ότι, φαίνεσαι, θα μπορούσες να είσαι δολοφόνος. Αυτή η πιθανότητα τις εξιτάρει. Φυσικά, αν το γνώριζαν, θα φρικάρανε. Αλλά το ότι απλά το υποθέτουν λειτουργεί θετικά.”
“Ντάξει, ίσως... Δεν το πιστεύω πάντως. Εξάλλου, εσύ τι ξέρεις από γυναίκες; Εσύ μόνο για φιλοσοφίες κάνεις.”
“Εντάξει, εδώ δεν έχεις κι άδικο. Κι ούτε καν για φιλοσοφίες, έτσι; Για αμπελοφιλοσοφίες!”
“Χαχα, ακριβώς! Επαγγελματίας αμπελοφιλόσοφος.”
“Κάπως έτσι... Δεν πας να φέρεις άλλο ένα κρασί; Αυτό τέλειωσε κιόλας.”
“Το πρώτο κρασί πάντα φεύγει χωρίς καν να το καταλάβεις.”
“Ναι, το έχω διαπιστώσει κι εγώ αυτό.”
“Πάω. Ξαναφόρα της τη σακούλα σε παρακαλώ, με αγριεύει η φάτσα της.”
Σηκώθηκε και περπάτησε ως την κουζίνα.

“Ω, Γκλεντόρα, τι σου κάνανε;” της ψιθύρισα καθώς της έβαζα και πάλι τη σακούλα στο κεφάλι της. Σηκώθηκα και πήγα στο παλιό πικάπ. Έριξα μια ματιά στα βινύλια. Η κατάσταση επέβαλε τζαζ. Βρήκα έναν δίσκο του Κολτρέιν, το Μπλου Τρέιν. Τον έβαλα και τράβηξα προσεκτικά τη βελόνα πάνω του. Τα παράσιτα μετατράπηκαν μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα σε μελωδία τρομπέτας, και μετά και πιάνο, και σαξόφωνο, και ντραμς. Επέστρεψα στον καναπέ, ο Νικόλας είχε καθίσει ήδη και σερβίριζε τον δεύτερο γύρο Σαρντονέ. Ήπιαμε από δυο γουλιές. ‘Εβγαλα κι έστριψα άλλο ένα τσιγάρο.
“Πώς πάει η πολιτική;” με ρώτησε.
“Η πολιτική; Χαχαχα! Που τη θυμήθηκες τώρα την πολιτική;”
“Δεν ξέρω, έτσι μου ρθε.”
“Ε, πώς να πάει; Όπως πάντα. Μια σκέτη απογοήτευση.”
“Έτσι, ε;”
“Έτσι και χειρότερα.”
“Σε θυμάμαι παλιότερα πιο μάχιμο. Πώς ξεκίνησε τώρα αυτή η απογοήτευση;”
“Δεν ξεκίνησε τώρα. Ξεκίνησε το 45, όταν χάσαμε τον εμφύλιο.” Γελάσαμε κι οι δυο δυνατά.
“Α, έτσι, ε; Τελικά άλλοι χάσαν τον εμφύλιο κι άλλοι απογοητεύτηκαν...”
“Μωρέ κι αυτοί που χάσανε, κι αυτοί απογοητεύτηκαν.”
“Καλά, όντως. Κι αυτοί που χάσανε απογοητεύτηκαν, και οι επόμενοι, και οι μεθεπόμενοι... Μη σου πω ότι κι αυτοί που νίκησαν, κι αυτοί απογοητευμένοι είναι.”
“Χαχα, δεν έχεις κι άδικο. Για απολιτίκ, πολύ σοφά μιλάς.”
“Εγώ απολιτίκ; Λάθος κάνεις. Εγώ είμαι πολιτικοποιημένος όσο δεν πάει. Ακόμα κι οι δολοφονίες μου, κι αυτές πολιτικές είναι.”
“Χαχα, ναι, ε;”
“Αμέ.”
“Και ποιά πολιτική εκφράζεις δηλαδή;”
“Την περίφημη πολιτική της παρακμής.”
“Την περίφημη, σωστά... Τελικά, φίλε μου, είσαι ακριβώς αυτό που έλεγε κι εκείνος ο σκηνοθέτης. Κουρέλι. Αυτό είσαι. Την έχεις δει αυτή την ταίνια;”
“Όχι, κι ούτε μ’ ενδιαφέρει να τη δω. Αν εγώ όμως είμαι κουρέλι, εσύ τι είσαι;”
“Χα! Εγώ, φίλε μου, είμαι μεταξωτή κορδέλα!”
“Χαχαχα, ωραία τα λες!
Ξέρεις,” είπε μετά από μια μικρή παύση, “το σκεφτόμουνα πρόσφατα αυτό, και είδα πως καμία θεωρία, καμία πολιτική, δε μπορεί να με καλύψει σαν άνθρωπο. Σκέψου δηλαδή, σε όλες τις πιθανές κοινωνίες εγώ θα ήμουν βάρος. Θα μου πεις βέβαια, εντάξει, κάποτε όμως θα σε ρίχναν στη φωτιά ή θα σου κόβαν το κεφάλι, σήμερα απλά θα σε κλείνανε ισόβια σε μια φύλακη, και, στο ιδανικότερο σενάριο, θα με κλείνανε σ’ ένα ψυχιατρείο. Μα κανείς, καμία κοινωνία, δε θα μ’ άφηνε ν’ αλωνίζω έτσι ελεύθερος. Εγώ, φίλε, είμαι το κατακάθι του ανθρώπινου είδους. Εγώ είμαι η μύγα που χει πέσει στον καφέ. Κάποιοι απλά θα χύνανε όλον τον καφέ στη γλάστρα, άλλοι θα τον άφηναν απλά στο τραπέζι χωρίς να τον αγγίξουν, και κάποιοι, μ’ ένα κουταλάκι ή και με το δαχτυλό τους ακόμα, θα με βγάζανε και θα συνεχίζανε να πίνουν. Μα κανείς δε θα πινε τον καφέ του έτσι, με τη μύγα μέσα.”
“Ναι, αυτό ακριβώς είσαι. Η μύγα που έπεσε μες στον καφέ. Αλλά, μεταξύ μας τώρα, πιστεύεις πως είσαι ανθρώπος που του αξίζει να αλωνίζει ελεύθερος;”
“Φυσικά. Αυτό πρεσβεύει και η πολιτική μου θέση.”
“Χαχ, μάλιστα. Ε, κοίτα, τώρα μπορούμε να μπούμε σε διάφορα τέτοια τριπάκια, για τη σχετικότητα της ηθικής και τα λοιπά, αλλά κοινωνικά αυτό που λες δε στέκει.”
“Φυσικά και δεν στέκει, αλλά τι σημασία έχει; Αντιμετωπίζω την κοινωνία όπως αυτή θα αντιμετώπιζε εμένα. Σαν κάτι άρρωστο.”
“Ναι, δε διαφώνουμε ως εδώ, απλά η αντιπρόταση σου είναι παράλογη. Μιλάς για χάος, μιλάς γι’ αυτή την Χομπσιανή κατάσταση του πολέμου όλων εναντίων όλων.”
“Όχι, εσύ μιλάς γι’ αυτό. Εσύ βγάζεις συμπεράσματα. Εγώ απλά βλέπω τη φυσική ροή των πραγμάτων, και πάνω σ’ αυτό χτίζω μια πολιτική. Το ποτάμι που ρέει. Για μένα η μόνη πολιτική είναι η αποδοχή του αναπόφευκτου.”
“Ναι, αλλά τώρα μπαίνεις σε νομοτέλειες και τέτοια πράματα, κι αυτά έχουνε μια βάση, αλλά δεν ισχύουνε απόλυτα. Δηλαδή ναι, σίγουρα υπάρχει μια νομοτελειακή ροή, αλλά πάντα υπάρχει η δυνατότητα, ή έστω η πιθανότητα, παρέμβασης. Στο ποτάμι μπορείς πάντα να χτίσεις ένα φράγμα και να κόψεις τη ροή του.”
“Ναι, αλλά αργά ή γρήγορα το νερό θα το διαβρώσει το φράγμα και θα βρει την έξοδο. Εσύ απλά το αναβάλεις.”
“Ναι, εντάξει, πιθανότατα, αλλά κι αυτό μια παρέμβαση στη νομοτέλεια είναι. Εξάλλου μπορεί να αργήσει τόσο πολύ η διάβρωση που το ποτάμι να στερέψει, ή μετά να έχουν αλλάξει όλες οι γαιολογικές συνθήκες και να τραβήξει άλλη πορεία απ’ ότι θα τράβαγε αν δεν είχε μπει ποτέ το φράγμα. Και ξέρεις, αυτό είναι και η θεωρία του χάους στη φυσική, μια απειροελάχιστη διαφοροποίηση μπορεί να αλλάξει τα πάντα, ή μπορεί και όχι. Το εφέ της πεταλούδας, ξέρεις. Μια πεταλούδα στην Κίνα κουνάει τα φτερά της και δημιουργείται μια καταιγίδα στην Βραζιλία.”
“Ναι, έστω, αλλά αυτό δεν αλλάζει τη νομοτελειακή φύση των πραγμάτων.”
“Όχι, αλλά αυτό σου δείχνει ότι ακόμα κι αν υπάρχει νομοτέλεια, εσύ δε μπορείς να την γνωρίζεις απόλυτα, γιατί η παραμικρή λεπτομέρεια μπορεί να τ’ αλλάξει όλα.”
“Τέλοσπαντων. Εσύ τώρα με βαλες στο τριπάκι σου και πιάσαμε τις θεωρίες, που εμένα έτσι κι αλλιώς αδιάφορο με άφηναν κι αδιάφορο θα με αφήνουν πάντα. Άντε, πιες την τελευταία γουλιά να φέρω άλλο ένα μπουκάλι.”

Την κατέβασα την τελευταία γουλιά κι ο Νικόλας σηκώθηκε και πάλι.
“Απλά δεν έχω άλλο άσπρο,” μου είπε, “μόνο κόκκινο.”
“Εντάξει, φέρτο.”
Πήγε πάλι στην κουζίνα. Χάζεψα το σώμα της κοπέλας. Υπέροχο. Το στητό της στήθος, οι λεπτοί, χαμηλοί ώμοι, τα μακριά πόδια, ο αρυτίδιαστος κορμός, το απαλό, σκούρο δέρμα της.
“Δεν βλέπω αίμα,” είπα στο Νικόλα που επέστρεψε με το κρασί στα χέρια του. “Τη στραγγάλισες;”
“Ναι,” απάντησε καθώς τρύπαγε το φελλό με το τιρμπουσόν.
“Το πιστόλι σου; Δεν το χρησιμοποιείς;”
“Μόνο όταν είναι ανάγκη.”
Το άνοιξε και μας σερβίρισε. Ήπια μια γερή γουλιά.
“Γευστικότατο. Τι είναι;” τον ρώτησα
“Μερλό.”
“Πολύ ωραίο.”
“Θες να παίξουμε μια παρτίδα σκάκι;” μου είπε μετά από μερικές γουλιές ακόμα.
“Σκάκι; Όχι. Πάντα με κερδίζεις στο σκάκι.”
“Ε και;”
“Ποιός ο λόγος να παίξω ένα παιχνίδι που εξαρχής γνωρίζω ότι θα χάσω;”
“Για τη χαρά του παιχνιδιού.”
“Η χαρά του παιχνιδιού βρίσκεται στην αβεβαιότητα του ποιός θα είναι ο νικητής. Ή έστω, στις λιγοστές ελπίδες του αουτσάιντερ. Εγώ όμως δεν τρέφω καμία ελπίδα.”
“Χα! Έτσι είστε όλοι εσείς οι δήθεν διανοούμενοι. Νομίζετε πως ξέρετε την έκβαση του παιχνιδιού, και τελικά ποτέ δεν παίζετε.”
“Κάτσε ρε Νικόλα, πριν αυτά λέγαμε. Εγώ δεν πιστεύω ότι γνωρίζω την έκβαση κανενός πράματος.”
“Άρα πως ξέρεις ότι θα χάσεις στο σκάκι;”
“Εντάξει, δεν το ξέρω, απλά είναι το πιο πιθανό.”
“Αυτό ακριβώς λεώ. Δεν ξέρετε τι θα γίνει, μα νομίζετε πως ξέρετε τις πιθανότητες. Τα πιθανά σενάρια. Νομίζετε γενικώς πως μπορείτε να κρίνετε τα πάντα απ’ την απ’ έξω, μόνο βάσει των στοιχείων και των θεωρίων σας. Μιλάτε για εξεγέρσεις και επαναστάσεις και ξεσηκωμούς, μα εσείς δε θα μπορούσατε ούτε όπλο να κρατήσετε. Μιλάτε για το θάνατο, έτσι αόριστα και γενικά, μα σας πιάνει άγχος στην ιδέα του να σκοτώσετε άνθρωπο. Δεν μπορείτε ούτε να φανταστείτε πως νιώθει κάποιος τη στιγμή του φόνου.”
“Πώς νιώθει;” τον ρώτησα με ειλικρινή περιέργεια.
“Παράξενα... Πολύ παράξενα... Κι όμως υπάρχει μια φυσικότητα στο όλο θέμα. Έχεις πάει ποτέ για ψάρεμα;”
“Μικρός πήγαινα συχνά.”
“Ξέρεις, όταν βγάζεις το ψάρι με το καλάμι, αυτό τινάζεται πέρα δώθε και προσπαθέι να ελευθερωθεί, μα ούτε καν ξέρει προς τα που είναι η θάλασσα. Κι ο ψαράς απλά το κρατάει μέχρι να του τελειώσει το οξυγόνο. Κάπως έτσι είναι. Τη στιγμή αυτή του θανάτου, ένας άνθρωπος δε διαφέρει σχεδόν καθόλου από ένα ψάρι. Εκτός από ένα μικρό πράμα.”
“Ποιό πράμα;”
“Δεν ξέρω... Δε μπορώ να το περιγράψω... Απλά κάτι, κάτι πολύ μικρό, νιώθει διαφορετικά. Ένα αίσθημα... Δεν ξέρω. Δεν έχω ιδέα.”
“Αχα... Τέλοσπαντων, σκάκι πάντως δε θα παίξουμε.”
“Όπως θες.”
“Το αμάξι σου τι έπαθε;”
“Δεν ξέρω. Απλά δεν παίρνει μπρος.”
“Και γιατί δεν τη θάβεις στον κήπο;”
“Υπάρχει ήδη ένα πτώμα θαμμένο στον κήπο. Δε θέλω άλλο. Άμα βρούνε από δύο πτώματα και πάνω θα με κατηγορήσουν για κατά συρροή δολοφόνο.”
“Α, το χεις ψάξει βλέπω.”
“Ε βέβαια, δεν είμαι κανένας τυχαίος.”
Έσκυψα στη θέση μου και πλησίασα κοντά του, τον κοίταξα βαθιά μες στα μάτια κι αυτός κοίταξε στα δικά μου. Άπλωσα το χέρι και του χτύπησα απαλά το μάγουλο με την παλάμη μου.
“Κοίτα τον εαυτό σου ρε Νικόλα. Κοίτα τον. Δεν είσαι ούτε 25 χρονών ακόμα, κι όμως μοιάζεις για 40.”
“Ναι αλλά είμαι πιο γοητευτικός έτσι, δε βρίσκεις;”
Χαμογελάσαμε κι οι δυο.
“Τελικά, τι λες να το κάνουμε το πτώμα;” ρώτησα μετά από λίγο
“Δεν ξέρω, εσύ πες μου.”
“Χμμ... Κοίτα, καταρχάς θες να μας αφήσεις λίγο μόνους;”
Ο Νικόλας τότε με κοίταξε περίεργα, αιφνιδιασμένος, ίσως και με μια μικρή δόση αηδίας στο βλέμμα του. Μετά γέλασε.
“Ναι, φίλε μου, όπως θες. Πάω πάνω. Βάλε μια φωνή όταν τελειώσεις,” είπε τελικά.
“Έγινε.”

Ο Νικόλας σηκώθηκε, πήγε προς τις σκάλες, ανέβηκε κι εξαφανίστηκε. Έσκυψα προς την κοπέλα και της ξανάβγαλα τη σακούλα. Πέρασα απαλά δυο δάχτυλα μέσα από τα μακριά, μαύρα μαλλιά της. Πλησίασα και κάθισα δίπλα της, κολλητά. Με το δείκτη μου ψηλάφισα όλο της το σώμα. Τη φίλησα στο μάγουλο. “Πόσο θα θελα ν’ ακούσω τη φωνή σου,” της ψιθύρισα, και μετά την άρπαξα και της δάγκωσα τα χείλη παθιασμένα, τα δάγκωσα μέχρι να ματώσουν. Της σήκωσα τα πόδια και την οριζοντίωσα πάνω στον καναπέ. Ξεκούμπωσα το παντελόνι μου και το κατέβασα, ανέβηκα πάνω της, συνέχισα να τη φιλάω στα χείλη, στα μάγουλα, στο λαιμό, έφτασα στο στήθος. Και μετά, άκουσα τα βήματα του να κατεβαίνουνε τη σκάλα κι ένιωσα το βλέμμα του καρφωμένο πάνω μας. Πετάχτηκα όρθιος, χτύπησα λίγο το πόδι μου στο τραπεζάκι, ανέβασα γρήγορα πάνω το παντελόνι.

“Ρε Νικόλα, τι κάνεις εκεί;”
Κρατούσε στο δεξί του χέρι το ριβόλβερ και με σημάδευε - το προσωπό του ήταν άσπρο και ανέκφραστο.
“Τι κάνω;”
“Ρε Νικόλα, ηρέμισε. Εσύ δε μου είπες εντάξει, δεν είπες να κάνω όπως θέλω; Σιγά, και τι έγινε; Τόσες ανωμαλίες υπάρχουνε στον κόσμο, αυτό σε πείραξε;”
“Όχι, δεν είναι αυτό. Δε μ’ ενοχλεί αυτό;”
“Τι σ’ ενοχλεί;”
“Τίποτα.”
“Τότε; Τότε γιατί;”
“Εγώ απλά θέλω να παίξω.”
“Αυτό δεν είναι παιχνίδι.”
“Άκου να δεις, φίλε μου. Μέσα σ’ αυτό το ριβόλβερ υπάρχει μόνο μία σφαίρα - κι εγώ δεν έχω ίδεα που είναι, αν είναι στην αρχή, στη μέση ή στο τέλος. Είπες ότι δε θες να παίξεις σκάκι γιατί γνωρίζεις την έκβαση του παιχνιδιού. Ε λοιπόν, τώρα δε γνωρίζεις. Τώρα είναι πενήντα-πενήντα. Τώρα θα γίνει το παιχνίδι.”
“Νικόλα, σοβαρέψου, γιατί να το κάνουμε αυτό;”
“Γιατί όχι; Λοιπόν, αρχίζω.” Έφερε το πιστόλι στον κρόταφο.
“Νικόλα, μη...” ψιθύρισα, μα αυτός τράβηξε τη σκανδάλη. Τίποτα.
“Σειρά σου,” είπε.
“Δε θα το κάνω.”
“Δε μπορείς να τα παρατήσεις τώρα. Τώρα ή κερδίζεις ή χάνεις. Αλλά δε μπορείς να πας πάσσο έτσι απλά.”
Δεν απάντησα. Ο Νικόλας έστρεψε την κάνη προς το μέρος μου. Έμεινα σιωπηλός κι ένιωσα ένα ρίγος να διαπερνά τη σπονδυλική μου στήλη. Σχεδόν βούρκωσα. Ο Νικόλας χαμογέλασε.
“Τι έγινε; Δεν έχεις όρεξη για φιλοσοφίες τώρα;”
Δεν απάντησα. Έκλεισα τα μάτια και περιμένα. Τράβηξε τη σκανδάλη. Τίποτα.
“Σειρά μου και πάλι,” είπε κι έφερε ξανά το πιστόλι στο κεφάλι του.
“Γιατί το κάνεις αυτό;” τον ρώτησα, μα δεν απάντησε, μόνο χαμογέλασε.
Τράβηξε τη σκανδάλη. ΜΠΑΜ!

Έπεσε στο πάτωμα με τα μάτια ανοιχτά. Μια λίμνη αίματος άρχισε να σχηματίζεται γύρω απ’ το κεφάλι του. Πήγα από πάνω και τον κοίταξα. Μετά έτρεξα στην τουαλέτα, ξέρασα και κατούρησα. Γύρισα πάλι στο σαλόνι. Κοίταξα τη γυναίκα στον καναπέ, μετά το Νικόλα στο ξύλινο πάτωμα. Πήγα στην κουζίνα. Βρήκα δυο μπουκάλια κόκκινο κρασί στον πάγκο, και μερικές μπύρες στο ψυγείο. Άρπαξα μια πλαστική σακούλα, τα χωσα όλα μέσα κι έφυγα. 

Κυριακή 7 Ιουνίου 2015


















part1: http://successfulattempt.blogspot.gr/2015/05/1000.html



«Και γιατί ταξιδεύετε εσείς; Διακοπές ή δουλειά;» με ρώτησε η ομορφούλα που καθόταν στο διπλανό κάθισμα από μένα την ώρα της πτήσης.

«Για μερικούς ανθρώπους οι δουλειές είναι διακοπές, αλλά και οι διακοπές είναι δουλειές αγαπητή μου» απάντησα.
«Χιχιχιχι, τι γλυκούλης που είστε» μου είπε χαιδεύοντας μου τον ώμο
«Ναι μερικοί θεωρούν ότι είμαι ο πιο γλυκούλης άνθρωπος στον κόσμο, οι υπόλοιποι που δεν το θεωρούν...εξαφανίστηκαν, είδατε κάτι αδικίες που συμβαίνουν;» της είπα
«Καλέ φιλήστε με!»
«Καλέ όχι!»
«Είστε ομοφυλόφιλος»
«Είστε αγενής και επιθετική»
«Δεν σας αρέσω λοιπόν;»
«Εχω να πάω με γυναίκα χίλια χρόνια, καταλαβαίνετε, έχω μουδιάσει»
«Έλληνας να υποθέσω;»
«Οι προλετάριοι δεν έχουνε πατρίδα αγαπητή μου»
«Είσαστε και προλετάριος;»
«Όχι ένας σιχαμένος προδότης της τάξης του είμαι που τα πούλησα όλα για μια καλή θέση, μια καλή έκθεση και μια αντιρατσίστρια, γιαυτό δεν μπορώ να είμαι μαζί σας»
«Πιέζεστε για πολιτικούς λόγους;»
«Έχω να σκοτώσω ένα άτομο που μάλλον θα μπορούσα να αγαπήσω, τι σας λέει αυτό;»
«Άλλη μια επιβεβαίωση της κρυφής σεξουαλικής σας ταυτότητας»
«ΣΥΓΝΩΜΗ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΑΛΛΑΞΩ ΘΕΣΗ;» ρώτησα την αεροσυνοδό τραβώντας την απ’ το μανίκι.
«Σας παρακαλώ κύριε» μου είπε αυτή «Μην δημιουργείτε πρόβλημα, ο πιλότος μας είναι νέος και άμαθος και ιδιαίτερα σήμερα είναι για κάποιο λόγο πολύ αγχωμένος. Καθήστε ήσυχα λοιπόν»
«Συγνώμη ποιά εταιρία είστε είπαμε;»
«Πετάτε στα 10.000 πόδια με την runair»
«ΓΚΛΟΥΠ!»
«Τι πάθατε;»
«Όχι,οχι τίποτα, συνεχίστε τη δουλειά σας, απλά πείτε στον δεύτερο πιλότο να μην πάει για κατούρημα»
«Καλή συνέχεια στην πτήση σας Κύριε» μου ευχήθηκε και έφυγε.

Γύρισα προς την κοπέλα που καθόταν δίπλα μου.

«Ξέρεις...έχω ένα άγχος ότι δε θα φτάσουμε ποτέ ζωντανοί στον προορισμό μας, θέλεις να κάνουμε σεξ;»
«ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ σοβαρά αυτή είναι ατάκα σου για να γαμήσεις;» μου είπε και συνέχισε να γελάει. Μάταια προσπάθούσα να την πείσω ότι φοβόμουν όντως και ότι 1000 χρόνια πριν το αεροπλάνο είχε πέσει και ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται την πρώτη φορά ως τραγωδία και τη δεύτερη ως φάρσα. Μετά της είπα οτι βολευόμουν και με ένα τσιμπουκάκι.
Δεν μου πήρε ποτέ. Τράβηξα μια μαλακία στο μπάνιο και κοιμήθηκα στο μαξιλάρι της αεροπορικής εταιρείας. Καλά ήταν.

Λίγες ώρες μετά ήμασταν στο αεροδρόμιο της Μασσαλίας. Το τηλέφωνο μου χτύπησε και είδα το όνομα του Αλέκου στις εισερχόμενες:

«Έλα ρε ψήνεις για καμιά μπύρα απόψε;»
«Σορυ ρε είμαι στη Γαλλία με σκοπό να σκοτώσω μια αντιρατσίστρια. Επίσης μπήκα στη Xρυσή Aυγή. Και δε γάμησα μια τύπισα που ψηνόταν μάλλον»
«ΤΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙ;;; Πλάκα μου κάνεις!»
«Έλα μωρέ, λες και είναι η πρώτη φορά»
«Καλά ναι είσαι γνωστός Loser εσύ, τι σου έκανε το κορίτσι και δεν την ήθελες; Να μαντέψω. Δεν άκουγε Beatles!»
«Ρε παίζει να άκουγε αλλά ξέρεις τώρα...»
«Ξέρω δυστυχώς, τράβα καμία να ησυχάσεις τουλάχιστον τώρα που έφτασες»
«Done already ρε»
«Χχαχαχαχα αγόρι μου εσύ! Άντε σε φιλώ καλή επιτυχία στα σχέδια σου»
«Θενκ γιου, να σου πω ρε αλάνι, θυμάσαι που είναι μαζεμένοι οι συριζαίοι που πήρα πολιτικό άσυλο στη Γαλλία;»
«Χμμμ. Τελευταία φορά που το κοίταξα στο google ήταν σε ένα ξενοδοχείο που λεγόταν Μικρή Μασσαλία, πρέπει να ‘ναι προς το κέντρο της πόλης, ρώτα κιολας»
«Έγινε ρε μανάρι, τα λέμε»
«Σμουτς, φέρε μου καμια σοκολάτα»
«Έγινε» του είπα και το κλεισα.

Με αργά αργά βήματα προχωρησα προς το κέντρο της πόλης. Διάφορα ερωτήματα βασάνιζαν το μυαλό μου. Πώς θα πειστεί ότι δεν έχω κακές προθέσεις και ότι δεν είμαι φασίστας, τι θα γίνει αν οι συριζαίοι με εμποδίσουν να τη δω, ποιό είναι το κανονικό της όνομα;

«Αχ θεέ μου λες να ναι όμορφη;» σκέφτηκα ιεραρχώντας πολύ ώριμα τους προβληματισμούς μου. Σκεφτόμενος αυτά και αυτά έφτασα στην κεντρική πλατεία της Μασαλλίας. Ωραία ήταν. Οι περισσότεροι κυκλοφορούσαν με χοντρά ρούχα στον δρόμο γιατί η θερμοκρασία ήταν χαμηλή, ωστόσο για έναν τύπο που πέρασε 1000χρόνια μέσα στον πάγο αυτό δεν ήταν τίποτα.

«Δεν κρυώνεις;» με ρώτησε μια κοπέλα
«Χμ...όχι όχι, δεν κάνει και πολικό ψύχος» της είπα
«Πολικό ίσως όχι, πολιτικό όμως;»

Γύρισα και την κοίταξα πιο προσεχτικά, η ερώτηση της ήταν ενδιαφέρουσα τουλάχιστον. Έμοιαζε συνομήλικη μου, κοντά στα 25 της, μελαχρινή με γαλάζια μάτια, φορούσε πολύχρωμα ρούχα, ψιλοχίπικα. Τη συμπάθησα αμέσως.

«Μη τα βάψεις ποτέ ξανθά, είσαι πολύ όμορφη έτσι» της είπα.
«Δε χρησιμοποιώ βαφές, τις δοκιμάζουν πάνω σε ζώα» μου απάντησε. Ήθελα ενστικτωδώς να της πω ότι «ΝΑ ΠΕΘΑΝΟΥΝ ΟΙ ΧΙΠΗΔΕΣ ΝΑ ΖΗΣΕΙ Ο ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ» αλλά συγκρατήθηκα. Ήταν το μοναδικό άτομο που μιλαγε ελληνικά και είχε επαφή με την πολιτική.

«Ναι ε; Έχεις τα δίκια σου, είσαι ελληνίδα και τα μιλάς τόσο καλά;»
«Κοίτα η Ελλάδα είναι σκατά άρα είναι σα να με ρωτάς αν είμαι και εγώ μια βρωμερή κουράδα ή έστω ένας βόθρος, αλλά έχω καταγωγή και από εκεί είναι η αλήθεια»
«Όμορφα, και αυτό που με ρώτησες για το ψύχος και την πολιτική τι ήταν;»
«Ρε απλά, ξέρω γω... γαμιέται ο κόσμος ρε» μου είπε με λυπημένο ύφος και κοιτάζοντας πότε ίσια στα μάτια μου πότε στο πάτωμα.
«Καπιταλισμός ε; σκατά είναι ναι, τα ξέρω»

Με πρόσεξε πιο προσεχτικά μετά από αυτό και μου είπε:

«Είσαι οργανωμένος πουθενά;»
Χμ... Πως να της έλεγα ότι ήμουν τυπικά μέλος του εθνικού λαικού συνδέσμου χρυσή αυγή με αποστολή να σκοτώσω μια «αριστερούλα» που πέρσι έδινε πανελλήνιες...
«Ε όχι μωρέ αλλά ξέρεις με ψήνει ο ακτιβισμός» απάντησα τελικά.
«Μα αυτό είναι υπέροχο, είσαι ο άνθρωπος μας!!!» μου είπε με μια γυαλάδα στο βλέμμα της.
«Αλήθεια; Τι εννοείς;» ρώτησα απορρημένος απ’ το ξαφνικό της πάθος
«Κοίτα, δε θα σου κρύψω τίποτα γιατί φαίνεσαι κουλ τυπάκι, είμαι μέλος σε μια κίνηση για τα δικαιώματα των ζώων και σήμερα θέλαμε να εισβάλλουμε σε ένα ξενοδοχείο που μάθαμε ότι σερβίρει και κρέας στους πελάτες του, κάτι που είναι ξεκάθαρα μια γενοκτονία ισάξια, αν όχι μεγαλύτερη, με αυτή του Χίτλερ»
«Ναι χμ, εντάξει, αλλά γιατί είσαι μόνη σου;»
«Η αλήθεια είναι οτι οι άλλοι φοβήθηκαν και με παράτησαν»
«Πόσο επικίνδυνο είναι να κάνεις δηλαδή μια διαμαρτυρία σε ένα ξενοδοχείο;» ρωτησα
Η τύπισσα χαμογέλασε. Άνοιξε μια μεγάλη τσάντα που ήταν παραδίπλα και κοιτάζοντας με στα μάτια πάντα έβγαλε από μέσα κάτι μακρύ.
«Αρκετά όταν την κάνεις έτσι» είπε και ακούμπησε στα πόδια μου ένα Καλάσνικοφ.
«ΝΤΑΦΑΑΑΑΑΑΚ;»
«Έλα μην κάνεις έτσι, λοιπόν ψήθηκες;»
«Να ψηθώ γιατί ακριβώς;»
«Να κάνεις ντου στο ξενοδοχείο στο όνομα των ζώων»
«ΩΠΑ ΩΠΑ με παρεξήγησες» της ειπα «Δεν είναι οτι δε βρίσκω συμπαθητικό τον αγώνα σου για τα ζωάκια, αλλά να εισβάλλω ένοπλος σε ένα ραντομ ξενοδοχείο και να σφάξω κόσμο δε μου φαίνεται ακριβώς η σωστή κίνηση για τη ζωή μου»
«Δεν είναι ένα ραντομ ξενοδοχείο η «Μικρή Μασσαλία», είναι το κέντρο της τουριστικής κατανάλωσης, ένα σύγχρονο Άουσβιτς για τις ψυχούλες τόσων ζώων»
«Στη Μικρή Μασσαλία είναι να γίνει το ντου;»
«Ναι το ξέρεις;» με ρώτησε.

Το σκέφτηκα για λίγο. Η Μικρή Μασσαλία ήταν εκεί ακριβώς όπου βρίσκονταν όλοι οι συριζιάρηδες που πήραν άσυλο απ’ τη Γαλλία, άρα πιθανόν το μέρος που θα κρυβόταν η κοπέλα που είχε γράψει την τέλεια έκθεση και που οι φασίστες περίμεναν να σκοτώσω, η «Λ.Μ.». Ήταν όμως καλή ιδέα να εισβάλλω ένοπλος στο ξενοδοχείο ενώ ήδη αυτή με γνώριζε φατσικά;

«Κοίτα!» είπα στην ένοπλη εκπρόσωπο του  animal liberation front. «Με έπεισαν τα επιχειρήματα σου, τα ζώα δεν πρέπει να πέσουν στα χέρια τους, θα δώσουμε ένα γερό μάθημα στους σπισιστές σε όλο τον κόσμο, φέρε μου την τσάντα και το όπλο!»

Έπεσε στην αγκαλία μου ή μάλλον εγώ στη δική της γιατί μου έριχνε και μισό κεφάλι.
«Πατ-πατ» της είπα χαιδεύοντας την υπομονετικά μέχρι να μου αφήσει το όπλο.
«Είσαι ήρωας!»
«Όλοι μας είμαστε!» της απάντησα και τη φίλησα στο μέτωπο. «Αν δεν με ξαναδείς να ξέρεις ότι πεθαίνω όχι για κανέναν ιδιοτελή σκοπό αλλά για την απελευθέρωση αυτού που αγαπάμε πιο πολύ στον κόσμο»
«Τα ζώα;»
Την κοίταξα από πάνω ως κάτω.
«Ναι...» είπα τελικώς «Τα ζώα»

Σκούπισε τα δάκρυα της και μου πέρασε την τσάντα στον ώμο, ύστερα έβαλε μέσα της το καλασνικοφ και την έκλεισε στοργικά.

«Καλή τύχη»
«Αντίο!»
Και έτσι πήρα τον δρόμο προς τη Μικρή Μασσαλία. Είχα όλο τον εξοπλισμό που χρειαζόμουν. 15 λεπτά αργότερα ήμουν μπροστά του.

«Συγνώμη» είπα σε κάποιον που πήγαινε να μπει μέσα θέλοντας να αποσπάσω πληροφορίες για το τι συνέβαινε εκεί σχετικά με τους πρόσφυγες. Αυτός αναγνωρίζοντας την γλώσσα στην οποία του μιλούσα μου απάντησε αμέσως.
«Ο κύριος Αλέξης και οι υπόλοιποι είναι στο μεγάλο χολ αριστερά, δέχονται όλους τους Έλληνες που φτάνουν εδώ για ακρόαση, μπορείτε να πάτε και εσείς»
«Όμορφα καλέ μου κύριε, σας ευχαριστώ» του είπα.

Με αργά αλλά σταθερά βήματα έσπρωξα την πόρτα του ξενοδοχείου και βρέθηκα στη ρεσεψιόν, εγώ όμως είχα έρθει να κλείσω λογαριασμούς και όχι δωμάτιο, την προσπέρασα βιαστηκά και βρέθηκα στο χόλ όπου μόνο η ελληνική γλώσσα ακουγόταν και που και που λίγες βιαστικές κουβέντες στα γαλλικά. Κάθησα σε μια γωνιά και πήρα καφέ απ’ το μπουφέ του ξενοδοχείου, ακούμπησα την τσάντα στα πόδια μου.

Η κούραση είχε αρχίσει να με καταβάλει. Άρχισαν να με τρώνε σκέψεις για το μάταιο όσων κάνω και πόσο εν τέλει λογικά είναι όλα αυτά. Ήμουν ένοπλος σε ένα δυτικό κράτος και μέλος της Χρυσής Αυγής, επίσης είχα δεχτεί να συμμετέχω σε μια στρατιωτικού τύπου επιχείρηση που σχεδίασε μια χαζοοικολόγα της πούτσας.

«Μήπως μαλακίζομαι;» σκέφτηκα αλλά στο καπάκι έδιωξα αυτές τις σκέψεις. Ήθελα να την γνωρίσω και θα το έκανα ακόμα κι αν έπρεπε να γίνω μάρτυρας του Ιεχωβά και ότι άλλο σκατά χρειαζόταν. Είμαστε οι επιλογές μας εν’τελει ή έστω είμαστε και αυτές.

Το συλλογισμό μου διέκοψε όμως ένας διάλογος που ερχόταν από πολύ κοντά, πιθανόν απ’ το ακριβώς μπροστά τραπέζι μου.

«Και που λες γλυκιά μου, μπορεί να είμαστε εξόριστοι αλλά θα επιστρέψουμε πιο δυνατοί από ποτέ και θα κυβερνήσουμε εμείς αυτή τη χώρα»
«Λέτε κύριε Παναγιώτη; Μακάρι, για το καλό όλων των ανθρώπων»
«Ναι ναι για τους ανθρώπους τα κάνουμε όλα αυτά, τέτοιοι είμαστε εμείς, ανθρωπιστές»
«Είστε τόσο καλόςςςς»

Κοίταξα ευθεία μπροστά για να δω τα πρόσωπα του διαλόγου, τον ένα τον αναγνώρισα αμέσως από τη μυρωδιά μπόχας που βρώμαγε. Δεν εννοώ πολιτική μπόχα, είχε να κάνει μπάνιο πιο πολύ καιρό κι απ’ τον Αλέκο. Αλλά δεν ήταν ο Αλέκος, ήταν ο Παναγιώτης ο Λαφαζάνης, σε κάποια έξαρση υποσχέσεων.

Δίπλα του ήταν ένα κοριτσάκι. Έδειχνε μικρή. 18χρονών θα την έκοβα.Λεπτή, κοντούλα, με ένα μαλλί που θα το έλεγες ροζ αλλά στην πραγματικότητα αποτελούσε ένα συνδιασμό 8 διαφορετικών χρωμάτων υπό την επικυριαρχία του Ροζ. Δεν μπορούσα να δω το πρόσωπο της από εδώ γιατί είχε γυρισμένη την πλάτη της, παρόλα αυτά μου φάνηκε συμπαθητική.

«Πρέπει και εσύ όμως να στηρίξεις τον αγώνα μας»  της είπε ο Λαφαζάνης
«Τι εννοείτε κύριε αντιπρόεδρε; Δεν αρκεί που αν και αριστούχος παράτησα τη σχολή μου γιατί με κυνηγούσαν οι φασίστες; Τι άλλο πρέπει να κάνω;
«ΩΠΑ!» σκέφτηκα
«Θα χρειαστεί να με βάλεις στην παρέα σου» της είπε ο Λαφαζάνης απλώνοντας το χέρι του πάνω στα πόδια της με ξεκάθαρες τις προθέσεις του «Και μετά να δούμε ταινία μαζί»
«Δεν υπάρχει καιρός για χάσιμο» σκέφτηκα βλέποντας το γλυώδες πτώμα της παλαιοαριστεράς να χουφτώνει το κορίτσι για το οποίο ταξίδεψα ως τη Γαλλία, πόσο μάλλον να της πουλάει έμεσσα προστασία από ... εμένα ζητώντας σεξουαλικά ανταλλάγματα. Άνοιξα την τσάντα.

«Κρατάει όπλο!» φώναξε ένας προσωπικός φρουρός του λαφαζάνη που με παρακολουθούσε από ώρα απ’ ότι φάνηκε.
«ΠΟΥ;» Ρώτησε ο ξιπασμένος αριστερός. Και γύρισε πίσω του να με αντικρύσει. Το ίδιο έκανε και η κοπέλα.
«ΕΣΥ!» μου φώναξε
«Εγώ...» της είπα γλυκά.

Ο Λαφαζάνης και οι φρουροί του όμως ήταν αποφασισμένοι να μας εμποδίσουν να γνωριστούμε, έβγαλαν έξω τα προσωπικά τους περίστροφα και άρχισαν να πυροβολούν στα τυφλά. Κραυγές ακούστηκαν καθώς οι περισσότεροι έτρεχαν προς τα έξω ενώ κάποιοι απλά έπεσαν στο πάτωμα.
«ΣΙΧΑΜΕΝΟ ΡΕΜΑΛΙ» του φώναξα βγάζοντας το καλάσνικοφ από την τσάντα. Πριν πατήσω την σκανδάλη όμως γύρισα προς το κορίτσι.
«Γαμιέται η χρυσή αυγή» της είπα ψιθυριστά σχεδόν. Και γύρισα προς τους επίδοξους φονιάδες μου. Δυο πυροβολισμοί ακούστηκαν και ισάριθμες σφαίρες πέρασαν στα ξυστά από δίπλα μου. Χαμογέλασα.

«Για τους ανθρώπους ρε γαμώτο» φώναξα και καλυπτώμενος πίσω από ένα τραπέζι άρχισα να πυροβολώ. Πρέπει να ριξα κάπου 15 σφαίρες αλλά και σίγουρος δεν ήμουν. Οι δυο φρουροί κύτωνταν νεκροί στο πάτωμα με μικρές τρυπούλες σε όλο τους το κορμί. Ο Λαφαζάνης ήταν ζωντανός όμως.
Σηκώθηκα απ’ το τραπέζι και χωρίς καμία κάλυψη φώναξα

«Και για τα ζώα!» και πάτησα τη σκανδάλη στέλνοντας τον Λαφαζάνη να κολυμπήσει στην άλλη πλευρά του αχέροντα. Η σφαίρα τον βρήκε στο κεφάλι. Δεν ασχολήθηκα παραπάνω, ήδη το αίμα του που με είχε πιτσιλήσει παντού ήταν μια ενόχληση πολύ μεγάλη για τα νεύρα μου. Κοίταξα το κορίτσι αμέσως.
«Είσαι καλά;» τη ρώτησα
«Ναι....» μου είπε αυτή με δισταγμό.
«Δεν είμαι φασίστας» της ξηγήθηκα «Όλα ήταν θέμα κακού timing αλλά θα τα φτιάξουμε τώρα όλα»
«Κι αν δεν θέλω;»
«Κρατάω όπλο» της είπα. Αλλά ούτε εγώ δεν άντεξα το αστείο μου. Πέταξα το καλάσνικοφ κάτω και την πήρα αγκαλιά. Τη φίλησα στο μέτωπο και της χάιδεψα τα μαλλιά.
«Είσαι λίγο φλώρος ε;» μου είπε
«Σκότωσα 3 ανθρώπους μόλις τώρα, give me a break»
«Θα χορέψουμε;»
«Γιαυτό ήρθα» της απάντησα

Κοίταξα γύρω μου. Το προσωπικό ήδη καλούσε την αστυνομία και το χολ ήταν γεμάτο αίμα και αναστάτωση. Το βαλς θέλει το χωροχρόνο του όμως.

«Έχεις δωμάτιο;» τη ρώτησα
«357» μου είπε απλά

Ανέβηκαμε μαζί. Δεν πήραμε ασανσέρ. Σκαλάκι-σκαλάκι και χεράκι-χεράκι. Έτσι έπρεπε. Κι άλλωστε το χαλί ήταν κόκκινο, τα ματωμένα αποτυπώματα που άφηνα δεν αλλίωναν την αισθητική. Μπήκαμε στο δωμάτιο της. Ήταν ο καλύτερος χορός της ζωής μου.

***

Αυτή γύρισε στην Ελλάδα. Εγώ απόφασισα να μείνω στη Γαλλία του 3015. Ποιός ξέρει όμως; Αν γλυτώσω από τη γαλλική αστυνομία, τους αντισπισιστές, τους αριστερούς και τους φασίστες ίσως καταφέρω να την ξαναδώ.

Και να μάθω και το όνομα της τέλος πάντων.