Τρίτη 5 Ιουλίου 2016

Από τη γύρα


















Πηγαίνω από εδώ και από κει 
από τραπέζι σε τραπέζι.
Χαζά παρεάκια.
Tους λέω πως είμαι ο θεός,
άλλοτε τους αφήνω να το ανακαλύψουν μοναχοί τους.
Άραγε πώς να μας βλέπει ο κόσμος;
Όλοι μαζί δεν πείθουμε γι αυτό που πρόκειται να έρθει,
μα δεν λέω, χαζά παρεάκια,
ηλίθιες κουβέντες για τις διακοπές,
τις προηγούμενες και τις επόμενες 
και κάποιες που έκαναν από κοινού.
Εμένα θα με δεις να προσπαθώ να ανακαλύψω
αν συναντηθήκαμε σε κάποιο σημείο
από κάποιο βιβλίο.
Όμως μη με ξυπνάτε
γιατί βυθίστηκα στα όνειρα
και έτσι έφτασα εδώ,
στο τώρα.
Το πριν και το μετά
είναι χαραγμένα στο συλλογικό μας υποσυνείδητο.
Το μισό από αυτό,
αυτό που έχουμε επίγνωση και αναφέρεται ως μνήμη,
είναι διαθέσιμο προς ανάγνωση.
Το υπόλοιπο, το πολλά υποσχόμενο,
δεν είναι ξεκάθαρο λόγω των πολλαπλών εκδοχών,
πράγμα που καθορίζεται από τις επιλογές μας.
Μετά μου λένε 'τι σκέφτεσαι'
και λέω πως θέλω διακοπές 

Δευτέρα 30 Μαΐου 2016

*
Το κάπνισμα συνήθεια που σε τρώει
το αντικατέστησαν πολλοί
μα οι πνεύμονες τους μείνανε λεροί
με το να χέρι στο τσιγάρο, τ’ άλλο στο κομπολόι.

**
τριακόσια τριάντα κάτι βήματα
άσπρα ακουστικά με Buck εξήντα πέντε
θήκη με buk παρθένο ως τα τριάντα πέντε
και μια αφίσα σέντερ μπακ
που στη φανέλα φόραγε το πέντε
στρωμένος με στενάκια ο δρόμος προς την ευτυχία

***
ένα καλό ποίημα
θεωρητικά, πρέπει να έχει μια καλή αναφορά
-μα τα βαριέμαι αυτά τα ποίηματα-
ένα καλό ποίημα με αναφορά
θεωρητικά, πρέπει να έχει σχέση με το ποδόσφαιρο
-μα το βαριέμαι το ποδόσφαιρο-
ένα καλό ποίημα με ποδοσφαιρική αναφορά
θεωρητικά, πρέπει να μιλάει για το αγγλικό πρωτάθλημα
-μα τους βαριέμαι τους εγγλέζους-
ένα καλό ποίημα
αν δεν έχει όλα τα παραπάνω,
οφείλει τουλάχιστον να σου κρατάει το ενδιαφέρον
-μα τα βαριέμαι τα ποίηματα-

****
Τα ποιήματα είναι τα μικρά κουράδια μας
η ποίηση ζει σε τρώγλες και υπονόμους
και οι ποιητές σωριάζονται σ’ απόμακρα απόνερα
απομονωμένοι, σα λεπροί.
Μα οι υπόνομοι οι ελληνικοί
δεν παίζουν σε ταινία αμερικανική
είναι μικροί,
κι όσοι σωριάζονται εκεί είναι πιο μικροί.

*****
Κλικ κλακ, το κομπολόι
βαρετό,
το τσιγάρο στον υπόνομο,
σβηστό
κι οι χάντρες ξεγλιστράνε
το λαιμό,
τον γαργαλάνε
και βωμολοχούν τα δόντια
λόγω τιμής,
λοβοτομής σπέρμα.



Τετάρτη 6 Απριλίου 2016

Πρεζόγατες



«Μα αφού και εσένα τα μουνάκια σ’αρέσουν» ακούστηκε να τιτιβίζει μια  γλυκιά φωνούλα απ’ το τηλέφωνο που έμοιαζε να διαμαρτύρεται. Ο Τζίμης δεν πίστευε όμως σε σε αυτά που άκουγε. «Άκου να σου πω μωρή σιχαμένη πόρνη» της φώναξε στερεώνοντας το ακουστικο ανάμεσα στο αυτί του και στον ώμο του προσπαθώντας να στρίψει ένα τσιγάρο με τα χέρια του. «Δεν με νοιάζει αν ξύπνησες ένα πρωί και αποφάσισες να πηδηχτείς με μια ράντομ τύπισσα, δεν με νοιάζουν καν τα πολιτικαλ κορέκτνες εγχειρίδια που σας μοιράζουν μαζί με το Κοράνι στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Ή θα γυρίσεις σε μένα ή θα σε φέρω  εγώ σαν ένα μεγάλο κομμάτι τυρί απ’ το μπακάλικο.

«Κίτρινη και νόστιμη;»
«Όχι! Γεμάτη τρύπες!»

Η φωνούλα αναστέναξε.

«Άκου να δεις Δημήτρη, πέρασα πολύ ωραία μαζί σου και λυπάμαι που ανακάλυψα ότι μ’αρέσουν οι γυναίκες μετά από 2 χρόνια, λυπάμαι που το ανακάλυψα με μια που δε θεωρείς καν ιδιαίτερα όμορφη. Θα τη στείλω να πάρει τα πράγματα μου από το σπίτι σου αύριο. Αντίο. Μην κάνεις καμιά βλακεία γιατί δεν θα μπορώ να σε καλύψω στους κοινούς μας γνωστούς.

Κλικ. Του το έκλεισε.Κι ο Τζίμης έμεινε με το ακουστικό στον ώμο και το τσιγάρο μισό.
«Παλι καλά» σκέφτηκε «Προλαβαίνω να βάλω λίγο φου μέσα» και ξεκίνησε να σπάει μερικά κλαδιά. Αφού έστριψε το μονοφυλλάκι του κάθησε να το σκεφτεί ψύχραιμα το πράγμα.
«Να κλέψω το πορτοφόλι της φίλης της αύριο που θα τη σκοτώσω ή όχι;»
«Που έχω κρύψει το σιγαστήρα;»
«Πώς είναι δυνατόν να προτιμάει ένα μουνί από μένα»

Αυτό το τελευταίο βέβαια ο Τζίμης το καταλάβαινε, κι ο ίδιος τις περισσότερες φορές προτιμούσε ένα καλό μουνί (ή ένα οποιοδήποτε μουνί) απ’ το να βρεθεί στην δυσσάρεστη κατάσταση να πρέπει να αντιμετωπίσει ή να ανεχτεί τον εαυτό του. Από τότε που οι γονείς του αποδημήσαν εις κύριον και του αφήσαν ένα μέτριο ποσό, όχι αρκετό για να γιολάρει αλλά αρκετό για να ζει φτωχικά χωρίς να δουλεύει, κάτι που προτιμούσε απ’ το να ζει κομπλέ δουλεύοντας, η μέρα του είχε μετατραπεί σε μια καθημερινότητα μαγειρέματος μακαρονιών, κατανάλωσης κακής ποιότητας αλκοόλ με φίλους και τα σχετικά. Τα τελευταία δυο χρόνια όμως, από τότε που είχε γνωρίσει την Νεφέλη είχε αρχίσει να δουλεύει ένα βιβλιο, το βιβλιο λεγόταν ΒΛΑΜΜΕΝΑ ΠΡΑΣΙΝΑ ΑΝΘΡΩΠΑΚΙΑ και ήταν μια νουβέλα στην οποία πόνταρε πολλά. Είχε ήδη στείλει αποσπάσματα σε δυο εκδοτικούς και είχε λάβει ενθαρρυντικές κριτικές, περίμενε πως και πως να τελειώσει για να τους το στείλει και αν δεν μπορούσε να γίνει διάσημος και πλούσιος τότε έστω να γίνει πλούσιος και διάσημος. Το χρήμα δεν ειναι το παν σε αυτή τη ζωη, αλλά η ζωή ειναι ΚΟΥΡΑΔΕΣ αν δεν έχεις λεφτά όπως έλεγε στη μάνα του όταν επισκεπτόταν τον τάφο της. Στον πατέρα του δεν έλεγε τίποτα, πέθανε κουφός.

Με αυτά και με αυτά ο Τζίμης έγινε λιώμα και κοιμήθηκε στον καναπέ, συνήθως έτσι αντιμετώπιζε τις δυσκολίες, στο δίπλα μαξιλάρι κοιμήθηκε η μικρή τσέχικη μπερέτα, ειδική παραγγελία που έκανε καιρό πριν από το ανατολικό μπλοκ, αν και απειλούσε ότι θα την χρησιμοποιήσει σε άνθρωπο κάτι τέτοιο δεν είχε χρειαστεί ακόμα.

ΝΤΡΙΝ! Ακούστηκε το κουδούνι. Τα μάτια του υποψήφιου συγγραφέα μισάνοιξαν. Κοίταξε το ρολόι -4 ευρώ από κινέζικο- που είχε στο χέρι του, τελικά με αυτά και με αυτά είχε κοιμηθεί κανονικό 9ωράκι.

«Ποιός να ναι...» μουρμούρισε
Άνοιξε την πάνω πόρτα του σπιτιού του και φώναξε δυνατά προς τα κάτω για να ακουστεί «ΝΑΙ ΠΟΙΟΣ;»

«Η Βιβή είμαι...»

Η Βιβή ήταν μια γειτόνισσα που έμενε λίγο παρακάτω. Η Βιβή ήταν επίσης η τύπισσα με την οποία στο εξής θα ήταν μαζί η πρώην του. Η Βιβή είχε έρθει να πάρει τα πράγματα της πρώην του.
Ο Τζίμης πέρασε την μπερέτα στο παντελόνι και κατέβηκε τα σκαλιά.

«Έρχομαι» μουρμούρισε και άνοιξε την πόρτα
«Γειααααααααα» μια χαρούμενη βιβή τον αγκάλιασε και έπιασε καταλάθος το όπλο του.
«Όπλο είναι αυτό ή χαίρεσαι που με βλέπεις;»

«Τσέχικη μπερέτα του 95, άντε γαμήσου...»
«Πρέπει να ξεπεράσεις τα μονογαμικά κόμπλεξ σου, εσείς οι ετεροκανονικοί-μονογαμικοί σχεσάκηδες είστε ο καρκίνος και η ανωμαλία της ανθρωπότητας»
«Σχεδόν ρατσιστικό» της απάντησε ο Τζίμης καθώς ανέβαιναν τις σκάλες «Θες καφέ;»
«Ένα μη-στρειτ άτομα δεν μπορεί να είναι ρατσιστικό απέναντι σε ένα στρειτ, μέτριο με πολύ γάλα παρακαλώ»
«Έτσι σας μαθαίνουν στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ; Νες ε;»
“Ναι, ποια ανταρσυα, αναρχικιά είμαι»
«Μα εσύ δεν έλεγες πριν κανά μήνα ότι οι αναρχικοί εκπροσωπούν την ψυχολογία της μικρής ιδιοκτησίας και ... τέλος πάντων δε θέλω να ξέρω τίποτα, θα πιεις τον καφέ σου, θα πιεις τον μπάφο σου, θα πάρεις τα πράγματα αυτής της μαλακισμένης και θα ξεκουμπιστείς από εδώ και ελπίζω να μην σας ξαναδώ ποτέ μπροστά μου, μερικές φορές αναρωτιέμαι γιατί δε το ρίχνω στην πρέζα»
«Γιατί δεν έχετε πιάτσα εδώ που μένεις» του απάντησε η Βιβή
«Ναι σωστό» 
«Αλλά αν θες μπορώ να σου βρω εγώ...»
«Χμμμ»
«Με κάποια ανταλλάγματα»
«Χμμμ»
«Ναι, ξέρω ότι σε έχει πειράξει αρκετά που έμπλεξα με την πρώην σου, υπόσχεσαι να μην την πειράξεις, να μην κάψεις το αμάξι  της, το σπίτι της  να μη τη χαρακώσεις στα μούτρα όπως έκανε πρόπερσυ αυτός ο παραννοικός μάγειρας που κάνεις παρέα και γενικά να συμπεριφερθείς σχετικά νορμάλ;»
«Αυτό που μου ζητάς είναι δύσκολό μετά από όσα έγιναν, άσε με να το σκεφτώ δυο λεπτά» είπε ο Τζίμης και άραξε να στρίψει κανά τσιγάρο.

«Είναι δυνατόν» σκέφτηκε «Αυτή η ηλίθια να πιστεύει στα σοβαρά ότι θα έκαιγα, σκότωνα, χτύπαγα, έσφαζα κλπ επειδή εκτός από την κόκα είπαν να αρχίσουν και τα πλακομούνια; Εντάξει παραμένω υπέρμαχος του ότι όλα τα προβλήματα λύνονται με ένα μαχαίρι και ένα όπλο στο χέρι και ίιιιισως να έχω δώσει την εντύπωση αγροίκου αλλά πως μπόρεσαν να ξεχάσουν και οι δυο τους τις χριστιανοκομμουνιστικές καταβολές μου τσ τσ τσ, και τέλος πάντων η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται κρύο, τα ναρκωτικα όμως...»

Ο Τζίμης σηκώθηκε και χαμογέλασε θαρρετά στην Βιβή. «Εντάξει γλυκούλα» της είπε «Ντιλ», «Θα σας αφήσω ελεύθερες να ζήσετε τον ελεύθερο έρωτα σας και ότι άλλη χαζοχίπικη νιου έιτζ μαλακία θέλετε ενώ σιωπηλά θα εύχομαι να σας πατήσει αμάξι ή τρένο, μπορώ να έχω την πρέζα μου τώρα;» 


Η Βιβή τον κοίταξε στα μάτια με μια ελαφριά απέχθεια την οποία αυτός ανταπέδωσε στο διπλάσιo τουλάχιστον. Στη συνέχεια του ακούμπησε κάτι στο μεγάλο ξύλινο τραπέζι του σαλονιού και πήγε να μαζέψει τα πράγματα της αγαπημένης της απ’ την κρεβατοκάμαρα. Ο Τζίμης πήγε να τσεκάρει το σταφ. Ήταν δυο μικροί μαυριδεροί βράχοι, τουλάχιστον 2g.


***

Όταν έφυγε επιτέλους η «Πουτάνα που του χαλάσε το σπιτικό» ο Τζίμης έφτιαξε ένα καφεδάκι έστριψε έναν ακομα μπάφο και αισθάνθηκε μια τρομερή μοναξιά να τον κατακλύζει.

«Κάποια μέρα θα πεθάνω εδω μέρα και θα τους πάρει μέρες να με ανακαλύψουν» σκέφτηκε

και κατόπιν σα να απαντούσε μόνος του στον εαυτό του είπε
«Ωραία θα ήταν να είχα μερικές γάτες για παρέα, έστω στον κήπο»

Ντύθηκε λοιπόν στα γρήγορα και πήγε μέχρι το κοντινότερο σούπερ μάρκετ όπου αγόρασε φαί για γάτες, 2 κιλά ξηρά τροφή και γέμισε ένα μπολ στο μπαλκόνι ακριβώς έξω απ’ το γραφείο του, άνοιξε το word με τη νουβέλα του και συνέχισε να γράφει, λίγη ώρα μετά μια όμορφη πορτοκαλομαύρη γάτα πλησίασε να φάει. Ο Tζίμης την παρατήρησε που έφαγε λίγη απ’ την ξηροτροφη κι αφού τον κοίταξε κι αυτή λίγο από απόσταση έφυγε. Μέσα στη μέρα πέρασαν άλλες δύο γάτες, μια γκρίζα λεπτή και μια μαύρη φουντωτή. Απ’ τις τρεις γάτες μόνο η μία, η γκρι ήταν αρσενικιά και μάλλον ήταν η υπεύθυνη για την εγκυμοσύνη της πρώτης, της πορτοκαλομαύρης.

Ο Τζίμης είχε χαρεί για την καινούργια παρέα που είχε αποκτήσει. Η νουβέλα του προχώρησε απίστευτα πολύ με μόνο κόστος τα ελάχιστα ψωροευρώ της ξηροτροφής ενώ διαπίστωσε και πόσο του άρεσε η γατίσια συντροφιά, τα νιαουρίσματα του είχαν γεμίσει τόσο πολύ τη μέρα που ξέχασε και την πρώην του και τη γκόμενα της και την πρέζα που είχε σπίτι και με την οποία είχε εξαγοραστεί η σιωπή και η νηφαλιότητα του. Χαρούμενος λοιπόν πάτησε το enter στο word και πήγε για ύπνο.

***
Την επόμενη μέρα ξύπνησε με όρεξη και γέμισε πάλι το μπολ των γατιών του. Έφτιαξε στο καπάκι ένα φλυτζάνι καφέ και άρχισε να γράφει. «Μιαααου μιάουυ» ακούστηκαν οι γάτες που πλησιάζαν λαίμαργα την τροφή. «Αχ ήρθαν» σκέφτηκε και γύρισε να τις αντικρύσει. Και ήταν πράγματι όλες εκεί και οι τρεις του. «Κρίμα που είναι μόνο αυτές» σκέφτηκε. «Η γειτονιά έχει δεκάδες, θα μπορούσαν  να τρώνε όλες εδώ»

Στο μεταξύ οι γάτες έφαγαν και έφυγαν«Ή έστω να κάθονται πιο πολύ» πρόσθεσε με πίκρα ο Τζίμης.

Και τότε κοίταξε τα δύο γραμμάρια πρέζας που είχε ακουμπισμένα πάνω στο τραπέζι.
Λες; Σκέφτηκε ο Τζίμης και αμέσως προχώρησε στην πράξη που συνέλαβε, σηκώθηκε άνοιξε το σακουλάκι με τα 2 γραμμάρια τα έσπασε σε λεπτή λεπτή σκόνη και την έβαλε σχεδόν όλη μέσα σε κιμά που είχε ετοιμάσει γιαυτόν, στην συνέχεια έψησε τον κιμά και τον μοίρασε σε 4 πιάτα, έβαλε το ένα εκει που συνήθιζε να αφήνει φαγητό και τα άλλα τρια σε διαφορετικά μέρη έξω απ’ το σπίτι, μπήκε πάλι μέσα και αποφάσισε να κάνει τη μια καλή γραμμή που του είχε μείνει, τσακ μπαμ την κατέβασε με δυο σνιφαρίσματα. Ο Τζίμης δεν είχε ξανακάνει πρέζα και η αίσθηση του ήταν σχετικά πρωτόγνωρη. Αρχικά ένιωσε ένα πολύ δυνατό κάψιμο στα ρουφούνια που έφτανε μέχρι τον εγκέφαλο του και τον πίεζε να μην ανασαίνει από την μύτη του , όταν έπαψε αυτό το κάψιμο του, μια γλυκιά ηρεμία φώλιασε στον εγκέφαλο του και εγκαθίδρυσε ένα καθεστώς αυταρχικής ευτυχίας. Μια μεραρχία τεθωρακισμένων έριξε την δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση της ζωής που ήταν συνήθως σκατά και έφερε μια μιλιταριστική ένωση της χαράς και της απόλαυσης. Τα μάτια του Τζίμη γλάρωσαν, ένιωσε το κορμάκι του να πέφτει και ίσα που πρόλαβει να κινηθεί προς τον καναπέ όπου και σωριάστηκε σε λήθαργο.

«Μιάου Μιάου»

Ο Τζίμης ξύπνησε και αντίκρυσε μια όμορφη πορτοκαλί γάτα πάνω στο κεφάλι του. Είχε έντονο πονοκέφαλο, κοίταξε το ρολόι του, ήταν απόγευμα της επόμενης μερας, είχε κοιμηθεί κάπου 15 ώρες, δεν ήξερε τη γάτα, ούτε τι έκανε εκεί μέσα και πάνω του. «Σκατά» μουρμούρισε και σηκώθηκε. ;Eντρομος παρατήρησε ότι το ένα του τζάμι ήταν σπασμένο και η τρύπα είχε το σχήμα γάτας. Ένα αιλουροειδές είχε ξεκάθαρα ασπαστεί τον σουνιτικό ριζοσπαστικό ισλαμισμό και είχε πραγματοποιήσει ένοπλη επίθεση αυτοκτονίας στο σπίτι του.  Το οποίο παρεπιπτόντως είχε γεμίσει από άλλες γάτες. Ο Τζίμης χάζεψε τα μικρά τέρατα που κόβαν άνετα βόλτα μεσα στο σπίτι  και αναρωτήθηκε τι τα έφερε εδώ. Ξάφνου κατάλαβε. Κάποια γάτα που της άρεσε περισσότερο η πρέζα από τις άλλες κατάλαβε ότι το βαποράκι ήταν ο Τζίμης και έσπασε το τζάμι για να βρει κι άλλη, οι υπόλοιπες ακολούθησαν και τώρα να τες, όμορφες και εξαρτημένες.

«Μωρά μου θα σας ταίσω εγώ, νιάου νιάου» είπε ενθουσιασμένος ο Τζίμης χαρούμενος που κάποιος είχε πλέον την ανάγκη του και στο καπάκι πήρε τηλέφωνο τη Βιβή.
«Παίζει να με φτιάξεις;»

«Ναι ρε λοςψη...»

Και έτσι οι γάτες είχαν πάλι το φαγητό τους και ο Τζίμης τη μυτιά του.

Αυτή η ιστορία συνεχίστηκε για μερικές μέρες και βδομάδες. Το σπίτι του Τζίμη έγινε ένας παράδεισος γατολασίας και οργίων. Το απόγευμα αυτός και οι γάτες του ξύπναγαν ετρώγαν μακαρόνια, ξηροτροφή, νερό, κρασί και πρέζα και ακολουθούσε σεξ, τσόντες, ύπνος, καφές, τσιγάρα, κόκα κόλα, νυχιές, χαιδέμα, τραβήγματα ουρών κάτουρα στο πάτωμα και άλλα τέτοια όμορφα και όλοι ζούσαν μίζερα αλλά ευτυχισμένα σαν μια –καθόλου μικρή- γατοοικογένεια. Μέχρι που μια μέρα...

Μια μέρα, πρωί πρωί κι όλας που δεν υπήρχε καμία περίπτωση ο Τζίμης να ξυπνήσει από μόνος του όλα άλλαξαν. Κάτι κρύο χτύπησε στα μούτρα τον υποψήφιο συγγραφέα που είχε παρατήσει τη νουβέλα για αφοσιωθεί στις γάτες και στα ναρκωτικά. Και δεν ήταν μόνο η πραγματικότητα.

«Τι μεγάλο που είναι μπορώ να το χαιδέψω; μμμμ» ψέλισσε ο Τζίμης

«ΣΗΚΩ ΟΡΘΙΟΣ ΠΑΛΙΟΠΟΥΣΤΗ» ούρλιαξε μια φωνή
Ο Τζίμης άνοιξε λίγο τα μάτια του, δεν είδε γάτες αλλά 4 ανθρώπους με φουλφεις και ντυμένους στα χακί να τον σημαδεύουν με αυτόματα όπλα, ο πιο κοντινός του, που πιθανώς ήταν και ο αρχηγός είχε φέρει το όπλο του τόσο κοντά που ακουμπούσε τον Τζίμη στο πρόσωπο.

«Λοιπόν πρεζάκια σε ακούμε»

«Ε; Ποιός πρεζάκιας;»
«Εσύ είσαι πρεζάκιας, εμείς είμαστε επαναστάτες»
«Κάποιο λάθος κάνετε, μάλλον και για τα δύο»
«ΤΙ ΛΕΕΙ ΑΥΤΟΣ ΑΡΧΗΓΕ!»
«Σιωπή Μπατσοφονιά! Άσε να μιλήσω εγώ, Από αξιόπιστες πηγές μάθαμε ότι είσαι χρήστης ΠΡΕΖΑΣ, άρα ΑΝΤΙΚΟΙΝΩΝΙΚΟ στοιχείο, ΑΧΡΗΣΤΟ για την ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ και ως εκτουτου θα μπορούσες κάλλιστα να ΜΗΝ υπάρχεις»
«... με συγχωρείτε, ποιοί είστε ακριβώς, γιατί μπήκατε στο σπίτι μου, να σας φτιάξω έναν καφέ;»
«Ναι» είπε ένας απ’ τους επαναστάτες
«Σκασμός Δολοπλόκε της νύχτας!» ξαναείπε ο αρχηγός «Δε θέλουμε τον καφέ σου, ανήκουμε στην επαναστατική οργάνωση Κίνημα για τη Διάδοση της Διατροφής της Γυμναστικής και του Ποδοσφαίρου, κοινώς ειμαστε οι γνωστοί ΚΔΔΓΠ και εμείς δεν ανεχόμαστε πρεζάκηδες στα μέρη μας»
«Μα δεν πάω στα μέρη σας, έχω να βγω απ’ το σπίτι μου μέρες και μέρες»
Οι επαναστάτες σκάλωσαν λίγο.

«Σωστό αλλά προωθείς τον τρόπο ζωής σου σαν σωστό» είπαν τέλος
«Πλάκα κάνετε; Πέρσυ απολύθηκα από τη μόνη δουλειά που είχα ποτέ επειδή έλεγα στους πελάτες ότι αν αγοράσουν το τάδε gadget θα γίνουν σαν εμένα και ποιος θέλει να γίνει σαν εμένα τέλος πάντων» απάντησε ο Τζίμης
«Εχμ, εντάξει εντάξει» αμηχανεύτηκαν ακόμα περισσότεροι οι ένοπλοι του ΚΔΔΓΠ αλλά τι έχεις να πεις για τα φριχτά βασανιστήρια στα οποία υποβάλεις τα ζώα που μένουν μαζί σου, και μόνο γι’αυτό πρέπει να σε σκοτώσει κάποιος.
«Ποιά βασανιστήρια, τους αρέσει η πρέζα»
«Σε εμάς όχι όμως»
«... δεν μου φαίνεται επαρκής λόγος για να με σκοτώσει το επαναστατικό κίνημα»
«Κοίτα φίλε, άκου να δεις πώς έχει το πράγμα, είσαι πρεζάκιας, δίνεις απ’ την πρέζα σου στις γάτες σου, εδώ και δυο χρόνια ποστάρεις μίζερα άρθρα στο ιντυμίντια που δεν είναι ιδιαίτερα υπέρ της οργάνωσης μας...»
«Τι σχολίασα εγώ εναντίον της οργάνωσης σας;»
«Δείξε του Μπατσοφονιά»
Ο Μπατσοφονιάς έβγαλε ένα χαρτί απ την τσέπη του. Και διάβασε δυνατά

«ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ ΠΕΡΣΥ ΣΤΟ ΙΝΤΥΜΙΝΤΙΑ:
ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΕΡΕΥΝΕΣ Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ ΠΡΟΠΟΝΗΣΗ ΜΕ ΒΑΡΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ ΕΝΩ Η ΔΙΑΤΡΟΦΗ ΜΕ ΑΝΩ ΤΩΝ 2G ΠΡΩΤΕΙΝΗΣ ΑΝΑ ΣΩΜΑΤΙΚΟ ΚΙΛΟ ΚΡΙΝΕΤΑΙ ΥΠΕΡΒΟΛΙΚΗ ΚΑΙ ΜΗ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ»

«...δεν καταλαβαίνω» ψέλισσε ο Τζίμης

«Προωθείς τα ναρκωτικά»
«ναι»
«Και τη σαπίλα»
«μα...δεν...»
«Γενικά είσαι λίγο φλώρος ρε φίλε, δεν κάνεις για την επανάσταση»
«Μα είχα γκόμενα...»
«Και που είναι τώρα;»
«Δεν είναι μαζί μου»
«Προτιμήσε κάποιον άλλο ε;»
«Μπορείς να το πεις και έτσι»
«Το φαντάστηκα, μπατσοφονιά, σκότωσε τον άλλωστε όλοι οι πρεζάκηδες είναι μπάτσοι κατά βάθος»
«Όχι μη ρε παιδ...» ΜΠΑΜ! Ο Μπατσοφονιάς πυροβόλησε στο κεφάλι τον Τζίμη.
«Φύγαμε;»
«Πίσω στο αρχηγείο μάγκες».

Και η επαναστατική οργάνωση του ΚΔΔΓΠ έφυγε για τα λημέρια της. Και οι πρεζόγατες, μόνες τους, χωρίς αφεντικό να τις χαίδεψει, να τις φροντίσει ή έστω να τους δώσει την καθημερινή τους δόση άρχιζαν να βυθίζονται στον πυρετό της αρρώστειας τους και όλες μαζί, περίπου 20, κούρνιασαν πλάι στο πτώμα του σχεδόν ιδιοκτήτη τους και έβγαλαν ένα λυπητερό αποχαιρετιστήριο νιαούρισμα πριν εξαφανιστούν για πάντα απ’ την τρύπα στο παράθυρο που είχαν χρησιμοποιήσει και την πρώτη φορά που ήρθαν στο σπίτι του Τζίμη. Κι όταν η αστυνομία βρήκε το πτώμα τρυπημένο από σφαίρα και κάτι υπολείματα πρέζας στα δωμάτια είπε στους δημοσιογράφους της μικροαστικής περιοχής που έμενε ο Τζίμης να γράψουν ότι πιθανότατα ήταν ξεκαθάρισμα λογαριασμών αλλά δεν είχαν να φοβούνται τίποτα., η αστυνομία θα προστάτευε την περιοχή απ’ τις μαφίες. 

Δευτέρα 28 Μαρτίου 2016

Το Δικαστήριο

Πειραματικός αυτοσχεδιασμός μετά υπερσυνδέσμων σε δυστοπικό φόντο


Σκοτάδι. Σκοτάδι σχεδόν απόλυτο.
Στο μαύρο φόντο ίσα ίσα μπορεί κάποιος να διακρίνει το μικροσκοπικό τραπεζάκι που δεν έχει τίποτα πάνω παρα μόνο μια λάμπα, και πίσω μια αδειανή, ατσάλινη καρέκλα.
Ξαφνικά,
Φως!

                                                                    * * * * *

  Η λευκή οθόνη τραβούσε τον καπνό απ’ το τσιγάρο όπως ο ήλιος τραβάει τη γη κοντά του. Το κουτάκι της πέμπτης γι’ απόψε μπύρας είχε σχεδόν αδειάσει. Είχε περάσει σχεδόν μια βδομάδα που δεν είχε καταφέρει να ολοκληρώσει ούτε μια πρόταση, μα μονάχα κάτι σκόρπιες λέξεις και φράσεις του έρχονταν στο κεφάλι. Ο Αναστάσης δήλωνε συγγραφέας, μα, πέρα από κάτι προχειροδουλείες που ανέβαζε στο διαδίκτυο, δεν είχε δημοσιεύσει ποτέ του τίποτα.
  Πλέον δεν είχε και ιδιαίτερη βέβαια σημασία. Ήξερε πως το τραίνο αυτό είχε χαθεί, πως δε θα κατάφερνε ποτέ να αφήσει κάτι πίσω του ως συγγραφέας, κι απλά περίμενε να πέσει κάτι απ’ τον ουρανό στο κεφάλι του που θα του δειχνε ένα νέο δρόμο - κάτι σαν το μήλο που έπεσε στο Νεύτωνα. Μια επιφοίτηση. Το φως.

                                                                    * * * * *

Οι πόρτες ανοίγουν. Ο ήρωας προχωράει στο δωμάτιο, κάθεται στην καρέκλα, η λάμπα τυφλώνει τα μάτια του. Συνηθίζει στο φως και διακρίνει τρεις φιγούρες με μαύρους μανδύες. Δε μπορεί να ξεχωρίσει τα πρόσωπά τους, ούτε καν μπορεί να καταλάβει αν είναι άντρες ή γυναίκες. Είναι οι Δικαστές.

                                                                    * * * * *

  Έρχονται πάντα αργά το βράδι, πάντα μετά τα μεσάνυχτα. Αν είσαι ξύπνιος, πρώτα βλέπεις το κόκκινο φως που αναβοσβήνει απ’ το παράθυρο κι ακούς τις σειρήνες. Μετά τα βαριά βήματά τους στο διάδρομο, κι έπειτα την πόρτα σου που ανοίγει, ή - αν είναι κλειδωμένη - που σπάνε. Τέλος σε αρπάζουνε, σου δένουνε τα μάτια και σε τραβάνε μέσα στο όχημα.
  Πολλούς είχανε πάρει έτσι. Ανθρώπους που ποτέ τους δεν είχανε κάνει τίποτα, που ακόμα και στο τραίνο δεν είχαν μπει ποτέ χωρίς να χτυπήσουν εισιτήριο. Μια μέρα απλά εξαφανίζονταν και κανείς δεν τους ξανάβλεπε ποτέ.
  Κι όταν γινόταν αυτό όλοι ξέρανε πως τους είχανε πάρει. Όλοι ξέρανε πως είχανε δει το κόκκινο φως, είχαν ακούσει τις σειρήνες, τα βήματά τους, την πόρτα που ανοίξανε.
  Έτσι ακριβώς πήρανε και τον Αναστάση λίγες μέρες αργότερα. Δεν κλείδωνε ποτέ του την πόρτα του.

                                                                    * * * * *

«Που βρίσκομαι;»
«Στο Δικαστήριο.»
«Στο δικαστήριο; Μα γιατί;»
«Για να δικαστείτε, φυσικά.»
«Να δικαστώ; Από που κι ως που;»
«Εκκρεμεί μια κατηγορία εις βάρος σας.»
«Κατηγορία; Δεν γνωρίζω τίποτα. Εσείς είστε οι δικαστές;»
«Ακριβώς.»
«Και γιατί είμαι εδώ; Τι θέλετε από μένα;»
«Απλά θα κρίνουμε αν είστε ένοχος ή αθώος για το έγκλημα για το οποίο κατηγορείστε.»
«Ναι, αυτό προσπαθώ να μάθω. Για ποιό έγκλημα κατηγορούμαι;»
«Ο κατηγορούμενος δεν έχει το δικαίωμα να μάθει την ώρα της δίκης την κατηγορία. Θα έπρεπε να τη γνωρίζετε.»
«Να τη γνωρίζω; Από που κι ως που; Πώς; Δεν έχω κάνει κάτι παράνομο!»
«Αυτό θα το κρίνουμε εμείς.»
«Εντάξει, έστω, αλλά πρέπει να μου πείτε την κατηγορία!»
«Σας είπαμε πως απαγορεύεται από τον Κανονισμό.»
«Μα είναι παράλογο!..»
«Ησυχία! Γίνεστε επαναλαμβανόμενος. Αν δε γνωρίζετε την κατηγορία, εδώ δεν είναι το μέρος που θα τη μάθετε. Ας προχωρήσουμε λοιπόν.»

* * * * *

  Δε χρειάζεται να ξέρεις. Δε χρειάζεται να μάθεις. Απλά ακολούθα. Μην κάνεις ερωτήσεις. Απλά απάντα. Μην το σκέφτεσαι πολύ το όλο θέμα. Απλά κάντο. Ζούμε στην εποχή που η σκέψη είναι πιο σπάνια απ’ την πράξη.
  Εικόνες. Σκέτες, φτωχές εικόνες. Γκρίζο. Κτίρια στα όρια της κατάρρευσης. Βρώμικοι δρόμοι και γόπες στα πεζοδρόμια. Δέντρα βαμμένα άσπρα με ασβέστη. Άδειο τραίνο εν κινήσει. Αν θέλεις να πηδήξεις στις ράγες απλά πηδάς, και σε λίγα λεπτά έρχονται και σε μαζεύουν. Δεν το σκέφτεσαι πολύ. Γιατί αν καθίσεις και το σκεφτείς θα αφαιρεθείς και θα χάσεις τη στάση σου. Και δε θα πηδήξεις και ποτέ.

                                                                    * * * * *

«Που ήσασταν και τι κάνατε εκείνη τη μέρα;»
«Ποιά μέρα;»
«Τη μέρα του εγκλήματος.»
«Ω, μα για ποιό έγκλημα μου μιλάτε; Σας λέω δεν έχω κάνει απολύτως τίποτα!»
«Ας μην αρχίσουμε πάλι τα ίδια. Που ήσασταν και τι κάνατε την Τετάρτη, 26 Απριλίου;»
«26 Απριλίου; Μα έχει περάσει σχεδόν ένας χρόνος από τότε!»
«Ακριβώς.»
«Ουφ, δεν ξέρω... Δε θυμάμαι.»
«Δε θυμάστε;»
«Όχι, δε θυμάμαι.»
«Καλώς, σημειώνεται...»
«Λογικά ήμουν στο σπίτι μου.»
«Λογικά;»
«Ναι, δε θυμάμαι σίγουρα, αλλά κατα πάσα πιθανότητα ήμουν σπίτι μου. Είπατε πως ήτανε Τετάρτη, συνήθως δε βγαίνω έξω τις Τετάρτες. Συνήθως κάθομαι σπίτι.»
«Και τι κάνατε;»
«Δεν ξέρω... Φαντάζομαι ό,τι κάνω κάθε φορά. Θα χάζεψα στο ίντερνετ, θα είδα καμιά ταινία, κανα βιβλίο, μπορεί να έγραψα και τίποτα. Άντε να πήγα και μέχρι το περίπτερο να πάρω τσιγάρα.»

                                                                    * * * * *

  Ένα βράδι, μια νύχτα απ’ αυτές που το τικ τακ του ρολογίου δε σ’ αφήνει να κλείσεις μάτι και στριφογυρνάς στο κρεβάτι σου κι αναρωτιέσαι αν αξίζει να σηκωθείς να κάνεις άλλο ένα τσιγάρο, ο Αναστάσης είχε δει κάτι, κάτι που αποκαλούσε όραμα. Ποτέ του δεν μπόρεσε να πει με σιγουριά αν ήταν απλά ένα όνειρο ή η γυμνή πραγματικότητα.
  Μετά το φως έρχεται το σκοτάδι, μετά τον ήλιο το φεγγάρι, μετά το θέρος ο χειμώνας, και αντιστρόφως. Μετά τις κραυγές έρχεται η γαλήνη, μετά τον πόλεμο η ειρήνη, μετά την παράνοια η ηρεμία. Και αντιστρόφως. Μετά τον ύπνο έρχεται η κούραση, μετά το φαΐ η πείνα, μετά την εκπλήρωση η επιθυμία. Και αντιστρόφως.

                                                                    * * * * *

«Τα Έγγραφα λένε πως είστε άνεργος.»
«Ναι, αλήθεια είναι.»
«Ζείτε, δηλαδή, από τα χρήματα που σας προσφέρουν οι γονείς σας.»
«Ναι... Μα τι σχέση έχουν όλα αυτά;»
«Δεν είστε εσείς ο υπεύθυνος για να κρίνει τι έχει σχέση και τι όχι.»
«Μα είναι παράλογο! Μου κάνετε ερωτήσεις που δεν έχουνε καμία λογική σειρά! Κι ακόμα δεν έχω μάθει καν την κατηγορία! Δεν είναι δυνατόν να μη μου λέτε για τι κατηγορούμαι!»
«Σας είπαμε ήδη, απαγορεύεται απ’ το Νόμο να σας πούμε την κατηγορία.»
«Ο νόμος, οι κανονισμοί!.. Εγώ δε μιλάω ούτε με το νόμο, ούτε με τον κανονισμό, μιλάω με σας, τους δικαστές, τους ανθρώπους πίσω απ’ τους μανδύες. Από σας ζητάω να μου πείτε!»
«Μέσα από μας μιλάει ο Νόμος και η Δικαιοσύνη. Αυτό δε μπορούμε να το αλλάξουμε και δε μπορούμε να σας κρίνουμε αλλιώς.»
«Μου φαίνεται ότι μ’ έχετε ήδη κρίνει πριν καν μπω μέσα στην αίθουσα.»
«Αρκετά! Φτάνουν τα σχόλια και οι ερωτήσεις. Κάθε φορά που ανοίγετε το στόμα σας δυσχεραίνετε τη θέση σας. Σας παρακαλούμε πολύ, συγκεντρωθείτε στο θέμα μας και απαντήστε μόνο σ’ αυτά που σας ρωτάμε... Έχετε επισκεφτεί ποτέ ψυχολόγο ή ψυχίατρο;»
«Πώς;»
«Έχετε επισκεφτεί ποτέ ψυχολόγο ή ψυχίατρο;»
«Όχι, ποτέ.»
«Σύμφωνα με τον καινούριο νόμο είστε υποχρεωμένος να επισκέπτεστε τουλάχιστον μια φορά το χρόνο κάποιον ψυχολόγο ή ψυχίατρο.»
«Ναι, το γνωρίζω, αλλά ο νόμος αυτός είναι σε ισχύ λιγότερο από ένα χρόνο, που σημαίνει ότι ακόμα μπορώ να πάω. Δεν μπορείτε να με καταδικάσετε γι’ αυτό.»
«Δε σας καταδικάζουμε γι’ αυτό. Αλλά, άσχετα απ’ το νέο νόμο, δεν θεωρήσατε ποτέ ότι χρειάζεται να επισκεφτείτε κάποιον ψυχολόγο;»
«Εε... Όχι, ποτέ.»
«Δεν σας το έχει προτείνει ποτέ κανείς απ’ το οικογενειακό σας ή το φιλικό σας περιβάλλον;»
«Ε, ντάξει... Οι δικοί μου καμιά φορά μου το λένε... Άλλα ξέρετε τώρα πως είναι οι γονείς...»
«Πιστεύετε πως δεν χρειάζεστε τη βοήθεια κάποιου ειδικού;»
«Ακριβώς, δεν τη χρειάζομαι.»
«Δεν υπάρχει δηλαδή κατά τη γνώμη σας πιθανότητα να πάσχετε από κάποιου είδους διαταραχή;»
«Ε, ξέρω γω; Μπορεί και να πάσχω... Δε μπορώ να το απαντήσω αυτό με σιγουριά, απλά μέχρι στιγμής δεν ένιωσα ποτέ ότι χρειάζομαι βοήθεια - γενικά, όχι μόνο σε θέματα ψυχικής υγείας.»
«Μάλιστα. Γενικά θα λέγατε πιστεύετε στην επιστήμη της ψυχολογίας;»
«Αν πιστεύω; Τι εννοείτε;»
«Πιστεύετε ότι είναι λογική και ορθή, κι ότι μπορεί να βοηθήσει ανθρώπους να ξεπεράσουν τα προβλήματά τους;»
«Χμμ, δεν είμαι σίγουρος. Ναι, ντάξει, έχει βοηθήσει σίγουρα αρκετό κόσμο, αλλά κατα πόσο είναι ορθή και λογική δεν ξέρω. Έχω κάποιες αμφιβολίες.»
«Αυτό το πιστεύετε για όλες τις επιστήμες;»
«Ε, όχι, όχι ακριβώς. Γενικά σε όλες τις επιστήμες χωράει αμφισβήτηση και αμφιβολία, απλά σε κάποιες περισσότερο και σε κάποιες λιγότερο. Πχ η φυσική έχει πιο απτά αποτελέσματα, πιο λογικές διαδικασίες και λοιπά. Οι θεωρητικές επιστήμες όπως η ψυχολογία είναι πιο αυθαίρετες.»
«Μάλιστα...»
«Μπορώ να χω λίγο νερό;»
«Λυπόμαστε, απαγορεύεται από τον Κανονισμό.»

                                                                    * * * * *

  Απογευματινή βόλτα στην κρύα θάλασσα. Ακόμα και η άμμος μοιάζει με σπασμένα γυαλιά που σκίζουνε τα πόδια. Όλοι έχουν ακούσει την ιστορία του ναυαγού που ήπιε το αλμυρό νερό του ωκεανού και πέθανε. Είναι προτιμότερο, λένε, να πιείς τα ίδια σου τα κάτουρα.

* * * * *

«Ξέρετε, η έρευνα που έχουμε κάνει δεν είναι υπέρ σας, το αντίθετο. Υπάρχουνε πολλά στοιχεία που αποδεικνύουν την ενοχή σας. Μαρτυρίες, βίντεο, δείγματα DNA, κι ένα σωρό άλλα. Τα Έγγραφα μπορούν να μας οδηγήσουν μόνο σε ένα συμπέρασμα, πως δικαίως βρίσκεστε εδώ και πως είστε ένοχος, και δεν έχετε κάνει τίποτα για να μας πείσετε για το αντίθετο.»
«Έγγραφα, στοιχεία, μαρτυρίες, που είναι όλα αυτά; Εγώ γιατί δεν ξέρω τίποτα; Γιατί ούτε καν που μπορώ να φανταστώ ποιό είναι το έγκλημα μου; Απαιτώ να μου τα δείξετε όλα αυτά τα στοιχεία!»
«Δεν είστε σε θέση να απαιτείτε, κι εξάλλου...»
«Ναι, ξέρω, απαγορεύεται απ’ τον κανονισμό.»
«Ακριβώς.»
«Μα δεν είναι δυνατόν! Έχει γίνει κάποιο λάθος, τα έγγραφα είναι λάθος!»
«Αποκλείεται. Τα έγγραφα δεν ψεύδονται ποτέ.»
«Όχι, δε γίνεται... Δεν είναι λογικό...»
«Και όμως, είναι. Ησυχία τώρα, οι δικαστές θα συνεδριάσουν και θα λάβουνε την τελική απόφαση.»
«Τι; Κιόλας; Μα ούτε καν που με αφήσατε να υπερασπιστώ τον εαυτό μου!»
«Δεν υπάρχει λόγος. Ούτως ή άλλως, δε νομίζουμε ότι μπορείτε να υπερασπιστείτε τον εαυτό σας απ’ τη στιγμή που δεν γνωρίζετε καν για τι κατηγορείστε.»
«Μα...»
«ΗΣΥΧΙΑ!»

                                                                    * * * * *

  Τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα. Δεν έχει σημασία για πόσα είσαι ένοχος. Ένα είναι αρκετό. Κι αν είσαι ένοχος είσαι ένοχος, κι εκεί τελειώνουν όλα.
  Η φωτιά κάποια στιγμή σβήνει, ποτέ δεν καίει για πάντα. Ακόμα κι η φωτιά του ήλιου. Άλλοτε εξασθενεί μόνη της, άλλοτε τη σβήνει το νερό, κι άλλοτε το κρασί.

  Kαὶ ὁ θάνατος καὶ ὁ ᾅδης ἐβλήθησαν εἰς τὴν λίμνην τοῦ πυρὸς. Οὗτος ὁ θάνατος ὁ δεύτερος ἐστιν, ἡ λίμνη τοῦ πυρός. Kαὶ εἴ τις οὐχ εὑρέθη ἐν τῇ βίβλῳ τῆς ζωῆς γεγραμμένος, ἐβλήθη εἰς τὴν λίμνην τοῦ πυρός. 

  Ο Αναστάσης πλέον το ήξερε πως ήταν καταδικασμένος, πως ήταν ένοχος για ένα έγκλημα που δεν έμαθε ποτέ ποιό είναι. Μα το είχε κάνει. Και ήξερε πως πια δεν υπήρχε επιστροφή.

                                                                    * * * * *

Οι Δικαστές γυρίζουνε την πλάτη τους. Συνεδριάζουνε, μα δεν ακούγεται ούτε λέξη. Και μετά στρέφονται πάλι προς την καρέκλα
«Το Δικαστήριο απεφάνθη! Ένοχος!»
Ο ήρωας σηκώνεται όρθιος - έχει αποδεχτεί τη μοίρα του. Οι φρουροί έρχονται, τον πιάνουν απ’ τα μπράτσα, και τον βγάζουν έξω απ’ την αίθουσα.
Τα φώτα σβήνουνε.
Σκοτάδι.

                                                                    * * * * *

  Οι τελευταίες λευκές σελίδες του βιβλίου. Ένας καταμαύρος καμβάς. Μια ελεύθερη πτώση από τον ουρανό. Το άδειο όπλο του πολέμου. Μια λίμνη που κάποτε είχε νερό και μια μέρα ξεράθηκε. Μια κιθάρα με σπασμένες χορδές. Ένα ακέφαλο άγαλμα. Ο επιθανάτιος ρόγχος. Οι επαναστάσεις που πνίγονται στο αίμα. Μια κόκκινη στάμπα. Ένα παιδί που πέθανε απ’ το κρύο.
Ο εσταυρωμένος Ιησούς.
Την τρίτη ώρα τον εσταύρωσαν. Την ένατη είπε το εξής:
Πάτερ, εἰς χεῖρας σου παρατίθεμαι τό πνεῦμα μου.

Τρίτη 1 Μαρτίου 2016

ΛΑ ΒΙΤΑ Ε ΜΠΕΛΑ

Η ζωή είναι σαν την πλοήγηση στο διαδίκτυο
Οφείλεις να σκεφτείς καλά
ποιες καρτέλες αξίζουν να αφήσεις ανοικτές
και ποιες κλείνεις ασυναίσθητα
Η ζωή είναι ένα scroll down στα social media
Κοιτάς απαθής να περνά μπροστά σου
ο πόνος ή η χαρά του άλλου
και συνεχίζεις παρακάτω αδιάφορα
Παίρνει τη μορφή γκόμενας
που ποτέ της δεν σου έδωσε λίγο κώλο
Είναι ένα ξεχασμένο σώβρακο σε μπουρδέλο
και φαρδύ παντελόνι χωρίς εσώρουχο ή ζώνη
Είναι οι ζωές που δεν ξέρεις των άλλων
κάποιων μεγάλων σεβαστών δασκάλων
περαστικών φίλων και γνωστών
ζωντανών ή νεκρών , φρικτών μορφών
Η ζωή είναι ένας χάρτης
Πάνω του καρφιτσώνεις σημάδια
Όταν περνάς από τα μέρη αυτά
λες ένα ''Τι ωραία!Είχα ξεράσει κάποτε εδώ''
Η ζωή λειτουργεί με επαναφορτιζόμενες μπαταρίες
που εφάπτονται μόνο σε χάπια ευτυχίας η έρωτα
Όταν το λαμπάκι δείξει κόκκινο
φρόντισε να έχεις γεμάτο στομάχι και λεφτά για ένα μπουκάλι νερό
ή έστω μια ολοκληρωμένη ζωή για να γυρίσεις την πλάτη στον έρωτα
Μια γλάστρα με αναμνήσεις που την ποτίζω στο περβάζι της τρέλας
και ο αγέρας την ρίχνει στην κεφάλα σου
σαν τη θεια σου απ ' το Σικάγο
Την ζωή μελετάνε οι μπεκρήδες που αποφεύγεις
που ολοένα μοιάζω και τρομάζω
μου λεν αλλάζω μα 'γω τους κράζω
Η ζωή δεν είναι το καντήλι μας που σβήνει
Είναι τα καντήλια που θα μας κατεβάσει τόσο που τη γλωσσοτρώμε
αντί να τρώμε ένα ένα τους καρπούς που μας πρόσφερε
κι όμως δεν το ξερε
ότι εγώ διαθέτω ένα συρρικνωμένο στομάχι
και ένα οισοφάγο που τίποτα δεν κατεβάζει πλέον
Για να τελειώνουμε!
Έβαλα σκοπό να πάρω όσα κιλά υπολείπονται
Δεν ξέρω αν καταλαβαίνεις τι εννοώ...
Εικαστικά www.psithu.gr

Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2016

Κάντο όπως στις ταινίες




Ξεκίνα ένα πρωί
πάρε το λάπτοπ σου
μια γάτα με φουντωτή τρίχα αγκαλιά
και βάλε ρούμι στον καφέ.
Μέθυσε
μα κράτα το συκώτι σου καθαρό
φάε το ξύλο που σου αναλογεί
κι αν δεις ότι δεν ψήνεται κανείς να στο δώσει
κοπάνα το κεφάλι σου στον τοίχο
πόνταρε τα λεφτά σου στο κόκκινο
κέρδισε
σπρώξτα ξανά όλα στο ίδιο
πάρτα πάλι και φύγε
αγόρασε αμάξι
με τηλεόραση που θα δείχνει μόνο γουέστερν
και ταινίες επιστημονικής αφασίας.
Μείνε μακριά απ’ τη χημεία αν μπορείς
αλλά κυρίως
μείνε μακριά απ’ τη φυσική.
Γέρνα, παντρέψου
γέμισε τις φλέβες σου με σκατά, το σπίτι με φίλους,
κάνε παιδιά
έχε κουμπάρο νεοδημοκράτη, ποιητή για νονό
και αν δεν πεθάνεις στην μέση
σκοτωθείς στην αρχή
με ξεχάσεις στο τέλος
ή δε με μάθεις ποτέ
αγάπησε με τόσο που να μπορέσω να πω
ότι έχω ξεράσει μια φορά  στη ζωή κι από ευτυχία
κι ότι έχω νιώσει τα μάτια μου να πηγαίνουν πάνω κάτω
για τον ίδιο ακριβώς λόγο
Τακ-Τακ
να έτσι
σα μπαλάκια του πινκ-πονκ .


Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2016

Ένα απλό ρεμάλι


Στις γωνίες στα πεζοδρόμια
Στέκονται τύποι με μαύρες καμπαρντίνες
Και κρατάν μεζούρες,
Και σα λίτες μας σταματάνε,
Μας λένε να προχωρήσουμε πιο κει,
Και μετράνε το ποιόν μας.
Εσύ, μου λέει ο ψηλός,
Παράξενος μου φαίνεσαι,
Τι έχεις κάνει στη ζωή σου;
Φίλε,
Δεν έχω κάνει τίποτα,
Τίποτα απολύτως.
Γυρνάω στην πόλη σαν αδέσποτο,
Κόβω βόλτες σαν τη μύγα,
Στριφογυρνάω πάνω απ’ τους καφέδες σας,
Κοιτάω στραβά τους στραβωμένους,
Ψείριζω τα φοιτητικά τα πάσα σας,
Σπάω σπίντες και ασπιρίνες,
Τις βαφτίζω κοκαϊνες,
Τις ρουφώ με βουλωμένα ρουθούνια,
Γυρνάω στο σπίτι μου
Και βάζω να δω ντοκυμαντέρ για τη μητέρα φύση.
Κόβω στη μέση τα φιλτράκια μου
Για να στουμπώνω πιο πολύ καπνό μες στο τσιγάρο,
Και καπνίζω, καπνίζω, καπνίζω,
Σταχτίζω σε πλαστικό ποτήρι φρέντο,
Και πάω κάθε μισάωρο στο ψυγείο μου
Μπας κι έχει φυτρώσει καμιά μπύρα.
Βγαίνω στους δρόμους πάλι,
Χαζεύω τους περίεργους,
Κινηματίες, αισθηματίες
Και κοινοί εγκληματίες,
Που με ρωτάνε με τον μπόσο,
Κι εγώ ο μαλάκας κάθομαι κι εξηγώ,
Πως δεν πουλάω τίποτα,
Απλά κάθομαι μονάχος μου
Και μετράω τα λεπτά που φεύγουν,
Τις ώρες, τις στιγμές,
Κι ίσως κάποτε να δήλωνα αποτυχημένος ποιητής,
Τυπάκι ανήσυχο που ψάχνεται ακόμα,
Που στα βιβλία της φιλοσοφικής ψάχνει να βρει μιάν άκρη,
Που δεν γνωριζεί τα περι ζωής μα που τ’ αναζητάει,
Όμως πλέον βαρέθηκα,
Και πλέον δηλώνω απλό ρεμάλι.