Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 2016

Γιάννης Ρουμπούλιας: Συνέντευξη



Τον γνωρίσαμε ως Υάκινθο Σέκερη στον Πανίσχυρο Μεγιστάνα των Νίντζα - όπου έγραψε και το σενάριο και συμμετείχε και στην παραγωγή ως συνιδρυτής της Nostalgeek Productions (μαζί με τον Άρη Καπλανίδη). Τον ξαναείδαμε ως Αδάμαστο, στην ομώνυμη ταινία που βασίστηκε στη σειρά κόμικς που χει βγάλει ο ίδιος: τα Χρονικά του Δρακοφοίνικα. Τον έχουμε πετύχει περιστασιακά σε έντυπα κι εφημερίδες, όπου δούλευε σα σκιτσογράφος. Και, τώρα πρόσφατα, τον ξαναείδαμε στο πρώτο τεύχος των Μυθοναυτών, ένα κόμικ σε στυλ steampunk αλά ελληνικά. Λέιντις εντ τζέντλεμεν, οι Επιτυχημένες Απόπειρες σας παρουσιάζουν σε μια αποκλειστική συνέντευξη τον πολυβραβευμένο σκιτσογράφο/ σεναριογράφο/ ηθοποιό Γιάννη Ρουμπούλια aka Rubus.



Περιέγραψε μας με λίγα λόγια τον εαυτό σου, ως άνθρωπο και ως καλλιτέχνη, με όρους αστροφυσικής.
Σούπερ Νόβα.

Αν ήσουν χαρακτήρας από κάποιο κόμικ ή ταινία σου, ποιός θα θελες να είσαι και γιατί;
Φυσικά ο Υάκινθος Σέκερης γιατί είναι ο Άρχων του Σουβλακίου και του Πιτόγυρου! Α! Και ο Πανίσχυρος Μεγιστάνας των Νίντζα!

Ίδια ερώτηση, αλλά τώρα μπορείς να είσαι χαρακτήρας από οποιοδήποτε κόμικ/ ταινία/ μυθιστόρημα/ έργο τέχνης θες.
Ο Τομ Μπομπαντίλ από τον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών, γιατί είναι στην κοσμάρα του και δεν τον αγγίζει τίποτα!

Αν ήσουνα ναρκωτικό, τι ναρκωτικό θα ήσουν και ποιός διάσημος μουσικός (Έλληνας ή ξένος, νεκρός ή ζωντανός) θα έκανε χρήση σου;
Θα ήμουν αυτό το πράγμα που παίρνει ο Κιθ Ρίτσαρντς και είναι πιο αθάνατος κι από τον Χαϊλάντερ!

Αν μπορούσες να δημιουργήσεις ένα νέο κίνημα που θα εδραίωνε την επανάσταση σε όλον τον πλανήτη, ποιά θα ήταν τα ιδεολογικά χαρακτηριστικά του;
ΦΑΪ ΣΕ ΟΛΟΥΣ! Νομίζω αυτό θα ήταν και το σλόγκαν της Επαναστάσεώς μου! Όλοι πρέπει να έχουν δικαίωμα στο φαϊ! Στο φαϊ δε χωρούν διακρίσεις και σύνορα!

Τι ζώο (υπαρκτό ή φανταστικό) θα ήσουν αν δεν ήσουν άνθρωπος;
Δράκος φυσικά! Great Wyrm για την ακρίβεια, για να μιλήσουμε με περισσότερο Dungeons and Dragons όρους...

Κι αν ήσουνα το ζώο που διάλεξες, πόσο διαφορετικά θα έγραφες τα Χρονικά του Δρακοφοίνικα;
Μα φυσικά θα έβαζα περισσότερους δράκους μέσα! Αλλά περίμενε... ΗΔΗ έχω αρχίσει να το γράφω διαφορετικά αφού το reboot της παλιάς σειράς βγάζει κάθε Σάββατο πρωί μια νέα σελίδα στο διαδυκτιακό χώρο του www.socomic.gr !

Πρωταγωνιστείς στην επόμενη ταίνια του Ταραντίνο. Πόσους σκοτώνεις και με ποιούς τρόπους;
Το όνειρό μου είναι να σκοτώσω τους περισσότερους από κάθε άλλη ταινία στην ιστορία του Χόλλυγουντ. Θα ξεκινούσα να τους ξεπαστρεύω με απλά μέσα αλλά θα κατέληγα να τους στέλνω στα θυμαράκια με τους πιο τρελούς τρόπους που μπορείς να φανταστείς (π.χ. Πυροβολώντας μαγικούς βιολετί μονόκερους από ένα ραβδί σε σχήμα βεντούζας απόφραξης). Έτσι για να έχει και climax!

Σ’ εξορίζουν απ’ τη γη και σε στέλνουν σε κάποιο μακρινό πλανήτη του Milky Way. Σου επιτρέπουν όμως να πάρεις μαζί σου για παρέα τρία ιστορικά πρόσωπα, και τρία φανταστικά. Ποιούς διαλέγεις και γιατί;
Τον Αλκιβιάδη, γιατί θα ήταν η πιο ευχάριστη παρέα, τον Λεονάρντο ντα Βίντσι, γιατί ήταν μια σούπερ καλλιτεχνική μεγαλοφυΐα , τον Ρόμπερτ Χάουαρντ γιατί οι ιστορίες του θα μας έκαναν να νιώθουμε ωραία, την Ιππολύτη, γιατί πάντα ήθελα μια δυναμική αμαζόνα για σύζυγο, τον Τ800 για σωματοφύλακα και τον Γκοτζίλα για κατοικίδιο!

Ξυπνάς μια μέρα και δεν έχεις ιδέα που βρίσκεσαι. Συνειδητοποιείς πως είσαι παγιδευμένος σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο και δεν υπάρχει τρόπος διαφυγής. Ψάχνεις γύρω σου και βρίσκεις ένα κινητό, που στις επαφές έχει μόνο έναν αριθμό. Καλείς και σου απαντάει ο Θεός. Τι του λές και τι τον ρωτάς;
Μεγάλε, τι θα γίνει με τους πολέμους; Αηδία κατάντησε! Κάνε κάτι, αλλιώς απολύεσαι!

Αν, για κάποιο λόγο, δε μπορούσες να ασχοληθείς με τις τέχνες, τι θα έκανες στη ζωή σου;
Δεν ξέρω... Ειλικρινά δε μπορώ να σκεφτώ τον εαυτό μου έξω από αυτό το χώρο.. μάλλον θα μιζέριαζα και θα είχα βαρύτατης μορφής κατάθλιψη...

Σε ειδοποιούν απ’ την Αμερικάνικη ακαδημία κινηματογράφου ότι ο Πανίσχυρος Μεγιστάνας των Νίντζα είναι υποψήφιος για Όσκαρ καλύτερης ταινίας. Παίρνεις το αεροπλάνο μαζί με τον Άρη τον Καπλανίδη, πάτε στο Χόλυγουντ, στην τελετή των βραβείων, και τελικά κερδίζετε. Τι λες στο λόγο σου μετά την απονομή;
Ευχαριστώ το Σουβλάκι για όλη την πρωτεΐνη που μου χάρισε! ΦΑΪ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ! (και κάπως έτσι ξεκινά η Επανάσταση που λέγαμε.. χεχε)

Δεν έχω διαβάσει ακόμη την τελευταία σου, απ’ όσο ξέρω, δουλειά, τους Μυθοναύτες. Οπότε, θέλω να μου πεις λίγα πράματα γι’ αυτήν όπως:
  -Αν ήταν αμάξι, τι μάρκα και τι μοντέλο θα ήταν;
Δε σκαμπάζω γρι από αμάξια όμως! Οπότε μάλλον θα ήταν μια υπέροχη μαύρη φοράδα. (Going retro here...)

  -Αν ήταν καρέκλα, πόσο αναπαυτική θα ήταν;
Αα, θα ήταν αναπαυτική πολυθρονάρα, από αυτές που βγάζουν απο κάτω και πτυσσόμενο σκαμπουδάκι για τα πόδια!

  -Αν ήταν συγκρότημα, τι μουσική θα έπαιζε;
Α κι αυτό είναι εύκολο! Θα ήταν οι Villagers of Ioannina City! Τα σπάνε!

  -Αν ήταν θεός, σε ποιά πολυθεϊστική θρησκεία θα άνηκε;
Μάλλον ο θεός Διόνυσος. Γιατί τη διακρίνει μια ευχάριστη, διασκεδαστική ελληνικότητα.

  -Αν ήταν άνθρωπος, τι ύψος θα είχε και πόσο συχνά θα έκανε σεξ;
Αδυνατώ να καταλάβω ποιά σχέση έχει το ύψος με τη συχνότητα του σεξ... Μάλλον γερνάω!

Αποκάλυψε μας μια απ’ τι πιο φρικτές/ σιχαμερές/ σαδιστικές/ διαβολικές σκέψεις που έκανες τον τελευταίο μήνα.
Να φάω μπάμιες!

Ποιά η γνώμη σου για τους ΖΝ;
Τι είναι ΖΝ;

Μαθαίνεις ότι η πρώην σου, με την οποία διατηρείς ακόμα φιλικές σχέσεις, έχει ένα πανούργο σχέδιο για την υποδούλωση του ανθρωπίνου είδους, το οποίο είναι μαθηματικά βέβαιο πως θα πετύχει. Πώς αντιδράς;
Υποδούλωση σε ποιόν; σε αυτήν; και γιατί μου λέει το σχέδιό της; όπως και να' χει τη σταματάω με φωτιά, ατσάλι και γυμνές γροθιές!

Αν “πρέπει να φανταστούμε το Σίσυφο χαρούμενο”, τότε πώς πρέπει να φανταστούμε το βράχο που σπρώχνει;
Αντί για βράχος σκέψου αν είναι ένα τεράστιο χάμπουργκερ το οποίο όση ώρα το σπρώχνει στην κορυφή το τρώει. Όταν φτάσει στην κορυφή ξαναγίνεται ολόκληρο και κατρακυλά πάλι κάτω. Ο Σίσυφος μέχρι να ξαναπάει κάτω, έχει χωνέψει ότι έχει φάει και ξαναπεινάει. Άρα ξανατρώει το χάμπουργκερ που ξανασπρώχνει πάνω. Ιδού. Σίσυφος ευτυχισμένος!

Τελικά, οι προλετάριοι έχουν τίποτα να χάσουν;
Μόνο πολύτιμο χρόνο! Πρέπει να τον διαχειριστούν πιο σωστά!

Από που κλάνει το μπαρμπούνι;
Σε ποιά διάσταση;

Κλείνοντας, θα σου κάνω για αλλαγή μια σοβαρή ερώτηση. Τι ετοιμάζεις αυτόν τον καιρό και ποια τα (καλλιτεχνικά) σου σχέδια για το μέλλον;
Αυτή την εποχή ετοιμάζω τους επόμενους Μυθοναύτες, το επόμενο άλμπουμ των Χρονικών του Δρακοφοίνικα, καθώς και μια σειρά από συνεργασίες τον κινηματογραφικό χώρο του εσωτερικού και του εξωτερικού αλλά δυστυχώς δε μπορώ να αποκαλύψω πολλά πάνω σε αυτό. Υγεία να 'χουμε κι όλα θα γίνουν! Cheers!

Πέμπτη 24 Νοεμβρίου 2016

Κάτι που γραψα για σένα

Σε σκέφτομαι κι απόψε.
Είναι κι αυτή άλλη μια από κείνες τις βραδιές
Που σκίζω τις σάρκες με τα νύχια μου
Και βουτάω το απλωμένο χέρι μέσα στην ψυχή μου
Να σύρω πάνω όλα αυτά που άθελα μου έθαψα,
Αυτά που πλάκωσα και έκρυψα μέσα στην ίδια την άβυσσο μου,
Αυτά που δεν τόλμησα να τα φωνάξω,
Αυτά που φοβήθηκα να τα παραδεχτώ,
Μα κι αυτά που πάντα ζούσαν μέσα μου,
Και που σαν παράσιτα με σιγοτρώγαν.
Εντάξει, δεν ήταν όλα τόσο άσχημα, το ξέρω,
Απλά έμαθα να τρέφομαι με την υπερβολή,
Να τη δέχομαι σα βασική μου ανάγκη,
Και μ’ αυτήν πάντα να προχωράω,
Μόνος μου, ή,
Καλύτερα, μαζί σου.
Και μαζί σου θέλω τόσο να μαι - ας μην το ξεστόμισα ποτέ -
Να με χαϊδεύεις απαλά,
Να με βάζεις στο πιο γλυκό μου παραμύθι,
Να μου σιγοψιθυρίζεις τραγουδάκια μες στο αυτί,
Να κρατάς το χέρι μου, να κρατάω το δικό σου,
Να ταξιδεύουμε σε μέρη άγνωστα,
Κι όμως τόσο όμορφα και οικεία,
Μέρη που λες και τα περπάτησα μικρός, πιτσιρικάς ακόμα,
Και με τα χρόνια η μνήμη μου τα έσβησε.
Μαζί σου,
Να νιώθω πως αντέχω,
Πως με καταλαβαίνεις,
Πως είσαι εδώ για μένα μόνο,
Εδώ, στις άγρυπνες νύχτες μέχρι ν’ ανατείλει ο ήλιος το πρωί,
Εδώ, να μου δίνεις ανάσα για να ζήσω,
Πνοή να σηκωθώ.
Ο κόσμος μπορεί να γίνει θλιβερός, το ξέρεις.
Μαζί σου δε με νοιάζει.
Μαθαίνω, όπως νομίζω μαθαίνεις και εσύ.
Μαθαίνουμε.
Στη Βοημία των αδύναμων κορμιών μας,
Και των μυαλών μας που ουρλιάζουνε,
Γυρνάμε σαν πλανώμενοι, σα μαθητές,
Σα σκυλιά αδέσποτα και πεινασμένα,
Σαν αρχαίοι και έκπτωτοι θεοί,
Που σιγά σιγά καταλαβαίνουνε
Πως δε γνωρίζαν καν την ίδια την ψυχή τους.
Και μάθαμε.
Στους άδειους δρόμους που διασχίσαμε,
Και στις πλατείες που ταν γεμάτες κόσμο,
Μάθαμε τουλάχιστον
Να νιώθουμε όμορφα με τους ασήμαντους εαυτούς μας,
Να παλεύουμε κόντρα σε όλα τα προγνωστικά,
Να παίρνουμε τη ζέστη από την αγκαλιά του τέρατος,
Κι ας ξέρουμε ότι στο τέλος θα μας πνίξει.
Γιατί, αντίθετα μ’ όλους τους άλλους,
Εμείς δε φοβηθήκαμε ούτε την αποτυχία,
Ούτε και την καταστροφή.
Εμείς σχεδόν τις κυνηγήσαμε,
Τις ψάχναμε μες στα σκοτάδια απελπισμένα,
Κι ενώ πείθαμε ο ένας τον άλλον πως το κάναμε για λόγους ακαδημαϊκούς,
Δήθεν για να τις μελετήσουμε, να δούμε τη μορφή τους,
Ξέραμε κι οι δυο πως δε λέμε την αλήθεια.

Μια μέρα οι φίλοι μας θα μας ξεχάσουνε.
Μια μέρα θα μείνουμε κι οι δυο μόνοι,
Να κοιτάμε αδιάφορα περαστικούς που περπατούν,
Να τους σχολιάζουμε για να σκοτώσουμε ώρα.
Φοβάμαι - το ξέρω, δεν το δείχνω.
Ακόμα κι οι σκιές απ’ τους καπνούς με κάνουν να τρομάζω.
Δεν ξέρω.
Δεν ξέρω τίποτα,
Τίποτα, αλήθεια -
Μονάχα τη θολή ανάμνηση σου.
Κι όμως το θέλω, το θέλω μ’ όλη τη δύναμη που έχω,
Το θέλω κι είναι στ’ αλήθεια ανάγκη μέσα μου,
Και πρέπει, πρέπει, πρέπει
Να το πιστεύω πως ίσως θα μπορέσω,
Ίσως, λέω,
Ίσως μια βραδιά σαν και την αποψινή,
Ίσως επιτέλους να τα καταφέρω.
Να ξεριζώσω την καρδιά και την ψύχη μου,
Να την κλείσω μέσα σ’ ένα όμορφο κουτί,
Και να σου την ταχυδρομήσω.
Που είσαι;
Μου λείπεις.
Σε ψάχνω.
Σ’ αγαπώ.

Σάββατο 29 Οκτωβρίου 2016

Πωλούνται μάσκες σε τιμή οδοντίατρου.

Αποτέλεσμα εικόνας για horrible bosses scene




Η σκάλα πέφτει
και δεν βγάζει ούτε μια νότα
ξαπλώνουμε για μέρη μακρινά
Μην κλέψετε το χαλί μας θεοί,
μα ούτε και το
κρεβάτι.
Ξίνω τα μάγουλα μου
δεν υπάρχουν θησαυροί
ούτε καν άνθρακες
μονάχα
πράσινα σκουληκάκια
που ψάχνουν
κόκκινα μήλα
μα εγώ
έχω χρόνια να πάω για ψώνια
και αν πήγαινα
δε θα ψώνιζα για πράσινα σκουληκάκια
-Ξαναλέω μην κλέψετε το χαλί μας θεοί-
τα χείλη
είναι η καλύτερη μηχανή
παροχής οξυγόνου
φίλα με φίλα με φίλα με
σα να ‘ταν εκδρομή
και όχι πρόβα κηδείας
δε θέλω άλλα χάδια σου λέω
μα κάστανα ψητά
και δυο αιώνες γεμάτους εικόνες
με μάτια κλειστά ή ανοιχτά.

Τρομαγμένε πλανήτη
σου λείπουν περίπου
διακόσιοι θεοί
και ένα καλό ζευγάρι γυαλιά.
Η άρνηση δεν έχει καμία αξία
ένας καφές στο διαστημικό σταθμό κοστίζει
αναρίθμητους αξιογάμητους κώλους, μια σβούρα
και ποιήματα με ορθογραφικά λάθη
κι όλα αυτά για έναν καφέ
για έναν καφέ
για έναν καφέ.

Που να θάψω τη θλίψη μου δεν έχω
την κουβαλάω στους ώμους
σαν κοράκι που το έμαθα να μιλάει.
Tο ξέρω
θα φάει τη σάρκα μου όταν πεθάνω χωρίς να νιώσει τύψεις
μα το προτιμώ
απ’ το να με έτρωγε όσο ζούσα.

Χειροφίλημα δεσποινίς μου;
μα ελάτε τώρα το έχω ανάγκη.
Μου χουν καρφώσει ένα καπέλο στο λαιμό μέρες τώρα
και όποτε πάω θάλασσα
με σέρνει κατευθείαν στο βυθό.


Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2016


Βοήθησε με να γίνω σκατάνθρωπος
θέλω ένα μικρό σπρώξιμο μόνο 
Απαραίτητη προϋπόθεση για την ζωή να κοπεί ομφάλιος λώρος 
Οι βίαιες κινήσεις πάντα με τρόμαζαν αν θυμάσαι
Εκτός απ 'τα χαστούκια στα καπούλια
Βοήθησε με να γίνω γαϊδούρι ακούνητο
που δεν παίρνει την αντίθετη απ ΄τον γκρεμό φορά
Τρύπα μου το μυαλό με τα σπιρούνια σου
Κάνε κάτι με τις εταιρείες διανομής
που δεν φέρνουν πια τους αγαπημένους σου δίσκους στην Ελλάδα
Κάνε κάτι με τα βιβλία σου που δεν δανείστηκα
Όταν οι άκρες σου δεν ξηγιούνται
 δεν γίνομαι έτσι σκατάνθρωπος
Για αρχή χώνω το μπούτσο μου εκεί
που δεν υπάρχει επιθυμητή καρδιά να συναντήσει
Έκανα και τατουάζ που πάει γάντι
με την στάμπα θλίψης που άφησες στο πρόσωπο μου
Τώρα απλά προσπαθώ να ξεπλύνω το μελάνι που ' ναι στη γλώσσα μου
απ ΄τις τόσες φορές που έγλειφα το τατουάζ σου
Και δεν είναι ότι γίνομαι και σκατάνθρωπος
Αν ήμουνα λίγο θ 'άφηνα στο φαρμακείο τον αριθμό σου
να πλερώσεις εσύ το λογαριασμό
και θα άφηνα καθαρογραμμένη γνωμάτευση γιατρού
κάτω απ 'το χαλάκι της πόρτας σου
Μα πως να σου φορτώσω έναν θάνατο
για κάτι που ήταν ήδη κατεστραμμένο
κάτι που δεν πρόλαβες ν 'αναστήσεις
ΔΙΑΟΛΕ! Γιατί να γνωριστούμε μετά το Πάσχα?
Τώρα για να ηρεμήσω πρέπει μόνο να σε μισήσω
Ή έστω να γίνω σκατάνθρωπος



Βοήθησε με να γίνω σκατάνθρωπος
Εσένα θα σου πάρει μονάχα
ένα λεπτό, μα για μένα θα ‘ ναι μια ολόκληρη ζωή
Κάψε μου τις τρίχες απ ‘ τα χέρια
Δως μου τις δικές σου να φορέσω
Σπάσε μου τα δόντια
Και βάλε το παρόν μου στο μίξερ
Να το πιω με καλαμάκι.
Ντύσε με με τα πιο όμορφα ρούχα
Και παράτησε με στα πιο κρύα μέρη
Που να μπορείς να γελάσεις.
Ω εντάξει καλά, μίλα μου για τα βιβλία που
Θα αγοράσεις μετά την εξεταστική
Μίλα μου για το πως ξεπέρασες την ποίηση
Για το πως ξεπέρασες το ροκ εν ρολ
Μίλα μου εσύ και μη σε νοιάζει
Η δουλειά θα γίνει ακριβώς όπως πρέπει
Πρέπει να βρω δουλειά μωρό μου
Βοήθησε με και θα σου πληρώσω εγώ τα βιβλία
Θα σου πληρώσω τις μπύρες,το κρασί, τους μπάφους
Θα σου πληρώνω ακόμα και τα ταξίδια
Αρκεί μετά την αποστολή σου
Να μείνεις μακρυά μου
Άλλωστε συνηθίζεται σε κάτι τέτοια

Κι αν πάλι βαρεθείς να τα κάνεις όλα αυτά
Και δεν αφιερώσεις ούτε λεπτό
Ε καλά είναι κι αυτός ένας αλάνθαστος τρόπος
Να βοηθήσεις κάποιον να γίνει σκατάνθρωπος

Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2016

Το μερακλίδικο πουλί, τσιγαριστό

Το μερακλίδικο πουλί πίνει ρακή
εικάζει πως θα στήσει μια γιορτή
γι’ τρώγοντας γι’ πίνοντας η ευτυχία θα ‘ρθει
κι’ αν ρωτήσει το γιατί, άλλο πουλί,
το στέλνει στο γιαπί με χαρτί, καπνό, πιοτί
«γύρνα τα τσιγάρα σου με την αντίστροφη μορφή»

Η φωλιά είναι ντροπή
θέλει δουλειά μπας και στηθεί
και ένα βράδυ να καεί
αφού η κατάληξη, γνωστή
κλουβί βαρύ, ευρύχωρο
στήθος αλεξίσφαιρο
τζανκ φουντ και φασαρίες

Παρολαυτά πετά πολύ ώσπου κάγκελο να βρει
βρίζει κι απορεί πως θ’ αντέξει ως το πρωί
δώθε κείθε, παρακεί, σε μια απόσταση μικρή
κάθε τόσο προσπαθεί και ανοίγει το κλουβί
και πάει δίπλα σ’ άλλους τόπους
και γνωρίζει τους αθρώπους
και γλεντίζει κι’ αγαπά
ως που άξαφνα, ξανά, να βρεθεί χωρίς λεφτά
σ’ ένα κλωβό στενότερο μα αισθητικά ανώτερο

Κάπου κάπου, στο συρτό ή στον πεντοζάλη
του κρασιού η ζάλη κι η κραιπάλη
άλλη μέρα δεν τ’ αφήνουν να διαμείνει στο κλουβί
και πετά δίχως ανθρώπους και γνωρίζει τη ζωή.

Η Ελευθερία είναι γιορτή
και το μερακλίδικο πουλί…
Ο καλύτερος μεζές για τους μερακλήδες

Το μερακλίδικο πουλί κι’ αν τη φωλιά του κάνει
όπου σταθεί κι’ όπου βρεθεί γυρεύγει το τηγάνι




Δευτέρα 22 Αυγούστου 2016


Σε αφήνω στην αγκαλιά των τεράτων μωρό μου.
Αφού εγώ ουρά και κέρατα δεν έβγαλα ποτέ
-πόσο μάλλον δεύτερο κεφάλι-
σε αφήνω να τους χαρίσεις όσες καρδιές που καίγονται στον πρωινό ήλιο θες
Σε αφήνω γυμνή σε φόντο ζεστό, γεμάτο ιδρώτα
με μουσικές από μισοχαλασμένο ανεμιστήρα και στουμπωμένες εξατμίσεις,
σε χαζεύω από τον καναπέ
και σου χαμογελάω.
Σου γράφω παραμύθια
όχι από αυτά με τα οποία σε μεγαλώσανε
μα απ’ τα άλλα που στάζουν και κάποια μιλιγκράμ αλήθειας
και λένε πως, μια νύχτα δίχως φεγγάρι, οι ρόμα απήγαγαν ελληνάκια για να τα
μεγαλώσουνε καλύτερα απ’ τους ανίκανους χαραμοφάηδες γονείς τους.
Κι ακόμα σου γράφω ιστορίες εξωτικές
και ποιήματα από πέρα τόπους, ανατολικούς
γεμάτα περιπέτεια κι αγωνία και φρικάκηδες που αναζητούν φαί
και που για μια χούφτα δολλάρια πουλάν και την ψυχή τους
και συ χαχανίζεις και μου λες πως δε μπορεί να είναι αλήθεια,
πως θες τώρα να έρθω από κάτω σου να σε γλείψω, να κάνουμε έρωτα και τέτοια, μα εγώ σου λέω πως έχω μαζέψει στην καρδιά μου τόσο μίσος πια για τους ανθρώπους που μόνο ο θάνατος μου ή ο θάνατος τους θα μπορούσε να με κάνει να απολαύσω την αγκαλιά σου - κι εσύ τα ακούς αυτά
και δεν μου χαχανίζεις πια,
μου στραβώνεις, κάνεις μούτρα, λες πως υπερβάλλω πάλι,
πως δεν πρέπει να τα βλέπω όλα τόσο κυνικά και σιχαμένα,
και μετά έρχεσαι πάλι από τα δεξιά, ζουζουνίζεις μες στ’ αυτί μου,
σου πιάνω το μπουτάκι με στοργή
και για λίγο τα ξεχνάω όλα.
Ύστερα φεύγεις για τη δουλειά σου, ποτέ δεν μένεις αρκετά το πρωί
και εγώ ξεπεζεύω στο στάβλο της ανασφάλειας να σκέφτομαι τους χιλιάδες καλύτερους από μένα που συναντάς καθημερινά εκεί έξω, και που θα μπορούσαν να σου εξασφαλίσουν καλύτερη ζωή, καλύτερα απωθητικά για τα κουνούπια, καλύτερα ταξίδια, να σου γράφουν καλύτερα ποιήματα,
να μη σου κάνουν αναπάντητες γιατί δεν έχουνε μονάδες,
να σε ψάχνουνε ακόμα κι αν εσύ τους αγνοείς,
να σε βλέπουν στα όνειρα τους κάθε βράδι, ιδρωμένοι, με μια καρδιά σαν τουμπερλέκι που βαρά,
να δέχονται να λιώσεις το εγώ τους κάτω απ’ το καινούριο σου παπούτσι.
Εγώ ήρθα σε αυτό το παραμύθι για να σκοτωθώ απ’ τους ιππότες που θέλουν να σώσουν την πριγκίπισσα τους, το δέχτηκα , δεν είπα όχι.
Στα όνειρα μου έβλεπα απλά εμένα να γαμάω μια φίλη σου,
αλλά είχα αρκετή αξιοπρέπεια για να πω ότι ήταν απλά ένας εφιάλτης όταν ξυπνούσα δίπλα σου αγχωμένος
επειδή η φίλη σου δεν έχυσε ούτε την τρίτη φορά-συγγνώμη εγώ προσπάθησα.
Κι όταν μ’ αγνοούσες επιδεικτικά, τάχα κουρασμένη απ’ την πολλή δουλειά σου,
εγώ τραβούσα προς τη χέστρα μας,
καυλωμένος, τσιτωμένος, μες στα νεύρα και τη μίρλα,
και σε φανταζόμουν γεμάτη πληγές και αίματα, να κλαις από το φόβο, κι εγώ από πάνω σου σαν κτήνος αφρικανικό να παίζω μαλακία
και να γελάω σαρδόνια με σαλεμένο βλέμμα.
Μετά ηρεμούσα λίγο
μάζευα το πηχτό σπέρμα στα χέρια μου σα να ταν χιόνι και το κανα μπάλες
έπειτα έβγαινα έξω και το πέταγα στους γείτονες
”Ω τι τρελός, τι επικίνδυνος, την αστυνομία να φωνάξει κάποιος” λέγανε
και με κοιτούσανε με μάτια υγρά, μικρά, φρικτά και τρυπημένα
και κοιτούσαν και με δείχνανε και με κακολογούσαν
κι εγώ μέσα στην τρέλα μου και την παράνοια
μόνο εσένα είχα μωρό μου στο μυαλό μου, μόνο εσένα που τόσο αγάπαγα και ας σε σιχαινόμουν.
Κι ήταν τόσο εύκολο να σε σιχαθώ
έπρεπε απλά να μαντέψω -και μου δωσες τόσα σημάδια για αυτό- ότι ούτε εσύ ήσουν κάτι παραπάνω από μια μηχανή παραγωγής αυτοκτονιών
αλλά για να σε αγαπήσω
έπρεπε να καταλάβω -και μα τα κόκκαλα του Ιησου ήταν τόσο δύσκολο- ότι κι εσύ δεν με αγαπούσες όπως αγαπάει μια κυρία σαλονιού ένα αδέσποτο που φιλοξενεί για λίγες μέρες στην αυλή της,
μα όπως για μένα έσυ ήσουν η ηρωίδα του παραμυθιού
έτσι κι εγώ ήμουν και πρίγκηπας και δράκος και ο πύργος που σε είχαν φυλακίσει -
κι απ’ το στόμα μου έβγαζα φωτιά και στην παλάμη είχα το ξίφος και το σώμα μου ήταν από πέτρα και μπετόν
και μόναχα πολέμαγα τον δαίμονα του ίδιου μου του εαυτού για να σε κατακτήσω

Φυσικά στο τέλος θα χάσω
ηττημένος και εγώ απ’ τα μάτια στα παράθυρα, που θα με βλέπουν σαν το έκτρωμα
που έκλεψε τον ξανθό άγγελο της γειτονιάς.
Σιχαμένοι.
Κράτα μου το χέρι
κι ορκίζομαι να σε πηγαίνω για παγωτό σε νεκροταφεία στο εξής
για να απολαμβάνεις και εσύ
όσο και εγώ
το αμετάκλητο τέλος αυτών
που μισήσαν πολύ τους δράκους
αγαπήσαν πολύ τους πρίγκιπες
και φοβηθήκανε πάρα πολύ για τις πριγκίπισσες τους
χωρίς να ξέρουν
τι καταστροφικό είναι να αποκαλείς κάποιον όλη μέρα “Τέρας”
τι φρικτό να του δίνεις σπαθί και βασίλεια
τι βασανιστικό να τον ντύνεις μόνο με ροζ κορσέδες.
Θα σ’αγαπάω μέχρι το τέλος του κόσμου μου
αρκεί πιστεύω.

Πέμπτη 11 Αυγούστου 2016

Και τι δεν είμαστε

Είμαστε παράξενες οντότητες
Αναζητάμε έξοδο απ’ την απέραντη μάζα
Η ψευδαίσθηση κοινωνικών σχέσεων
λαμβάνει χώρα σε δημόσιες συναθροίσεις
Ο καθένας μας δεν βλέπει την ώρα της επιστροφής
στο κελί του εν γνώσει
Του ανιαρού της διαδρομής
Περιμένουμε την σειρά μας στο φανάρι
ενώσω γινόμαστε παραλήπτες
βλεμμάτων ωσάν να χα ‘με παραβεί
τις 10 εντολές αυτούσιες
Δεν είμαστε σίγουρα κιθάρες ξεχαρβαλωμένες
Οι μουσικές έπαψαν να μας συγκινούν
απ’ όταν γεμίσαμε τα κιτάπια μας
απρόσωπα GB συμβάλλοντας
στην καταπάτηση πνευματικών δικαιωμάτων
Είμαστε ποιητές…το νεαρό της ηλικίας δεν εμποδίζει
το θάνατο πάρεξ των αρχέγονων ενστίκτων επιβίωσης
Γινόμαστε αντικείμενο μελέτης ρεαλιστών σκηνοθετών
Παραφραζόμενοι από παλιμπαιδίζοντες νεαρούς
που ακόμα να χωνέψουν το άδοξο πέρας της εφηβείας
Κύριοι του εαυτού μας
Παρατηρούμε τα σπυράκια της ρακέτας
που μας απομακρύνει από το τερέν της αυτοκυριαρχίας
Σκοτώνουμε άπειρο χρόνο σε νεκρές ώρες
Δεν προλαβαίνω να σου πω σ ‘ αγαπώ
Τσακώνουμε στιγμές μπουντρουμιάζοντας τες
σε ορθογώνιες φωτοτυπίες εξιδανίκευσης
Γνωστές και ως φωτογραφίες
Θηρευτές συναισθημάτων κυκλώνουν την πόλη
με κρεμάμενους τηλεφακούς στο πέτο
Διαπίστωση ! Η ευτυχία δεν έχει κάρτα μέλους
Μετά χαράς δίνουμε βάση
σε τέχνες ερασιτεχνικού βεληνεκούς
Στα διαλείμματα ευτελών προγραμμάτων
παρακολουθούμε δρώμενα πολιτισμού
Επικροτώντας την προσφορά λέσχεων και φορέων
Το βουητό ηλεκτρικών συσκευών
διαταράσσει την ανάληψη χαμένης ενέργειας
Επαναλαμβάνουμε τα αυτονόητα
με την ελπίδα ότι θα τα λάβουμε επιτέλους υπόψιν
Είμαστε αυτό που ψάχνουμε κάτι
Πως δεν το βλέπεις βγάζει και μάτι
Ούτε εγώ δεν ξέρω τι είμαι
Στο αβέβαιο κείμαι


Sketch by  doubledodo