Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2016

Κάντο όπως στις ταινίες




Ξεκίνα ένα πρωί
πάρε το λάπτοπ σου
μια γάτα με φουντωτή τρίχα αγκαλιά
και βάλε ρούμι στον καφέ.
Μέθυσε
μα κράτα το συκώτι σου καθαρό
φάε το ξύλο που σου αναλογεί
κι αν δεις ότι δεν ψήνεται κανείς να στο δώσει
κοπάνα το κεφάλι σου στον τοίχο
πόνταρε τα λεφτά σου στο κόκκινο
κέρδισε
σπρώξτα ξανά όλα στο ίδιο
πάρτα πάλι και φύγε
αγόρασε αμάξι
με τηλεόραση που θα δείχνει μόνο γουέστερν
και ταινίες επιστημονικής αφασίας.
Μείνε μακριά απ’ τη χημεία αν μπορείς
αλλά κυρίως
μείνε μακριά απ’ τη φυσική.
Γέρνα, παντρέψου
γέμισε τις φλέβες σου με σκατά, το σπίτι με φίλους,
κάνε παιδιά
έχε κουμπάρο νεοδημοκράτη, ποιητή για νονό
και αν δεν πεθάνεις στην μέση
σκοτωθείς στην αρχή
με ξεχάσεις στο τέλος
ή δε με μάθεις ποτέ
αγάπησε με τόσο που να μπορέσω να πω
ότι έχω ξεράσει μια φορά  στη ζωή κι από ευτυχία
κι ότι έχω νιώσει τα μάτια μου να πηγαίνουν πάνω κάτω
για τον ίδιο ακριβώς λόγο
Τακ-Τακ
να έτσι
σα μπαλάκια του πινκ-πονκ .


Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2016

Ένα απλό ρεμάλι


Στις γωνίες στα πεζοδρόμια
Στέκονται τύποι με μαύρες καμπαρντίνες
Και κρατάν μεζούρες,
Και σα λίτες μας σταματάνε,
Μας λένε να προχωρήσουμε πιο κει,
Και μετράνε το ποιόν μας.
Εσύ, μου λέει ο ψηλός,
Παράξενος μου φαίνεσαι,
Τι έχεις κάνει στη ζωή σου;
Φίλε,
Δεν έχω κάνει τίποτα,
Τίποτα απολύτως.
Γυρνάω στην πόλη σαν αδέσποτο,
Κόβω βόλτες σαν τη μύγα,
Στριφογυρνάω πάνω απ’ τους καφέδες σας,
Κοιτάω στραβά τους στραβωμένους,
Ψείριζω τα φοιτητικά τα πάσα σας,
Σπάω σπίντες και ασπιρίνες,
Τις βαφτίζω κοκαϊνες,
Τις ρουφώ με βουλωμένα ρουθούνια,
Γυρνάω στο σπίτι μου
Και βάζω να δω ντοκυμαντέρ για τη μητέρα φύση.
Κόβω στη μέση τα φιλτράκια μου
Για να στουμπώνω πιο πολύ καπνό μες στο τσιγάρο,
Και καπνίζω, καπνίζω, καπνίζω,
Σταχτίζω σε πλαστικό ποτήρι φρέντο,
Και πάω κάθε μισάωρο στο ψυγείο μου
Μπας κι έχει φυτρώσει καμιά μπύρα.
Βγαίνω στους δρόμους πάλι,
Χαζεύω τους περίεργους,
Κινηματίες, αισθηματίες
Και κοινοί εγκληματίες,
Που με ρωτάνε με τον μπόσο,
Κι εγώ ο μαλάκας κάθομαι κι εξηγώ,
Πως δεν πουλάω τίποτα,
Απλά κάθομαι μονάχος μου
Και μετράω τα λεπτά που φεύγουν,
Τις ώρες, τις στιγμές,
Κι ίσως κάποτε να δήλωνα αποτυχημένος ποιητής,
Τυπάκι ανήσυχο που ψάχνεται ακόμα,
Που στα βιβλία της φιλοσοφικής ψάχνει να βρει μιάν άκρη,
Που δεν γνωριζεί τα περι ζωής μα που τ’ αναζητάει,
Όμως πλέον βαρέθηκα,
Και πλέον δηλώνω απλό ρεμάλι. 

Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2016

Του φίλου μου του χάρου


















Οι μήνες περνάνε γρήγορα,
σα να τρέχουν
υπερβολικά
μα συνήθως βολικά
κι αυτό είναι ένα στοίχημα για τον καθένα
οι μήνες περνούν, βασανιστικά
σα ψιλοκομμένο γυαλί στα μάτια
μα πιο συνήθως σα σχοινί
δεμένο στους καρπούς
μερακλίδικα επεξεργασμένο,
σχεδόν άφθαρτο.
Ο τοίχος έχει εσοχές
τρύπες για να ξεκουράζει καρφιά
και κρεμάστρες για να αράζει το σχοινί.
Το μισοκομμένο χέρι κινείται σπασμωδικά,
ειδικά όταν το βαραίνει το σχοινί
και δυο στεγνά μάτια,
ξερά ολότελα και σκούρα
είναι η χαρά του χάρου.
Του χάρου η χαρά.

Οι μήνες περνάν αργά,
σαν τη σκέψη που ξυπνάει,
και αγνοεί το παράθυρο
και από συνήθεια είναι άβολοι
κι αυτό είναι ένα λάθος για τον καθένα
οι μήνες περνούν, αβασάνιστα
σα χάδι προσεγμένο
μα συνήθως σα φτερό
στο χέρι εγκολπωμένο
της σειράς, αγορασμένο
απ' τη φύση του φθαρτό.
Ο τοίχος είναι λείος
έχει σκόνες για να ξεγελά
και σημάδια
για να κουράζει το κορμί.
Το αδιάφορο χέρι κινείται πειθαρχικά,
ειδικά όταν αγνοεί τα δάχτυλα.
Και τα μάτια είναι τρύπια!
 Πηγάδια οριζόντια, σκοτεινά
είναι η του χάρου η απόσυρση
Του χάρου η συνταξιοδότηση.

Οι μήνες είναι μνήμες
σα να χτυπούν
με νάζι
μα συνήθως με κακάδι
που αν τραβήξεις σε πονά
σα μαντινάδα που γεννιέται
μα συνήθως σα τραγούδι
κολλημένο στο λαιμό
ασφυχτικά κλεισμένο
στην αγκαλιά της βραδυκαρδίας.
Ο τοίχος είναι μια πλάνη
έχει εικόνες ζωντανές
και υπέροχες μορφές.
Το σταθερό χέρι κινείται αυθόρμητα
ειδικά όταν γυρεύει ηδονή
και δυο υγρά μάτια
ποταμοί βαθιοί
είναι του χάρου η υπομονή.
Ή μια σοφή επιλογή.




Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2016

Και εις γάμου κοινωνίαν


Αϋπνία
Το κλειδί της επιτυχίας
στο άγαρμπο παιχνίδι της ματαίωσης
Τσέκα το νέο σκατό
-<< μπλααα μπλααα>>
- Ωραία λόγια
Σκάνε λέξεις
μαζί με τη χρόνια απορία του νοήματος τους
Δεν έχει νόημα. Αύριο θα νιώθουμε μικροί
Που τίποτα δε μάθαμε
Σύμφωνο επιβίωσης
Παραγγελία για το τραπέζι 3
η σερβιτόρα πίσω από το μπαρ
καθυστερεί την εκτίναξη του αριθμού των διαζυγίων
Τον νιώθω που πέφτει
ο μολυβένιος στρατιώτης
ΟΧΙ ΛΑΜΠΕΣ ΟΧΙ!
Ο ήχος των κεριών
που δεν υπάρχει
είναι της μέρας μου το βέβαιο
ΜΗ βάλετε σαρίκι στο γάμο μου
Έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν θα γίνει
Δε ξέρω να χορεύω άλλωστε
Αν έχεις κάνει και φοιτητής
δεν θες να ξανά ακούσεις για ρύζια
Πόσο μάλλον όταν αυτά έρχονται στην μάπα σου
από τα γερόντια που ήξεραν το όνομα σου
Στην πλατεία του χωριού
Και τώρα <<Ο νεαρός δικός σας είναι?>>
Ο νεαρός θα ψόφαγε να έχει ‘’δικούς του’’
Ο νεαρός θα ψοφήσει σε 54 χρόνια
Και δεν θέλει ούτε να το σκέφτεται
Ο νεαρός γενικά δεν θέλει να σκέφτεται πχια
Ο νεαρός βράχνιασε από τις τόσες φωνές
Τώρα δεν θα ξαναμιλήσει
Ο νεαρός δεν αγαπάει κανέναν
Ο νεαρός δεν μπορεί να κλάψει
Μα κλαίει πότε για αυτό
Πότε για αυτούς που αγαπάει
Ο νεαρός είναι από ψηλό χωριό
Που φοράνε μαύρα όλο το χρόνο
Ο νεαρός είναι στα μαύρα
κι ας μην έζησε ποτέ στο χωριό του
Ίσως για αυτό δεν έμαθε ποτέ να χορεύει
Κι εκεί αν κάτι ξέρουν καλά
αυτό είναι σίγουρα το πώς να χορεύουν στους γάμους

Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2016

Προς εξαφάνιση


















Θυμάμαι εποχές
που έγινα κομμάτια για άλλους
θυμάμαι και φίλους μου που γίνανε κομμάτια για να ζήσουν  άλλοι
όμως,
γαμημένο πράγμα ο άνθρωπος,
σαν ένα γαμημένο γυμνοσάλιαγκα σαλιάρη
που τον θυμάμαι ακόμα.
Ακόμα όταν σέρνεται νομίζει πως κάνει βήματα δυνατά, δεινοσαύρου
μέσα σε ανόητες κάστες, πενιχρά παρεάκια
με φίλους φίδια οχιές που έρπονται για ν’ αναρριχηθούν στην κορυφή
ασκώντας την ιδιότητα του χαμαιλέοντα.
Είναι πρόθυμοι για τα πάντα μονάχα τις εποχές του ζευγαρώματος
μετά επιστρέφουν στις φωλιές τους όπου και αντηχούν οι ιστορίες τους.
Κλεισμένοι στις τρύπες τους.
Έτσι είν’ ο κόσμος.
Εγώ τι κάνω εδώ;
Οι μόνοι που συμπάθησα κι ένιωθαν παρόμοια
είναι κάτι μελαγχολικές κάμπιες που μέσα τους,
έκρυβαν μια πεταλούδα που ποτέ δεν θα βγει απ’ το κουκούλι της,
ενώ οι πιο ευδιάθετοι είχαν μια γνώριμη αρρώστια
να εκκολάπτεται βαθιά μέσα στο γέλιο τους.
Μα τώρα,
θυμάσαι
που σου είχα πει,
πως είμαι είδος σπάνιο;
Φοβάμαι μην εξαφανιστώ.

Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2015

Το Θραύσμα των Χριστουγέννων







Οι μέρες κυλούσαν όπως οι κρύσταλλοι του mdma πάνω σε μια, οποιαδήποτε λεία επιφάνεια και ο υποτιθέμενα μαύρος Δεκέμβρης του 2015 ετοιμαζόταν να βγάλει απ’ την ντουλάπα του τα λευκά του ρούχα και να ξεχυθεί σαν εμετός στην Ελλαδίτσα. Όμορφα. Αναστέναξε λίγο βέβαια γιατί κι αυτός θα προτιμούσε την μαύρη μαυρίλα απ’ τα white Christmas, καθώς το μαύρο αδυνατίζει και στις γιορτές όλοι βάζουν κιλά ακόμα και οι φτωχοί. Ο παλιός χρόνος ετοιμαζόταν να δώσει τη θέση του στον καινούργιο και ταυτόχρονα να υποδεχθεί μερικές χιλιάδες φυλλάδια αριστερών και αναρχικών ομάδων για τους κινδύνους της υπερκατανάλωσης (σε μια χώρα με 60% ανεργία), τη βιομηχανία κρέατος και γούνας (ενώ κόσμος λιποθυμάει από την πείνα και ο μόνος λόγος που αντέχει η εκκλησία και ο Μαρινάκης είναι τα συσσίτια που οργανώνουν) και τους κουίρ να γκαρίζουν που δεν τους χωράει η οικογενειακή ατμόσφαιρα των γιορτών. Ε αυτό το τελευταίο ισχύει. Κάπως δύσκολο να καταλάβει η γιαγιά απ’ το χωριό την απάντηση «Είμαι biromantic asexual» στην παράκληση της, ίσως για τελευταία χρονιά πριν πεθάνει από καρκίνο στα 87 της, «Έλα να φάμε γαλοπούλα γιαβρεμου». Τι να πεις. Μερικά πράγματα δεν αλλάζουν ποτέ, όπως οι θέσεις των αυτόνομων για την επιστήμη.

Αλλά η Ελλάδα και κυρίως η πρωτεύουσα της, η Αθήνα, δεν φιλοξενούσε στο εσωτερικό του πολυκυτταρικού οργανισμού της μόνο μικροαστικές γιορτινές φιγούρες και εξεγερμένους νεολαίους που ποστάρουν ολημερίς στον χαοτισμό και στο αναρχοκουίρ. Μακάρι να ήταν έτσι τα πράγματα. Στις πιο σκοτεινές, άλλα και πιο φωτεινές γωνιές της μεγαλύτερης πόλης των Βαλκανίων ορισμένοι άνθρωποι-τέρατα περίμεναν την κατάλληλη στιγμή για να κάνουν την κίνηση τους.

Ο Νίκος ο Γλίτσας ήταν ένας από αυτούς. Απόφοιτος πολυτεχνείου, κατοικούσε στην Αγία Παρασκευή και δούλευε ως αρχιτέκτονας. Εντάξει το πραγματικό του όνομα δεν ήταν αυτό, αλλά έτσι κι αλλιώς η ιστορία που θα ακούσετε είναι τόσο περίεργη που αυτό είναι το λιγότερο. Εγώ την έμαθα περιμένοντας μαζί του λεωφορείο μια μέρα στο σταθμό του Χαλανδρίου. Στην αρχή νόμιζα ότι μίλαγε για μια τύπισσα που γούσταρα αλλά μετά κατάλαβα ότι έλεγε κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον, για το πως άλλαξε ΟΛΗ ΤΟΥ Η ΖΩΗ.

Ο Νίκος λοιπόν επιφανειακά ήταν ένας άψογος άνθρωπος. Είχε κινηθεί σωστά στη ζωή του και είχε παίξει τα ομολογουμένως αρκετά καλά χαρτιά που του είχαν τύχει την κατάλληλη στιγμή. Νωρίς τέλειωσε τη σχολή, νωρίς βρήκε σωστή δουλειά και νωρίς αξιοποίησε τις πολύ καλές και υψηλόβαθμες γνωριμίες που είχε η οικογένεια του. Απ’ την Πεντέλη μετακόμισε στην Αγία Παρασκευή σε ένα μικρό αλλά μοντέρνο και άνετο για ένα άτομο διαμέρισμα όπου σταθερά κάθε χρόνο αύξανε το ατομικό του εισόδημα. Στα 30 του δεν ζούσε βέβαια κάποια παραλλαγή του αμέρικαν σάικο αλλά σίγουρα  θεωρούταν απ’ τους συνομήλικους του φτασμένος και οι παρέες του ήταν και αυτές σε αντίστοιχο επίπεδο. Οι γονείς του βέβαια τον μάλωναν καμιά φορά που δεν τους είχε πάει καμιά νύφη ακόμα σπίτι, κάτι που θα συμπλήρωνε άψογα το καλό όνομα της οικογένειας αλλά αυτός χαμογελούσε αινιγματικά και έλεγε.

«Είμαι μικρός ακόμα»

Και η αλήθεια είναι ότι εκτός από μικρός, που ίσως και να είναι μια πραγματικότητα για την εποχή μας, ο Γλίτσας, είχε και μια σειρά περίεργες προτιμήσεις που θα έκαναν πολύ δύσκολο το να παντρευτεί ή να κρατήσει μια σχέση για μεγάλο χρονικό διάστημα. Γκόμενες παίζανε  πολλές, αλλά καμία δεν έμενε, τώρα βέβαια τα τραβήγματα με άκυρους και άκυρες δεν είναι τίποτα το καινούργιο ούτε για την τάξη τους, ούτε για την τάξη μας, ωστόσο οι μικροαστοί συνηθίζουν να διατηρούν και μια σχέση για τα μάτια του κόσμου. Ο Γλίτσας όμως δεν. Κι ούτε το κάλυπτε με ατάκες τύπου «Αφού είμαι πολυγαμικός, τι να κάνουμε», μόνο χαμογελούσε, πάντα χαμογελούσε, όταν τον ρώταγαν το γιατί.

Ήταν το χαμόγελο του παιδόφιλου.

Διαπίστωσε ότι του αρέσουν τα παιδιά κάπου στο λύκειο. Στην τρίτη λυκείου μάλιστα ερωτεύτηκε ένα κοριτσάκι που τότε μόλις άρχιζε το γυμνάσιο, κανείς δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία και εδώ που τα λέμε, σιγά το πράγμα, τελειώνοντας όμως και το πανεπιστήμιο, ο Νίκος ο Γλίτσας, συνέχισε τα προτιμάει τέτοια κοριτσάκια και μάλιστα που αντί για γυμνάσιο τέλειωναν το δημοτικό, οι προτιμήσεις του δεν άργησαν να επεκταθούν και στα αγόρια τα οποία έβρισκε απίστευτα γλυκούλια γύρω στα 8 ή 10 έως 12 χρονών, στα κοριτσάκια του άρεσε να το γλεντάει λίγο παραπάνω. Η ιδανική ηλικία ήταν τα 13-14 άρα παιδόφιλο δεν τον έλεγες με τίποτα, ε λίγο καραγκιόζη μόνο.
 
Για να καλύψει τις σεξουαλικές του «ατασθαλίες», τις οποίες εξασφάλιζε πολλές φορές πληρώνοντας διεφθαρμένες οικογένειες, κατηχητικά , ομάδες γ εθνικής χωρίς πόρους και άλλα τέτοια φυτώρια, φρόντιζε πάντα να έχει διάφορες χαλαρές σχέσεις του δίμηνου ώστε να τον θεωρούν έναν φυσιολογικό στρέιτ του οποίο η μόνη παραξενιά να είναι η άστατη μη μονογαμική σεξουαλική ζωή, τίποτα τραγικό. Και έτσι ο τριαντάρης μας αρχιτέκτονας είχε πρόσβαση στον εσωτερικό κόσμο νεαρών αγοριών και κοριτσιών χωρίς καμιά επίπτωση στη ζωή του, χωρίς να φαίνεται περιθωριακός ή παλιάνθρωπος ή καθήκι  (έκανε μάλιστα και πολύ καλές τιμές ως αρχιτέκτονας, ψήφισε και σύριζα στις εκλογές). Ε απλά έπρεπε να ανέχεται για λίγο καιρό πιο νορμάλ γυναίκες, διάλεγε φυσικά ότι πιο μικρό μπορούσε να βρει, 17,18, 19 στην χειρότερη. «Άμα μπει το «2» μπροστα στην ηλικία είναι σα να μπαίνουν στον τάφο για μένα» συνήθιζε να λέει στους κολλητούς του.

Και η μάνα του συνέχιζε να τον μαλώνει που δεν παντρεύεται και δεν της κάνει ιδιαιτέρως πλούσια εγγονάκια.

Το τέλος του 15 όμως δεν τον είχε βρει και στην καλύτερη ψυχολογική κατάσταση. Ακόμα και οι πλούσιοι μικροαστοί έχουν τα θέματα τους, even if they have sex. Ο λόγος δεν ήταν τα πνιγμένα παιδάκια Συρίας (είπαμε πλούσιος μικροαστός), ούτε η μη-ψήφιση του συμφώνου συμβίωσης απ’ το ΚΚΕ (ξέρετε πόσο δύσκολο είναι να συμβιώσεις με ένα παιδί;). Όχι. Ο λόγος είναι, πως σε μια σχεδόν τυχαία βόλτα του στα βουπού είχε πέσει μούρη με μούρη πάνω σε εκείνον τον παιδικεφηβικό του έρωτα, σε εκείνη την τύπισσα ναι, που τότε πήγαινε γυμνάσιο κι αυτός λύκειο. Δεν μίλησαν και ιδιαίτερα βέβαια. Τα τυπικά.

«Τι πίνεις;»
«Τσάι»
«Και τι κάνεις;»
«Δουλεύω πολύ στο γραφείο αυτές τις μέρες»
«Εγώ διασκεδάζω»
«Χαχαχα, σωστή!»
«Ναι»
«Ναι»
«Να τα πούμε καμιά φορά»
«Γιατί όχι...»

«Και τι να πούμε» σκέφτηκε ο Γλίτσας καθώς απομακρύνθηκε βιαστικά βιαστικά από κοντά της ή μάλλον και οι δυο τους απομακρύνθηκαν βιαστικά ένας από τον άλλο. Μικροαστοί και προλετάριες και έρωτες καλοί για μυθιστορήματα και ποιήματα αλλά ανάξιοι για τη ζωή...

Μετά από αυτή τη συνάντηση και τον καθόλου συναρπαστικό διάλογο τους, ο Νίκος δεν μπορούσε να συνέλθει. Τι τον είχε πιάσει. Η τύπισσα ήταν, προσέξτε, 24! Χρονών. Και ένιωθε απέναντι της κάτι σαν... στοργή και ζεστασιά. Όταν είπε σε έναν κοντινό του ότι την είδε, αυτός σχολίασε

«Τι θυμάσαι αυτή ρε, από παιδί την ξέρουμε»
«Ναι» είπε ο Νίκος και χαμογέλασε
«Καλό μουνί έγινε όμως»
Ο Νίκος τον στραβοκοίταξε
«Πλάκα κάνω φυσικά, αλλά έτσι κι αλλιώς εσένα δε σ’αρέσουν οι ... μεγάλες, τι θέμα έχεις»
Ο Γλίτσας κοίταξε το πάτωμα, ξανακοίταξε το πάτωμα, ξαναξανακοίταξε το πάτωμα σκέφτηκε ότι ο Νίτσε έγραψε υπερβολικά πολλά βιβλία και σχολίασε.
«Ναι ίσως είμαι υπερβολικός...»

Τέλος πάντων καθώς πλησίαζε η αλλαγή του χρόνου, ο Νίκος σκεφτόταν πως θα ξαναβρεί τον παλιό καλό του εαυτό. Τι κι αν ξαναείδε όλες τις γυμνές φωτογραφίες ανηλίκων που είχαν τραβηχτεί χωρίς τη συγκατάθεση τους. Τι κι αν πήγε με αρκετά κοριτσάκια πολύ κάτω των 18, τίποτα, τίποτα δεν μπορούσε να βελτιώσει τη διάθεση του.
Μέχρι που το αποφάσισε.
yolo.
roleplaying ως το θάνατο.

Για φέτος τις γιορτές ο ήρωας μας θα έκανε κάτι ξεχωριστό για να ξεσπάσει και να προχωρήσει παρακάτω τη ζωή του. Θα ντυνόταν άγιος Βασίλης, θα έμπαινε απ’ τις καμινάδες σε τρία σπίτια αγοριών που ήξερε ότι είναι μικρά, αθώα και απροστάτευτα και θα τα βίαζε σχεδόν μέχρι θανάτου. Θα ήταν το δικό τους –καθόλου μικρό- δώρο. Ντρεπόταν βέβαια λίγο κοτζάμ αρχιτέκτονας να ντύνεται αι Βασίλης αλλά broστα κάλη τι νε ο πόνος;

Και μη σας τα πολυλογώ, ο Νίκος ο Γλίτσας πήγε σε ένα μαγαζί, αγόρασε στολή Αί Βασίλη, Σάκο, Δώρα. Μετά πήγε αλλού και πήρε λιπαντικό, μαχαίρια, χειροπέδες, μαστίγιο και γκλόμπ.  Και κατόπιν αυτών έβαλε λίγο τσαγάκι κάθισε σπίτι του να ηρεμήσει και να προετοιμαστεί για το μεγάλο βράδυ, έκλεισε λίγο τα ματάκια του, έγειρε στο πλάι και αποκοιμήθηκε. Ξύπνησε έντρομος λίγη ώρα αργότερα με φόβο πως είχε χάσει την επίμαχη στιγμή. Αλλά ευτυχώς ήταν μόνο 12 παρά τέταρτο το βράδυ.

Με γρήγορες κινήσεις φόρεσε όλα τα απαραίτητα για την εργασία του. Πρώτος σταθμός ήταν το σπίτι του Διονύση μετά του Γιαννάκη και τέλος του Ανδωνάκη. 7,5 και 8 χρονών αντίστοιχα. Σχεδόν μπορούσε ήδη να γευτεί τη σάρκα τους στα χείλη του, «Μιαμ μιαμ» σκέφτηκε «Επιτέλους οι διακοπές που μου αξίζουν» και όντως ήταν οι διακοπές που άξιζαν σε κάθε καθήκι μικροαστό εκεί έξω. Η αποθέωση του ψυχικού του κόσμου. Παρασιτώ σε κάποιον άλλον για την προσωπική μου ηδονή ψυχικά και σωματικά. Ίσως ο αναγνώστης να πιστεύει ότι στον ήρωα του διηγήματος αξίζει μια κρεμάλα. Ίσως πιστεύετε και στο κάρμα και στην κόλαση και στον παράδεισο. Είναι δικό σας θέμα αυτό σύντροφοι. 

Ο Άι-Γλίτσας μπήκε στο αμάξι, έξω οι λάμπες είχαν σβήσει και όλοι ήταν σπίτια τους για την αλλαγή του χρόνου, ακόμα και αυτός ήταν καλεσμένος στο πατρικό του αλλά απόψε είχε πιο σημαντικά πράγματα να κάνει. Άναψε τα φώτα του αμαξιού για να βλέπει αλλά διαπίστωσε ότι δεν μπορούσε να το κάνει γιατί κάποιος τα είχε σπάσει, «το μουνί της μάνας του» σκέφτηκε αλλά αμέσως μετά ησύχασε «δεν πειράζει, ξέρω τη διαδρομή για το σπίτι του διονυσάκη απέξω και ανακατωτά» και γκάζωσε.
ΜΠΑΜ!

Το αμάξι έπεσε πάνω σε κάτι, δεν μπορούσε να δει ξεκάθαρα τι ήταν, έπρεπε να κατέβει να δει. Ήλπιζε να μην ήταν κάτι ζωντανό, ή αν ήταν να μην ήταν πλέον εν ζωή αλλά να είχε περάσει μόνιμα στην άλλη πλευρά του αχέρωτα και να μην παζάρευε με το χάρο το τίμημα της βαρκάδας.
Βγήκε απ’ το αμάξι, έκλεισε την πόρτα πίσω του και άναψε τον φακό απ’ το κινητό του για να δει καλύτερα. Αντίκρισε ξεκάθαρα τα κουφάρια τριών ανθρώπων. 
«ΘΕΕ ΜΟΥ» σκέφτηκε
«Σκότωσα 3 ανθρώπους»
«Θα πάω φυλακή»
«Πρέπει να εξαφανιστώ από εδώ»

Με τους παλμούς της καρδιάς του να ανεβαίνουν σαν γιατρού που τον διέκοψαν από κατανάλωση κόκας για να του πούνε ότι έχει επείγον χειρουργείο πήγε προς το αμάξι του, αλλά η πόρτα ήταν κλειδωμένη, και δεν άνοιγε πχια με το κλειδάκι του.
«ΤΙ ΣΚΑΤΑ ΠΩΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΥΤΟ» φώναξε

Ξαφνικά το αμάξι πήρε μπροστά αλλά πήγε μόνο του ... όπισθεν. Αφού απομακρύνθηκε 1-2 μέτρα από το σημείο που ήταν και από τον έντρομο ιδιοκτήτη του, έλουσε κάτω από φώτα κόκκινα τα τρία πτώματα που είχε χτυπήσει προ ολίγων λεπτών. Αυτά σηκώθηκαν. Ο Νίκος είχε παγώσει και δεν μπορούσε να κουνηθεί από τη θέση του. Μόνο ψέλλισε.
«Φαντάσματα...τέρατα»
«Πνεύματα» είπε το πρώτο πτώμα που σηκώθηκε 
«Το μόνο τέρας είσαι εσύ» είπε το δεύτερο πτώμα 

«Καλές γιορτές σύντροφε» είπε το τρίτο και τελευταίο πτώμα
«Τι είστε, τι θέλετε από μένα, δεν έκανα τίποτα»
«Δολοφονία εξ’αμελείας, απόπειρα βιασμού» σχολίασε το πρώτο πνεύμα περιπαιχτικά
«Όχι ότι είναι κακό να σκοτώνεις γενικά αλλά οι άλλες σου ασχολίες με αηδιάζουν» σχολίασε το δεύτερο θυμωμένα

«Και τέλος πάντων, ακόμα κι αν ήσουν ο καλύτερος άνθρωπος στον κόσμο, είσαι πλούσιος, είσαι de-facto καθήκι ακόμα κι αν δεν πειράξεις μύγα, σκέψου τώρα που πειράζεις...πολλές μύγες» παρατήρησε ο τελευταίος μη αναμενόμενος επισκέπτης της βραδιάς του Νίκου.
«Πώς ξέρουν τόσα πολλά για μένα, τι συμβαίνει εδώ;» απόρησε ακόμα τρομαγμένα αλλά αισθανόμενος και μια απειλή για τις κατηγορίες που δεχόταν ο Νίκος ο Γλίτσας.
«Ποιοι είστε και τι θέλετε από μένα; Μιλήστε ξεκάθαρα» τους ζήτησε ο φρικαρισμένος αρχιτέκτονας.
Τα τρία πνεύματα κοιτάχτηκαν μεταξύ τους, αναστέναξαν σαν να απογοητεύτηκαν με τη στάση που κρατούσε ο συνομιλητής τους και του απηύθυναν πάλι το λόγο με τη σειρά που το είχαν κάνει ως τώρα.
«Είμαστε τα τρία πνεύματα των Χριστουγέννων, εγώ είμαι ο Ανδώνης»
«Εγώ είμαι ο Διονύσης»
«Εγώ είμαι ο Γιαννάκης»
«Μα είναι πρωτοχρονιά»
«Το ξέρουμε, κι εμείς αντιμετωπίσαμε αυτό το θέμα με την ορολογία αλλά θέλαμε κάτι με άι Βασίλη που να κρατάει όμως κάτι από Χριστούγεννα, δεν είναι αυτό το θέμα μας όμως, το θέμα μας είναι αυτά που σχεδίαζες απόψε»
«Τι σχεδίαζα;»
«Τους βιασμούς μας»
«Κάποιο λάθος κάνετε είστε πάνω από 20 και εγώ...»
«Ηρέμησε, γλύκα, ξέρουμε τις ηλικιακές σου προτιμήσεις, δεν είμαστε τα παιδάκια που θα βίαζες απόψε, είμαστε αυτό που θα καταλήξουν να γίνουν τα παιδάκια που θα βίαζες απόψε»
«Είστε εδώ απ’ το μέλλον για να με σκοτώσετε;»
Τα τρία πνεύματα κοιτάχτηκαν μεταξύ τους
«ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ»
«Τι λέει αυτός ρε»

Κατόπιν ο Γιαννάκης μίλησε
«Δε δουλεύουν έτσι τα πράγματα, έχουμε συναισθήματα αλλά όχι κρίση, θα σου δείξουμε το μέλλον αλλά δε θα φτιάξουμε τίποτα εμείς οι ίδιοι στο παρόν και στο παρελθόν. Αυτό θα το κρίνεις εσύ...γλύκα»

«Ξεκινάμε αμέσως» είπε ο Ανδώνης και τσαφ κούνησε δυο δάχτυλα και ένα σκοτάδι κάλυψε τα πάντα.


Λίγα δευτερόλεπτα μετά αυτός και ο Νίκος ο Γλίτσας επανεμφανίστηκαν σε ένα υπόγειο κάπου στο κέντρο της Αθήνας ή κι αν δεν ήταν εκεί σίγουρα θα μπορούσε από άποψη αισθητικής να είναι κέντρο της Αθήνας. Σε μια γωνιά ένας τύπος κάπνιζε ένα τσιγάρο και έκλαιγε.
«Να ξέρεις ότι κανείς δε μπορεί να σε δει, ούτε να σε ακουμπήσει, είμαστε παρατηρητές εδώ» είπε ο Ανδώνης

Ο τραγικός τύπος που ήταν στη γωνία έμοιαζε πάρα πολύ με τον Ανδώνη μόνο που ήταν κάποια χρόνια νεώτερος του. Κάπνιζε ένα τσιγάρο, στην άκρη  του δωματίου ήταν πεταμένο ένα γκαζάκι, ένα μπουκάλι νερό, 2-3 κουτάλια και μερικές σύριγγες. Ένα κρεβάτι της κακιάς ώρας και ένας καμένος υπολογιστής συμπλήρωναν τη διακόσμηση του δωματίου.

«Θλιβερό» είπε ο Νίκος.

«Οι γονείς του ποτέ δεν πίστεψαν ότι τον βίασαν και δεν του πρόσφεραν τη βοήθεια που έπρεπε, η κοινωνία επίσης, μόνο τα ναρκωτικά του στάθηκαν» σχολίασε ο Ανδώνης.

«Τουλάχιστον είχε κάτι να του σταθεί, άλλοι δεν είχαμε τίποτα, η πρέζα είναι μια καλύτερη λύση από το “Να τα πούμε καμιά φορά” όταν ξέρεις ότι το βάρος πέφτει στο ΚΑΜΙΑ φορά, δηλαδή όταν το βάρος πέφτει στην καρδιά σου. 
«Είσαι αναίσθητος...» σχολίασε ο Ανδώνης. «Δεν σνομπάρω τον έρωτα, αν ήθελες τόσο να μιλήσετε με την κοπέλα θα μπορούσες να το είχες επιδιώξει όμως»
«Θα προτιμούσα να πεθάνω σιγά σιγά σα το παιδί από δω να σου πω την αλήθεια»
«Απίστευτος...παραιτούμαι» είπε ο Ανδώνης και τσαφ! Χτύπησε τα δάχτυλα του και ένα σκοτάδι τους κάλυψε πάλι.


Ο Νίκος βρέθηκε σε ένα σχετικά γνώριμο μέρος, βου-που, Διόνυσος. Παρέα με το Διονύση αυτή τη φορά.
«ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΠΟΛΥ ΠΛΑΚΑ, ΔΙΟΝΥΣΟΣ-ΔΙΟΝΥΣΗΣ Ε; ΤΙ ΑΣΤΕΙΟ» του είπε κοιτάζοντας τον με γουρλωμένο βλέμμα ο Διονύσης

«Ε οκέι, προφανώς δεν είσαι στα καλά σου» του απάντησε ο Νίκος.

«ΜΠΟΡΕΙ! Αλλά δεν είμαστε εδώ για την ψυχική μου υγεία, δεν είμαστε εδώ για κανένα συγκεκριμένο λόγο βασικά, ας παρατηρήσουμε μόνο, χουχουχου» είπε γελώντας το δεύτερο πνεύμα των χριστουγέννων και του έδειξε με τον χέρι του έναν τύπο που κουβάλαγε ένα μεγάλο τσουβάλι. Από μέσα άδειασε ένα πτώμα. Κατόπιν έβαλε να παίζει μπιτλς στο youtube και άρχισε να πίνει ένα ποτηράκι κρασί.
«Εκείνο το βράδυ που τον βίασες» εξήγησε ο Διονύσης. «Ξέχασες πάνω στη βιασύνη σου το σάκο σου. Οι γονείς του τον πήγανε σε ψυχίατρο αλλά δεν βοήθησε σε τίποτα γιατί το περιβάλλον του, φίλοι, γκόμενες κλπ δεν ήταν δεκτικό στην ιδιοσυγκρασία του και δεν του έδωσε τον χώρο και το χρόνο να συνέλθει, αντιθέτως τον επιβάρυνε με άσκοπο πούλινγκ. Κράτησε το σάκο και από μια ηλικία και έπειτα άρχισε να σκοτώνει ανθρώπους και να τους μαζεύει στο υπόγειο. Μόνο το να ακούει beatles τον ηρεμεί κάπως, μαζί με έναν καλό φόνο. Γενικώς έφτιαξες έναν σίριαλ κίλερ.»
«Όλοι έχουμε θελήσει να σκοτώσουμε κάποιον, άρα απλά ενθάρρυνα κάποιες τάσεις, είναι άδικο πχ να κατηγορείς το χόρτο επειδή μια μειοψηφία παθαίνει ψυχωτικά επεισόδια αφού πιει»

«Λολ σοβαρά αυτή είναι η ανάλυση σου;» 

«Ναι, και εγώ θα μπορούσα να ψάξω με ποιους τραβιέται αυτή η τύπισσα τώρα, έγινε και 24 τρομάρα της, αλλά δε το κάνω θέμα, άσε μας με τον κάθε ανώμαλο που σκοτώνει κόσμο, τελείωσες με το σόου σου χριστιανέ της πεντάρας;»
«... ναι τελειώσαμε...παλιοαρχίδι, τσαφ»

Το σκοτάδι κάλυψε για μια τελευταία φορά τα πάντα και ο ήρωας μας βρέθηκε σε ένα ζεστό σπιτάκι στη Βάρκιζα. Δίπλα του στεκόταν ο Γιαννάκης. Παραδίπλα ένας τύπος ήρεμα μίλαγε στο τηλέφωνο για την επερχόμενη κυκλοφορία ενός σιντί που μάλλον θα ήταν δικό του, για κάτι λεφτά που δεν του είχε δώσει το αφεντικό και θα του έδειχνε αυτός του γαμημένου, για την μαρία, που θα ερχόταν απ’ το σπίτι του σήμερα και για την μαλακισμένη την καθοδήγηση που τον έβαλε εξόρμηση την Κυριακή το πρωί.

«Το παιδί από δω» εξήγησε ο Γιαννάκης, το τρίτο πνεύμα των χριστουγέννων «Τα πήγε μια χαρά, οι γονείς του και ενδιαφέρθηκαν για αυτόν και του βρήκαν ψυχίατρο. Οι φίλοι του έδωσαν χώρο, χρόνο αλλά και τον βοήθησαν. Απομακρύνθηκε για όσο καιρό δεν ήταν έτοιμος από ερωτικές σχέσεις αλλά όταν επανήλθε γενικώς ήταν και αυτός εντάξει και πάνω κάτω οι υπόλοιποι εντάξει απέναντι του. Τα λεφτά δεν ήταν ποτέ πολλά σπίτι του αλλά κάτι βρισκόταν. Τα κατάφερε. Επέζησε και τώρα βοηθάει, με τον τρόπο του, κι άλλο κόσμο.»
«Τι εννοείς βοηθάει με τον τρόπο του» ρώτησε ο  Νίκος

«Ε ξέρεις έγινε κομμουνιστής, οργανώθηκε»

«Δηλαδή για να καταλάβω, το γεγονός ότι τον βίασα, αλλά κατάφερε να το ξεπεράσει επειδή συνάντησε καλούς ανθρώπους και όχι μπάσταρδους, καθήκια, μηδενιστές και εγωκεντρικούς (και μια σειρά ακόμα επίθετα που ο συγγραφέας θέλει μεν να προσθέσει εδώ για τους ανθρώπους αλλά αναγνωρίζει ότι είναι φάουλ από λογοτεχνικής άποψης) τον δίδαξαν πράγματα που στην πορεία τον οδήγησαν να γίνει... κομμουνιστής;
«Ναι»
«Και δεν πίνει χόρτο;»
«Όχι»
«Και πουλάει εφημερίδες;»
«Ναι»
«Και αγαπάει τους εργάτες και μισεί τα αφεντικά»
«Κάπως έτσι...»
«Μα.....»
«Φίλε μου τυπικά, εσύ ξεκίνησες αυτή την αλυσίδα των γεγονότων, αλλά νομίζω αρκετά είδες, ώρα να γυρίσουμε πίσω». ΤΣΑΦ!

Ένα φως έλουσε τα πάντα γύρω τους.

Ο Νίκος ο Γλίτσας ξύπνησε. Τον είχε πάρει ο ύπνος στη μέση του δρόμου. Για καλή του τύχη είχε προλάβει με κάποιο μαγικό τρόπο να πατήσει χειρόφρενο. «Όλα ήταν ένα κακό όνειρο» σκέφτηκε. Θα συνέχιζε την αποστολή του. Κοίταξε μέσα στο σάκο να βρει τα πράγματα του για να μπει σε μουντ και αρχίσει σιγά σιγά τη μακάβρια αποστολή του. Το περιεχόμενο του σάκου του όμως είχε εξαφανιστεί και δια μαγείας βρεθεί στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου. Έψαξε μέσα στο σάκο αργά και προσεχτικά και ανέσυρε από το βάθος του μια σύριγγα, ένα μαχαίρι και ένα κουπόνι οικονομικής ενίσχυσης. Μαζί τους και ένα σημείωμα.
«Ευτυχισμένο 2016!

Γιάννης,Διονύσης,Ανδώνης»

Και μια καρδούλα από κάτω. 

Το ξανασκέφτηκε το πράγμα. Ήθελε πολλά στη ζωή του αλλά όχι τη συνεισφορά του στο κομμουνιστικό κίνημα, άσε που αυτή η γαμημένη η καρδιά έτσι όπως την είχε ζωγραφίσει, όποιος την είχε ζωγραφίσει, τον είχε συγκινήσει κάπως. Όπως και να ‘χε αυτός δεν θα έφτιαχνε άλλους κομμουνιστές, τέρμα οι βιασμοί, τέρμα οι σεξουαλικές παρενοχλήσεις, τέρμα η παιδοφιλία. Κοίταξε το ρολόι, ήταν 12 και 01. 

«Ευτυχισμένο 2016 και σε εσάς παιδάκια» σκέφτηκε και έγραψε σε ένα χαρτάκι «18+ μόνο!» το κόλλησε στο αμάξι του για να το θυμάται ως το δικό του new year’s resolution και γύρισε σπίτι του. Κοιμήθηκε μερικές ώρες. Το επόμενο πρωί, χάρισε τα μαστίγια και όλα αυτά που είχε αγοράσει στην πρώτη 18χρονη που πέτυχε στο δρόμο του ως δώρο. Κατόπιν, ντυμένος αι Βασίλης γέμισε το σάκο του με κείμενα ενάντια στην κουλτούρα του βιασμού, έπιασε μια καλή θέση στην πλατεία συντάγματος δίπλα στον τύπο με τον όγκο στον εγκέφαλο και άρχισε να τα μοιράζει. Πέρασε έτσι σχεδόν όλη την πρώτη μέρα του 2016 και την ολοκλήρωσε με ένα ζεστό φλιτζάνι τσάι αργά το βράδυ στο πατρικό με την οικογένεια του. Και στις ερωτήσεις περί ενός επερχόμενου γάμου απαντούσε: "Ίσως σε καμιά πενταριά χρόνια αν δεν μας κάνει Σοβιετική Ένωση ο Τσίπρας" Και όλοι χαίρονταν που είχαν τέτοιο γιο.

ΤΕΛΟΣ

-Καλά και με την 24χρονη που του άρεσε απ’ το λύκειο τι έγινε;
-Αυτό παιδιά είναι μια άλλη ιστορία που θα την πούμε σε κάποιο άλλο διήγημα ...

Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2015



Εξώφυλλο: Θοδωρής Φράγκος
Σκίτσα: Manolo Drawings 
Στήσιμο: Στο σάπιο λάπτοπ της αδερφής του Κοάν, από τον ίδιο τον Αλέκο.

Αντίτυπα αυτή τη στιγμή υπάρχουν με βεβαιότητα:

Α) Στην Κατάληψη Ευαγγελισμού στη Θεοτοκοπούλου 18 (Ηράκλειο Κρήτης)
Β) Στο Εναλακτικό Βιβλιοπωλείο στα Εξάρχεια επι της Θεμιστοκλέους (Αθήνα)
Γ) Στο Βιβλιοπωλείο Φαρφουλάς της λέσχης των Σουρεαλιστών στη Μαυρομιχάλη (Αθήνα)
Δ) Στο Βιβλιοπωλείο Ακυβέρνητες Πολιτείες, Αλ. Σβώλου 28 (Κέντρο Θεσσαλονίκης)
Ε) Κ*ΒΟΞ, Κατειλημμένο Κοινωνικό Κέντρο, Πλατεία Εξαρχείων

Τα 90 ίχνη δίνονται με ελεύθερη συνεισφορά χέρι με χέρι στην Αθήνα και στο Ηράκλειο μέσω επικοινωνίας με τη σελίδα των ΕπΑπ στο Facebook ή μήνυμα σε εμάς τους ίδιους. Επιπλέον μπορούν να βρεθούν σε καταλήψεις,στέκια λάιβ και λoιπούς κοινωνικούς χώρους και διεργασίες. Η λίστα με τα μέρη που υπάρχουν διαθέσιμα αντίτυπα θα ανανεώνεται. Μοναδικές εξαιρέσεις στον κανόνα της ελεύθερης συνεισφοράς είναι τα εμπορικά βιβλιοπωλεία, γιατί ήταν δύσκολη η συννενόηση, ακόμη και όταν υπήρχαν οι καλύτερες προθέσεις. Ορίστηκε η τιμή του ενός (1) ευρώ γι΄ αυτά τα μέρη. Το μερίδιο που μας αντιστοιχεί καλύπτει τα έξοδα τύπωσης.

Δελτίο Τύπου 

Τα "90 ίχνη" μιλάνε για τη γενιά των 90ς. Τα "90 ίχνη" είναι μια ποιητική συλλογή που εκτείνεται σε 15 σελίδες γραμμένη απ' τον Αλέξανδρο Κοάν και το Φώντα. Δεν περιέχει ποιήματα που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν από μόνα τους αυτοτελή, παρά μόνο αν τα δεις στο σύνολο του βιβλίου. Οι δύο συγγραφείς έχουν φτάσει μετά από συζήτηση στις ίδιες εκτιμήσεις για το τι ήταν και τι ρόλο παίζει σήμερα η γενια του 90 και πως βιώνει και αλληλεπιδρά με τον κόσμο. Αυτή την εικόνα προσπαθούν να αποδώσουν. Όχι από κάποια λατρεία προς το παρελθόν ή το μέλλον απλά υπήρχαν κάποια μεσημέρια,απογεύματα,βράδια, που αισθάνθηκαν λίγο απ' τη μελέτη και λίγο απ' τη μεταφυσική, μια λεπτή γραμμή να συνδέει τον μεταπολεμικό κόσμο, το Σύριζα, τα ψυχεδελικά ναρκωτικά,το Κωνσταντίνου και Ελένης, την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης (πρώτα ως φάρσα και έπειτα ως τραγωδία) με τα σημερινά βιώματα τους.

Τα κόκκαλα των παππούδων μας
που χύσαν αίμα στον εμφύλιο
θα τρίζαν αν μας βλέπανε,
αλλά οι παππούδες μας δε σκοτωθήκαν στον εμφύλιο,
και μέχρι να πεθάνουνε
ψηφίζανε πασοκ.

Εν πολλοίς η τραγικότητα της γενιάς των 90ς βρίσκεται ακριβώς στο ότι δεν πρόλαβε να είναι ούτε παιδί του Αντρέα ούτε και παιδί της καπιταλιστικής κρίσης. Είναι κάτι ενδιάμεσο, είχε καλές μέρες, είχε κακές μέρες. Τώρα τελευταία οι κακές μέρες κερδίζουν κατά κράτος αλλά αυτή η θλίψη όχι απλά δεν κερδίζει το κράτος αλλά χρησιμοποιείται και ελέγχεται από αυτό, ποιός θα τολμήσει να πει ότι τα παιδιά των 90ς έχουν κατάθλιψη; Πάρα πολλοί. Αλλά τα παιδιά των 90ς προσπαθήσαν επιπλέον (και απέτυχαν ή πετύχαν κωμικοτραγικώς) να βρουν δουλειά για να ζήσουν. Άρα ποιός θα πει ότι οι προλετάριοι των 90ς έχουν κατάθλιψη; Κανείς δεν μιλάει γι' αυτό σε αυτόν εδώ τον βούρκο.

Λυπάμαι
τα αντιπολεμικά μυθιστορήματα που διάβασες σου είπαν ψέμματα,
η τεχνολογία εξελίχθηκε, τώρα μετράνε μόνο οι βαλιστικοί πύραυλοι.

Το βιβλίο δεν είναι σε καμία περίπτωση η απεικόνιση μιας απογόητευσης, ή τουλάχιστον όχι μόνο. Και σίγουρα δεν θα καλύψει όλους τους ανθρώπους που εντάσσουν τις εμπειρίες τους μέσα σε αυτό το χρόνικο πλαίσιο που λέγεται 90ς. Ούτε κατάθεση ψυχής κάνουμε, ούτε εμπειριών. Τοποθετούμε τους εαυτούς μας σε αυτό το σύνολο ανθρώπων που έχει καταλάβει πως για λόγους καθόλου μεταφυσικούς η γενιά μας έχει κάτι τελείως διαφορετικό απ' όλες τις προηγούμενες, κάτι ριζοσπαστικά καινούργιο άλλα και κάτι τρομερά αντιφατικό που την εμποδίζει να κάνει το μεγάλο βήμα.
προς τα πάνω ή προς τα κάτω αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Μια ιστορία βεβαίως που καλείται να γραφτεί σε μια εποχή αντιστορική. Που όμως δε θα μπορούσε να είναι και άλλη.

;)

Τα 90 ίχνη κυκλοφορούν από την αυτόνομη λογοτεχνική συλλογικότητα "Επιτυχημένες Απόπειρες" και αποτελούν την πρώτη έντυπη κυκλοφορία της.

Τέλη Νοέμβρη του 2015

Φώντας. Αλέξανδρος Κοάν.
Επιτυχημένες Απόπειρες. 


Προηγούμενα έργα και συμμετοχές:

Κάτι Οστά:
http://theatrodromou.blogspot.gr/2014/10/promo.html
Chocofant:
http://theatrodromou.blogspot.gr/2013/12/chocofant.html
Director's Cut
http://theatrodromou.blogspot.gr/2013/12/8-directors-cut.html
Τερατογραφήματα:
https://teratografimata.wordpress.com/2014/10/14/teratografimata-biblio/