Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2015



“Πρέπει να ρθεις από δω. Έχω ένα πτώμα στο σαλόνι μου.”
Ο φίλος μου ο Νικόλας ήτανε συνηθισμένος σε τέτοιου είδους μπλεξίματα εδώ και χρόνια, γι’ αυτό κι εγώ κάπως απόρρησα όταν με πήρε τηλέφωνο για να μου πει αυτό το πράμα.
“Ε, και; Ποιό το πρόβλημα;” ρώτησα με το πιο κυνικό ύφος που μπορούσα να πάρω.
“Υπάρχει πρόβλημα. Έχει χαλάσει το αμάξι μου.”
“Αα, μάλιστα. Εντάξει, ξεκινάω σε λίγο.”

Φόρεσα ένα παντελόνι, έχωσα στην τσέπη τον καπνό και τα χαρτάκια μου, έβαλα τα παπούτσια μου, μπήκα στο αμάξι και ξεκίνησα. Σε μερικά λέπτα ήμουν έξω απ’ το σπίτι του. Μια τεράστια έπαυλη κάπου στα βόρεια προάστια, διόροφη, με κήπο και πισίνα. Ο Νικόλας ήταν ο μοναχογιός μιας ζάμπλουτης οικογένειας, η οποία πριν λίγα χρόνια είχε εξαφανιστεί ύπο αδιευκρίνιστες συθήκες σ’ ένα ταξίδι αναψυχής στην Ινδονησία. Ποτέ κανείς δεν έμαθε κάτι για την τύχη του πατέρα και της μάνας του, κι ο Νικόλας βρέθηκε μόνος με μια αμύθητη περιουσία κι αυτή την τεράστια έπαυλη στα βόρεια. Όχι κι άσχημα...

Χτύπησα το κουδούνι, μου άνοιξε και μπήκα μέσα. Προχωρήσαμε προς το σαλόνι. Στον έναν καναπέ καθότανε μια νεαρή γυναίκα, γυμνή, τσίτσιδη, με μια μπλε πλαστικιά σακούλα δεμένη στο κεφάλι της. Κάθισα δίπλα της, ο Νικόλας κάθισε στην πολυθρόνα απεναντί μας. Ψιλάφησα προσεκτικά το κορμί της, σφιχτό κι υπέροχο - ήταν ακόμη ζεστό.
“Λοιπόν;” με ρώτησε ο φίλος μου.
“Λοιπόν, τι θα γίνει; Δε θα φέρεις να πιούμε κανένα κρασί;”
“Αμέ. Λευκό ή κόκκινο;”
“Λευκό.”

Σηκώθηκε και περπάτησε ως την κουζίνα. Έβγαλα κι έστριψα ένα τσιγάρο. Επέστρεψε κρατώντας ένα μπουκάλι Σαρντονέ και δυο κολωνάτα ποτήρια. Κάθισε, το ακούμπησε στο τραπέζι, έβγαλε απ’ την τσέπη του το τιρμπουσόν, το άνοιξε κι έριξε λίγο στα ποτήρια μας. Πήρα μια γουλιά. Καλό κρασί.
“Και γιατί της φόρεσες αυτήν την πλαστική σακούλα;” τον ρώτησα.
“Γιατί δε θα μ’ άρεσε να κάθεται εκεί και να με κοιτάει.”
“Και γιατί δεν της έκλεινες απλά τα μάτια;”
“Μην είσαι ανόητος. Αν της έκλεινα τα μάτια θα μου δινε την εντύπωση πως με βαριέται.” Χαζογελάσαμε κι οι δυο.
“Σωστά... Σε πειράζει να τη βγάλω, να δω το πρόσωπό της;”
“Όχι, καθόλου.”

Την έλυσα και την έβγαλα. Ήταν μελαχρινή, με υπέροχα, ροζ και στρογγυλά μάγουλα, μια μικρή μυτούλα, γαλλικιά, κι ένα λεπτό τριγωνικό πηγούνι. Τα μεγάλα μαύρα μάτια της, αν και νεκρά, έβγαζαν ακόμα μια άγρια όμορφια που σε τραβούσε. ‘Ηταν πραγματική καλλονή.
“Πώς τα καταφέρνεις πάντα, ρε μπαγάσα, και βρίσκεις τις πιο όμορφες γυναίκες,” του είπα δίχως να τραβήξω τα μάτια μου από πάνω της.
“Θα χω το χάρισμα,” μου είπε σαρκαστικά.
“Κι όμως, φίλε μου, κι όμως το έχεις. Ξέρεις, πάντα σε ζήλευα γι’ αυτή σου την ικανότητα, πάντα ήσουν αυτός ο τύπος που σε οποιοδήποτε μέρος μπορούσε να ξετρυπώσει την πιο όμορφη γκόμενα και σε δέκα λεπτά να την κάνει να τον ερωτευτεί.”
“Είμαι και ωραίο παιδί όμως, δε βρίσκεις;”
“Ναι, σίγουρα, αλλά αυτό δεν αρκεί. Εσύ έχεις ένα πολύ σπάνιο ταλέντο. Εσύ αποπνέεις τον θάνατο, μυρίζεις θάνατο, κι αυτό παίζει πολύ μεγάλο ρόλο.”
“Χμ, δεν ξέρω... Λες δηλαδή ότι οι γυναίκες έλκονται απ’ τον θάνατο;”
“Όχι ακριβώς, έλκονται απ’ τη μυρωδιά του θανάτου. Όπως τα όρνεα έλκονται απ’ τη μυρωδιά του ψόφιου ζώου.”
“Χαχ! Πλάκα έχει αυτό που λες!”
“Και δεν είναι μόνον αυτό, είναι το όλο μυστήριο που ενυπάρχει. Το γεγονός ότι, φαίνεσαι, θα μπορούσες να είσαι δολοφόνος. Αυτή η πιθανότητα τις εξιτάρει. Φυσικά, αν το γνώριζαν, θα φρικάρανε. Αλλά το ότι απλά το υποθέτουν λειτουργεί θετικά.”
“Ντάξει, ίσως... Δεν το πιστεύω πάντως. Εξάλλου, εσύ τι ξέρεις από γυναίκες; Εσύ μόνο για φιλοσοφίες κάνεις.”
“Εντάξει, εδώ δεν έχεις κι άδικο. Κι ούτε καν για φιλοσοφίες, έτσι; Για αμπελοφιλοσοφίες!”
“Χαχα, ακριβώς! Επαγγελματίας αμπελοφιλόσοφος.”
“Κάπως έτσι... Δεν πας να φέρεις άλλο ένα κρασί; Αυτό τέλειωσε κιόλας.”
“Το πρώτο κρασί πάντα φεύγει χωρίς καν να το καταλάβεις.”
“Ναι, το έχω διαπιστώσει κι εγώ αυτό.”
“Πάω. Ξαναφόρα της τη σακούλα σε παρακαλώ, με αγριεύει η φάτσα της.”
Σηκώθηκε και περπάτησε ως την κουζίνα.

Ω, Γκλεντόρα, τι σου κάνανε;” της ψιθύρισα καθώς της έβαζα και πάλι τη σακούλα στο κεφάλι της. Σηκώθηκα και πήγα στο παλιό πικάπ. Έριξα μια ματιά στα βινύλια. Η κατάσταση επέβαλε τζαζ. Βρήκα έναν δίσκο του Κολτρέιν, το Μπλου Τρέιν. Τον έβαλα και τράβηξα προσεκτικά τη βελόνα πάνω του. Τα παράσιτα μετατράπηκαν μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα σε μελωδία τρομπέτας, και μετά και πιάνο, και σαξόφωνο, και ντραμς. Επέστρεψα στον καναπέ, ο Νικόλας είχε καθίσει ήδη και σερβίριζε τον δεύτερο γύρο Σαρντονέ. Ήπιαμε από δυο γουλιές. ‘Εβγαλα κι έστριψα άλλο ένα τσιγάρο.
“Πώς πάει η πολιτική;” με ρώτησε.
“Η πολιτική; Χαχαχα! Που τη θυμήθηκες τώρα την πολιτική;”
“Δεν ξέρω, έτσι μου ρθε.”
“Ε, πώς να πάει; Όπως πάντα. Μια σκέτη απογοήτευση.”
“Έτσι, ε;”
“Έτσι και χειρότερα.”
“Σε θυμάμαι παλιότερα πιο μάχιμο. Πώς ξεκίνησε τώρα αυτή η απογοήτευση;”
“Δεν ξεκίνησε τώρα. Ξεκίνησε το 45, όταν χάσαμε τον εμφύλιο.” Γελάσαμε κι οι δυο δυνατά.
“Α, έτσι, ε; Τελικά άλλοι χάσαν τον εμφύλιο κι άλλοι απογοητεύτηκαν...”
“Μωρέ κι αυτοί που χάσανε, κι αυτοί απογοητεύτηκαν.”
“Καλά, όντως. Κι αυτοί που χάσανε απογοητεύτηκαν, και οι επόμενοι, και οι μεθεπόμενοι... Μη σου πω ότι κι αυτοί που νίκησαν, κι αυτοί απογοητευμένοι είναι.”
“Χαχα, δεν έχεις κι άδικο. Για απολιτίκ, πολύ σοφά μιλάς.”
“Εγώ απολιτίκ; Λάθος κάνεις. Εγώ είμαι πολιτικοποιημένος όσο δεν πάει. Ακόμα κι οι δολοφονίες μου, κι αυτές πολιτικές είναι.”
“Χαχα, ναι, ε;”
“Αμέ.”
“Και ποιά πολιτική εκφράζεις δηλαδή;”
“Την περίφημη πολιτική της παρακμής.”
“Την περίφημη, σωστά... Τελικά, φίλε μου, είσαι ακριβώς αυτό που έλεγε κι εκείνος ο σκηνοθέτης. Κουρέλι. Αυτό είσαι. Την έχεις δει αυτή την ταίνια;”
“Όχι, κι ούτε μ’ ενδιαφέρει να τη δω. Αν εγώ όμως είμαι κουρέλι, εσύ τι είσαι;”
“Χα! Εγώ, φίλε μου, είμαι μεταξωτή κορδέλα!”
“Χαχαχα, ωραία τα λες!
Ξέρεις,” είπε μετά από μια μικρή παύση, “το σκεφτόμουνα πρόσφατα αυτό, και είδα πως καμία θεωρία, καμία πολιτική, δε μπορεί να με καλύψει σαν άνθρωπο. Σκέψου δηλαδή, σε όλες τις πιθανές κοινωνίες εγώ θα ήμουν βάρος. Θα μου πεις βέβαια, εντάξει, κάποτε όμως θα σε ρίχναν στη φωτιά ή θα σου κόβαν το κεφάλι, σήμερα απλά θα σε κλείνανε ισόβια σε μια φύλακη, και, στο ιδανικότερο σενάριο, θα με κλείνανε σ’ ένα ψυχιατρείο. Μα κανείς, καμία κοινωνία, δε θα μ’ άφηνε ν’ αλωνίζω έτσι ελεύθερος. Εγώ, φίλε, είμαι το κατακάθι του ανθρώπινου είδους. Εγώ είμαι η μύγα που χει πέσει στον καφέ. Κάποιοι απλά θα χύνανε όλον τον καφέ στη γλάστρα, άλλοι θα τον άφηναν απλά στο τραπέζι χωρίς να τον αγγίξουν, και κάποιοι, μ’ ένα κουταλάκι ή και με το δαχτυλό τους ακόμα, θα με βγάζανε και θα συνεχίζανε να πίνουν. Μα κανείς δε θα πινε τον καφέ του έτσι, με τη μύγα μέσα.”
“Ναι, αυτό ακριβώς είσαι. Η μύγα που έπεσε μες στον καφέ. Αλλά, μεταξύ μας τώρα, πιστεύεις πως είσαι ανθρώπος που του αξίζει να αλωνίζει ελεύθερος;”
“Φυσικά. Αυτό πρεσβεύει και η πολιτική μου θέση.”
“Χαχ, μάλιστα. Ε, κοίτα, τώρα μπορούμε να μπούμε σε διάφορα τέτοια τριπάκια, για τη σχετικότητα της ηθικής και τα λοιπά, αλλά κοινωνικά αυτό που λες δε στέκει.”
“Φυσικά και δεν στέκει, αλλά τι σημασία έχει; Αντιμετωπίζω την κοινωνία όπως αυτή θα αντιμετώπιζε εμένα. Σαν κάτι άρρωστο.”
“Ναι, δε διαφώνουμε ως εδώ, απλά η αντιπρόταση σου είναι παράλογη. Μιλάς για χάος, μιλάς γι’ αυτή την Χομπσιανή κατάσταση του πολέμου όλων εναντίων όλων.”
“Όχι, εσύ μιλάς γι’ αυτό. Εσύ βγάζεις συμπεράσματα. Εγώ απλά βλέπω τη φυσική ροή των πραγμάτων, και πάνω σ’ αυτό χτίζω μια πολιτική. Το ποτάμι που ρέει. Για μένα η μόνη πολιτική είναι η αποδοχή του αναπόφευκτου.”
“Ναι, αλλά τώρα μπαίνεις σε νομοτέλειες και τέτοια πράματα, κι αυτά έχουνε μια βάση, αλλά δεν ισχύουνε απόλυτα. Δηλαδή ναι, σίγουρα υπάρχει μια νομοτελειακή ροή, αλλά πάντα υπάρχει η δυνατότητα, ή έστω η πιθανότητα, παρέμβασης. Στο ποτάμι μπορείς πάντα να χτίσεις ένα φράγμα και να κόψεις τη ροή του.”
“Ναι, αλλά αργά ή γρήγορα το νερό θα το διαβρώσει το φράγμα και θα βρει την έξοδο. Εσύ απλά το αναβάλεις.”
“Ναι, εντάξει, πιθανότατα, αλλά κι αυτό μια παρέμβαση στη νομοτέλεια είναι. Εξάλλου μπορεί να αργήσει τόσο πολύ η διάβρωση που το ποτάμι να στερέψει, ή μετά να έχουν αλλάξει όλες οι γαιολογικές συνθήκες και να τραβήξει άλλη πορεία απ’ ότι θα τράβαγε αν δεν είχε μπει ποτέ το φράγμα. Και ξέρεις, αυτό είναι και η θεωρία του χάους στη φυσική, μια απειροελάχιστη διαφοροποίηση μπορεί να αλλάξει τα πάντα, ή μπορεί και όχι. Το εφέ της πεταλούδας, ξέρεις. Μια πεταλούδα στην Κίνα κουνάει τα φτερά της και δημιουργείται μια καταιγίδα στην Βραζιλία.”
“Ναι, έστω, αλλά αυτό δεν αλλάζει τη νομοτελειακή φύση των πραγμάτων.”
“Όχι, αλλά αυτό σου δείχνει ότι ακόμα κι αν υπάρχει νομοτέλεια, εσύ δε μπορείς να την γνωρίζεις απόλυτα, γιατί η παραμικρή λεπτομέρεια μπορεί να τ’ αλλάξει όλα.”
“Τέλοσπαντων. Εσύ τώρα με βαλες στο τριπάκι σου και πιάσαμε τις θεωρίες, που εμένα έτσι κι αλλιώς αδιάφορο με άφηναν κι αδιάφορο θα με αφήνουν πάντα. Άντε, πιες την τελευταία γουλιά να φέρω άλλο ένα μπουκάλι.”

Την κατέβασα την τελευταία γουλιά κι ο Νικόλας σηκώθηκε και πάλι.
“Απλά δεν έχω άλλο άσπρο,” μου είπε, “μόνο κόκκινο.”
“Εντάξει, φέρτο.”
Πήγε πάλι στην κουζίνα. Χάζεψα το σώμα της κοπέλας. Υπέροχο. Το στητό της στήθος, οι λεπτοί, χαμηλοί ώμοι, τα μακριά πόδια, ο αρυτίδιαστος κορμός, το απαλό, σκούρο δέρμα της.
“Δεν βλέπω αίμα,” είπα στο Νικόλα που επέστρεψε με το κρασί στα χέρια του. “Τη στραγγάλισες;”
“Ναι,” απάντησε καθώς τρύπαγε το φελλό με το τιρμπουσόν.
“Το πιστόλι σου; Δεν το χρησιμοποιείς;”
“Μόνο όταν είναι ανάγκη.”
Το άνοιξε και μας σερβίρισε. Ήπια μια γερή γουλιά.
“Γευστικότατο. Τι είναι;” τον ρώτησα
“Μερλό.”
“Πολύ ωραίο.”
“Θες να παίξουμε μια παρτίδα σκάκι;” μου είπε μετά από μερικές γουλιές ακόμα.
“Σκάκι; Όχι. Πάντα με κερδίζεις στο σκάκι.”
“Ε και;”
“Ποιός ο λόγος να παίξω ένα παιχνίδι που εξαρχής γνωρίζω ότι θα χάσω;”
“Για τη χαρά του παιχνιδιού.”
“Η χαρά του παιχνιδιού βρίσκεται στην αβεβαιότητα του ποιός θα είναι ο νικητής. Ή έστω, στις λιγοστές ελπίδες του αουτσάιντερ. Εγώ όμως δεν τρέφω καμία ελπίδα.”
“Χα! Έτσι είστε όλοι εσείς οι δήθεν διανοούμενοι. Νομίζετε πως ξέρετε την έκβαση του παιχνιδιού, και τελικά ποτέ δεν παίζετε.”
“Κάτσε ρε Νικόλα, πριν αυτά λέγαμε. Εγώ δεν πιστεύω ότι γνωρίζω την έκβαση κανενός πράματος.”
“Άρα πως ξέρεις ότι θα χάσεις στο σκάκι;”
“Εντάξει, δεν το ξέρω, απλά είναι το πιο πιθανό.”
“Αυτό ακριβώς λεώ. Δεν ξέρετε τι θα γίνει, μα νομίζετε πως ξέρετε τις πιθανότητες. Τα πιθανά σενάρια. Νομίζετε γενικώς πως μπορείτε να κρίνετε τα πάντα απ’ την απ’ έξω, μόνο βάσει των στοιχείων και των θεωρίων σας. Μιλάτε για εξεγέρσεις και επαναστάσεις και ξεσηκωμούς, μα εσείς δε θα μπορούσατε ούτε όπλο να κρατήσετε. Μιλάτε για το θάνατο, έτσι αόριστα και γενικά, μα σας πιάνει άγχος στην ιδέα του να σκοτώσετε άνθρωπο. Δεν μπορείτε ούτε να φανταστείτε πως νιώθει κάποιος τη στιγμή του φόνου.”
“Πώς νιώθει;” τον ρώτησα με ειλικρινή περιέργεια.
“Παράξενα... Πολύ παράξενα... Κι όμως υπάρχει μια φυσικότητα στο όλο θέμα. Έχεις πάει ποτέ για ψάρεμα;”
“Μικρός πήγαινα συχνά.”
“Ξέρεις, όταν βγάζεις το ψάρι με το καλάμι, αυτό τινάζεται πέρα δώθε και προσπαθέι να ελευθερωθεί, μα ούτε καν ξέρει προς τα που είναι η θάλασσα. Κι ο ψαράς απλά το κρατάει μέχρι να του τελειώσει το οξυγόνο. Κάπως έτσι είναι. Τη στιγμή αυτή του θανάτου, ένας άνθρωπος δε διαφέρει σχεδόν καθόλου από ένα ψάρι. Εκτός από ένα μικρό πράμα.”
“Ποιό πράμα;”
“Δεν ξέρω... Δε μπορώ να το περιγράψω... Απλά κάτι, κάτι πολύ μικρό, νιώθει διαφορετικά. Ένα αίσθημα... Δεν ξέρω. Δεν έχω ιδέα.”
“Αχα... Τέλοσπαντων, σκάκι πάντως δε θα παίξουμε.”
“Όπως θες.”
“Το αμάξι σου τι έπαθε;”
“Δεν ξέρω. Απλά δεν παίρνει μπρος.”
“Και γιατί δεν τη θάβεις στον κήπο;”
“Υπάρχει ήδη ένα πτώμα θαμμένο στον κήπο. Δε θέλω άλλο. Άμα βρούνε από δύο πτώματα και πάνω θα με κατηγορήσουν για κατά συρροή δολοφόνο.”
“Α, το χεις ψάξει βλέπω.”
“Ε βέβαια, δεν είμαι κανένας τυχαίος.”
Έσκυψα στη θέση μου και πλησίασα κοντά του, τον κοίταξα βαθιά μες στα μάτια κι αυτός κοίταξε στα δικά μου. Άπλωσα το χέρι και του χτύπησα απαλά το μάγουλο με την παλάμη μου.
“Κοίτα τον εαυτό σου ρε Νικόλα. Κοίτα τον. Δεν είσαι ούτε 25 χρονών ακόμα, κι όμως μοιάζεις για 40.”
“Ναι αλλά είμαι πιο γοητευτικός έτσι, δε βρίσκεις;”
Χαμογελάσαμε κι οι δυο.
“Τελικά, τι λες να το κάνουμε το πτώμα;” ρώτησα μετά από λίγο
“Δεν ξέρω, εσύ πες μου.”
“Χμμ... Κοίτα, καταρχάς θες να μας αφήσεις λίγο μόνους;”
Ο Νικόλας τότε με κοίταξε περίεργα, αιφνιδιασμένος, ίσως και με μια μικρή δόση αηδίας στο βλέμμα του. Μετά γέλασε.
“Ναι, φίλε μου, όπως θες. Πάω πάνω. Βάλε μια φωνή όταν τελειώσεις,” είπε τελικά.
“Έγινε.”

Ο Νικόλας σηκώθηκε, πήγε προς τις σκάλες, ανέβηκε κι εξαφανίστηκε. Έσκυψα προς την κοπέλα και της ξανάβγαλα τη σακούλα. Πέρασα απαλά δυο δάχτυλα μέσα από τα μακριά, μαύρα μαλλιά της. Πλησίασα και κάθισα δίπλα της, κολλητά. Με το δείκτη μου ψηλάφισα όλο της το σώμα. Τη φίλησα στο μάγουλο. “Πόσο θα θελα ν’ ακούσω τη φωνή σου,” της ψιθύρισα, και μετά την άρπαξα και της δάγκωσα τα χείλη παθιασμένα, τα δάγκωσα μέχρι να ματώσουν. Της σήκωσα τα πόδια και την οριζοντίωσα πάνω στον καναπέ. Ξεκούμπωσα το παντελόνι μου και το κατέβασα, ανέβηκα πάνω της, συνέχισα να τη φιλάω στα χείλη, στα μάγουλα, στο λαιμό, έφτασα στο στήθος. Και μετά, άκουσα τα βήματα του να κατεβαίνουνε τη σκάλα κι ένιωσα το βλέμμα του καρφωμένο πάνω μας. Πετάχτηκα όρθιος, χτύπησα λίγο το πόδι μου στο τραπεζάκι, ανέβασα γρήγορα πάνω το παντελόνι.

“Ρε Νικόλα, τι κάνεις εκεί;”
Κρατούσε στο δεξί του χέρι το ριβόλβερ και με σημάδευε - το προσωπό του ήταν άσπρο και ανέκφραστο.
“Τι κάνω;”
“Ρε Νικόλα, ηρέμισε. Εσύ δε μου είπες εντάξει, δεν είπες να κάνω όπως θέλω; Σιγά, και τι έγινε; Τόσες ανωμαλίες υπάρχουνε στον κόσμο, αυτό σε πείραξε;”
“Όχι, δεν είναι αυτό. Δε μ’ ενοχλεί αυτό;”
“Τι σ’ ενοχλεί;”
“Τίποτα.”
“Τότε; Τότε γιατί;”
“Εγώ απλά θέλω να παίξω.”
“Αυτό δεν είναι παιχνίδι.”
“Άκου να δεις, φίλε μου. Μέσα σ’ αυτό το ριβόλβερ υπάρχει μόνο μία σφαίρα - κι εγώ δεν έχω ίδεα που είναι, αν είναι στην αρχή, στη μέση ή στο τέλος. Είπες ότι δε θες να παίξεις σκάκι γιατί γνωρίζεις την έκβαση του παιχνιδιού. Ε λοιπόν, τώρα δε γνωρίζεις. Τώρα είναι πενήντα-πενήντα. Τώρα θα γίνει το παιχνίδι.”
“Νικόλα, σοβαρέψου, γιατί να το κάνουμε αυτό;”
“Γιατί όχι; Λοιπόν, αρχίζω.” Έφερε το πιστόλι στον κρόταφο.
“Νικόλα, μη...” ψιθύρισα, μα αυτός τράβηξε τη σκανδάλη. Τίποτα.
“Σειρά σου,” είπε.
“Δε θα το κάνω.”
“Δε μπορείς να τα παρατήσεις τώρα. Τώρα ή κερδίζεις ή χάνεις. Αλλά δε μπορείς να πας πάσσο έτσι απλά.”
Δεν απάντησα. Ο Νικόλας έστρεψε την κάνη προς το μέρος μου. Έμεινα σιωπηλός κι ένιωσα ένα ρίγος να διαπερνά τη σπονδυλική μου στήλη. Σχεδόν βούρκωσα. Ο Νικόλας χαμογέλασε.
“Τι έγινε; Δεν έχεις όρεξη για φιλοσοφίες τώρα;”
Δεν απάντησα. Έκλεισα τα μάτια και περιμένα. Τράβηξε τη σκανδάλη. Τίποτα.
“Σειρά μου και πάλι,” είπε κι έφερε ξανά το πιστόλι στο κεφάλι του.
“Γιατί το κάνεις αυτό;” τον ρώτησα, μα δεν απάντησε, μόνο χαμογέλασε.
Τράβηξε τη σκανδάλη. ΜΠΑΜ!

Έπεσε στο πάτωμα με τα μάτια ανοιχτά. Μια λίμνη αίματος άρχισε να σχηματίζεται γύρω απ’ το κεφάλι του. Πήγα από πάνω και τον κοίταξα. Μετά έτρεξα στην τουαλέτα, ξέρασα και κατούρησα. Γύρισα πάλι στο σαλόνι. Κοίταξα τη γυναίκα στον καναπέ, μετά το Νικόλα στο ξύλινο πάτωμα. Πήγα στην κουζίνα. Βρήκα δυο μπουκάλια κόκκινο κρασί στον πάγκο, και μερικές μπύρες στο ψυγείο. Άρπαξα μια πλαστική σακούλα, τα χωσα όλα μέσα κι έφυγα. 

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου