Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2015

Η Πολιτεία των Αρουραίων - Μέρος Β'



Την επόμενη κιόλας μέρα είχε εξαφανιστεί από προσώπου γης. Το βράδι πέρασα απ’ το υπόγειο του  μα δεν ήταν εκεί. Ούτε το επόμενο βράδι ήταν εκεί, ούτε το μεθεπόμενο, ούτε κανένα. Είχε φύγει  έτσι απλά, χωρίς καν να πει ένα γειά, ένα αντίο, μα καταβάθος το ήξερα πως αργά ή γρήγορα θα τον  ξανάβλεπα, θα γυρνούσε. Εξάλλου το αμάξι του Μανώλη ήταν ακόμα στην αποθήκη. 

Επιστρέψαμε στην καθημερινή μας μιζέρια. Αρχίσαμε να μαζευόμαστε πάλι η παλιοπαρέα και να  μαστουρώνουμε με φτηνό αλβανικό πρεζόφουντο, να καθόμαστε αμίλητοι μιας και δεν υπήρχε  τίποτα καινούριο να πούμε, ούτε καν κάτι παλιό. Ο Μανώλης κάποια στιγμή με ρώτησε τι γίνεται με  το αυτοκίνητο, μα του είπα απλά πως δεν είχα ίδεα, και πως αν τελικά ο τύπος ενδιαφερότανε να το  αγοράσει θα τον ενημέρωνα. Οι μέρες κυλούσανε αργά και τα βράδια αργότερα. 

Κι ένα πρωί, θα χανε περάσει τρεις μήνες, ο Στέφανος μου χτύπησε την ξεχαρβαλωμένη πόρτα,  μπήκε μέσα με το ίδιο σοβαρό ύφος που χε πάντα. 
“Ωραίος είσαι ρε μαλάκα,” του είπα. “Εξαφανίζεσαι χωρίς να πεις κουβέντα και μετά από τόσο  καιρό έρχεσαι σπίτι μου χωρίς ούτε ένα μπουκάλι κρασί!”
“Κρασί πρωινιάτικα; Εγώ για καφέ ήρθα.”
“Α, έχεις κι απαιτήσεις δηλαδή;” Χαμογελάσαμε κι οι δυο. “Έλα, κάτσε και θα ψήσω δυο  ελληνικούς.” Άναψα μια φτωχή φωτιά μέσα σ’ ένα μικρό τσουκάλι κι ακούμπησα προσεχτικά πάνω  στην αυτοσχέδια σχάρα το μπρίκι με τον ελληνικό μέχρι να βράσει. 
“Λοιπόν;” ρώτησα τον Στέφανο καθώς τον σέρβιρα.
“Λοιπόν τι;”
“Έλειψες κοντά τρεις μήνες. Τι έκανες όλον αυτό τον καιρό;”
“Οργανώθηκα.”
“Δηλαδή;”
“Δηλαδή πρώτα πήγα στα Εξάρχεια, προσπάθησα να συνδεθώ με τους τρεις που θα έρχονταν μαζί  μου. Τους δυο δεν τους βρήκα ποτέ. Ο τρίτος έμαθα πως είχε πεθάνει μερικές βδομάδες πριν από  κάποια αρρώστια... Τέλοσπαντων, τουλάχιστον κατάφερα και βρήκα όπλα - τα χω αφήσει στο  υπόγειο.”
“Τα κατάφερες, ε; Πώς;”
“Πιο εύκολα απ’ ότι περίμενα. Γνώρισα την αδερφή ενός τύπου που είχε μερικά σε μια αποθήκη...”
“Αυτός που μου λεγες;”
“Όχι, άλλος, ένας μηδενιστής απ’ τη Μαύρη Φραξιά του Χάους. Πολλοί έχουν όπλα στα Εξάρχεια,  στο χα πει... Και τέλοσπαντων, μ’ αυτήν τα πηγαίναμε πολύ καλά, πηδιόμασταν κιόλας, ε δεν ήταν  δύσκολο να την πείσω να με βοηθήσει να πάρω τα κλειδιά της αποθήκης. Ε και μπήκα μέσα και  πήρα τα απαραίτητα - δυο καλάσνικοφ, τρια πιστόλια και τρεις χειροβομβίδες. Και μπόλικες  σφαίρες.”
“Ε, μια χαρά είσαι.”
“Ναι... Ναι, και μετά πήγα ως το Χολαργό σχεδόν, έκοψα κίνηση σε όλα τα στενά γύρω απ’ τη  Μεσογείων. Βρήκα δυο -τρια που προσφέρονται  - τα μπλόκα είναι μικρά κι οι μπάτσοι λίγοι. Θα είναι εύκολο να περάσω.”
“Αχα.”
“Ναι, αυτά... Απόψε θα γίνει, Αλέκο. Απόψε θα κάνω τη μεγάλη έξοδο.”
“Απόψε κιόλας;”
“Ναι, απόψε κιόλας. Έχω ό,τι χρειάζομαι, δεν υπάρχει λόγος να περιμένω άλλο.”
“Μα πώς; Δεν έχεις το βασικότερο - συντρόφους να σ’ ακολουθήσουν.”
“Δε χρειάζομαι συντρόφους. Είχες δίκιο. Δικό μου είναι το πρόβλημα και μόνος θα το λύσω. Δε  χρειάζομαι κανέναν. Απόψε θα γίνει.”
“Αχα, μάλιστα...”
“Θέλω να μου δώσεις τα κλειδιά του αμαξιού.”
“Ναι, εδώ τα έχω. Θα στα δώσω.”
Ήπιαμε τον υπόλοιπο καφέ χωρίς να πούμε λέξη. Μετά σηκωθήκαμε, του έδωσα τα κλειδιά κι έφυγε.
“Πέρνα άμα θες το βραδάκι απ’ το σπίτι,” μου είπε καθώς έβγαινε απ’ την πόρτα. “Έλα κατά τις 10.  Φέρε και κανα κρασί.”

Κι έτσι το βράδι, αφού πήρα ένα άσπρο κρασί απ’ τον Άγιο Παντελεήμονα, πήγα, ξανά μετά από  τόσο καιρό, στο υπόγειο του Στέφανου. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο, ένιωσα πάλι εκείνη τη  μυρωδιά του πτώματος που χα νιώσει όταν είχα πρωτοέρθει. Ο Στέφανος στεκότανε σε μια γωνία  και γέμιζε προσεχτικά ένα μπουκάλι μπύρας με βενζίνη. Στο πάτωμα, δίπλα στα πόδια του, θα ταν  καμιά δεκαριά τέτοια μπουκάλια, μ’ ένα στουπί να εξέχει πάνω απ’ το στόμιο.
“Δε σου φτάνουν οι χειροβομβίδες, φτιάχνεις και μολότοφ;” τον ρώτησα.
“Ναι, θα μου χρειαστούν. Πρέπει να μαι έτοιμος για όλα.”
“Μα τι σήμασια έχει; Ούτως ή άλλως θα σκοτωθείς.”
“Ναι, αλλά πρέπει να φύγω μ’ έναν πάταγο, όχι έτσι απλά...”
“Ναι, ναι, ξέρω. Έλα, έχεις αρκετά μπουκάλια, κάτσε να πιούμε το κρασί.”
“Μισό λεπτό, τελειώνω. Δε θέλω πολύ, ένα ποτήρι μόνο, πρέπει να μαι νηφάλιος.”
“Καλά, κάτσε και πιες όσο θες.”
Κάθισε κι έβγαλε να στρίψει ένα τσιγάρο. Του έδωσα τον καπνό μου και τον σέρβιρα ένα ποτηράκι. 
“Είσαι έτοιμος λοιπόν;” ρώτησα.
“Ναι,” απάντησε κοφτά.
“Τι ώρα θα ξεκινήσεις;”
“Κατά τα μεσάνυχτά.”
Ήπια το κρασί μου βιαστικά και ξαναγέμισα το ποτήρι μου. Κατέβασα μια γερή γουλιά. 
“Στέφανε, άκου,” του είπα, “θα έρθω μαζί σου.”
“Τι;”
“Λέω, θα έρθω μαζί σου;”
“Εσύ; Τι να σε κάνω;”
“Τι εννοείς; Θα σε βοηθήσω.”
“Είσαι πολύ γέρος, Αλέκο. Δε σε χρειάζομαι.”
“Ε δεν είμαι και τόσο γέρος, ούτε 45 χρονών δεν είμαι.”
“Όπως και να χει, δε σε χρειάζομαι, είσαι περιττός.”
“Πφφ, χέσε με! Δεν το κάνω για σένα. Στ’ αρχίδια μου αν με χρειάζεσαι ή όχι. Θέλω απλά να ρθω  μαζί σου, να σκοτώσω μερικούς μπάτσους. Θέλω κι εγώ να πεθάνω για κάτι, βαρέθηκα να ζω για το  τίποτα. Χρειάζομαι λίγη αδρεναλίνη.”
“Είσαι, δηλαδή, έτοιμος να πεθάνεις;”
“Πιο έτοιμος από ποτέ.”
Το σκέφτηκε λίγο, μα δεν είχα αμφιβολία πως θα λεγε το ναι.
“Εντάξει. Ξέρεις να χειρίζεσαι όπλο;”
“Ναι, ξέρω. Έχω χρόνια να ρίξω βέβαια, αλλά δε θα χω πρόβλημα. Είναι σαν το ποδήλατο, δεν  ξεχνάς ποτέ πως να κρατάς το όπλο.”
“Ωραία. Θα είσαι ο συνοδηγός μου λοιπόν. Πρώτα βγάλε και πέτα αυτό το κουρέλι που φοράς.”
“Το παλτό μου; Μα γιατί;”
“Φαίνεται πολύ βαρύ και βρώμικο. Πρέπει να είμαστε ανα πάσα στιγμή έτοιμοι για τρέξιμο. Άσε που  θα βρωμήσει το αμάξι...”
“Ναι, αλλά κάνει κρύο απόψε.”
“Και τι, φοβάσαι μην αρρωστήσεις;”
“Ουφ, καλά, τέλοσπαντων, να, το βγάζω.”
“Ωραία. Θα φτιάξω μερικές μολότοφ ακόμα. Εσύ κάτσε, κάνε ό,τι θες, έχουμε αρκετή ώρα. Απλά μη  μεθύσεις.”
“Έγινε, θα πιω μόνο ένα ποτηράκι ακόμα.”
Δυο ώρες αργότερα όλα ήταν έτοιμα. Ο Στέφανος είχε φτιάξει κοντά είκοσι μολότοφ, κι εγώ τελικά  είχα σχεδόν τελειώσει το κρασί, μα με το ζόρι είχα κάνει λίγο κεφάλι - ήμουν πολύ τσιτωμένος για  να μεθύσω. 
“Ρε μαλάκα, το πιες όλο;” μου φώναξε. “Τι θα πίνουμε τώρα στο αμάξι;”
“Έχω άλλο ένα σπίτι μου,” τον καθησύχασα.
“Α, εντάξει. Πήγαινε φέρτο και ξεκινάμε.”
Πήγα ως το υπόγειο μου να το φέρω. Δεν κρύβω πως είχε αρχίσει να με τρομάζει πολύ το όλο θέμα,  ο θάνατος που ερχόταν με μαθηματική ακρίβεια να με πάρει, αλλά όσο σκεφτόμουνα το ήρεμο κι  αποφασισμένο βλέμμα του Στέφανου καταλάβαινα πως ούτε μπορούσα, ούτε ήθελα να κάνω πίσω.  Γύρισα βαστώντας το μπουκάλι το κρασί, και πήγαμε μαζί στην αποθήκη να βγάλουμε το αμάξι.  Πετάξαμε τα όπλα πίσω και τα καλύψαμε με μια βρώμικη κουβέρτα. Κρατήσαμε πάνω μας από ένα  πιστόλι ο καθένας, κι επίσης πέντε μολότοφ κάτω στα πόδια του συνοδηγού - εμένα δηλαδή - και τις τρεις χειροβομβίδες μέσα στο ντουλαπάκι με τα χαρτιά. Βάλαμε μπρος και ξεκινήσαμε.
“Να είσαι έτοιμος να πυροβολήσεις αν χρειαστεί,” με προειδοποίησε ο Στέφανος, “γιατί με το που  βγούμε σε πιο κεντρικά σημεία θα μας την πέσουνε.”
“Να πυροβολήσω; Τον απλό κόσμο;”
“Όχι, ρίξε στον αέρα, απλά να τους τρομάξουμε.”
Βγήκαμε στη Λιοσίων αρχικά, και μετά περάσαμε από κάτι στενά για να βγούμε στην Αλεξάνδρας.  Εκεί ήταν που αρχίσανε τα νταβαντούρια. Πρώτα στο Πεδίο του Άρεως, μας την έπεσε μια παρέα  πιτσιρικάδων, μα σπάσανε γρήγορα όταν ο Στέφανος έβγαλε το όπλο του κι άνοιξε το παράθυρο.  Μετά στους Αμπελόκηπους, λίγο μετά το παλιό γήπεδο του Παναθηναϊκού, μας την έπεσε ένα  τεράστιο τσούρμο - θα ταν τουλάχιστον πενήντα άτομα, και μερικοί κρατούσαν και παλούκια. Αυτοί  δεν πτοήθηκαν απ’ τη θέα των όπλων μας, μα μόλις ένας απ’ αυτούς έριξε μια παλουκιά στο πορτ  παγκαζ, ο Στέφανος πυροβόλησε δυο φορές στον αέρα κι έτσι σπάσανε κι αυτοί.
“Ε τους πούστηδες,” είπε, “χειρότεροι κι από ζώα είναι. Θα περίμενε κανείς πως η πρέζα κι η  αλβανόφουντα θα τους είχε ηρεμίσει λίγο, αλλά μπα...”
Μέχρι να βγούμε στη Μεσογείων είχαμε διάφορα τέτοια περιστατικά, μα πάντα ήταν πιο λίγοι απ’  ότι εκεί, στους Αμπελόκηπους, και δεν είχαμε πρόβλημα να τους ξεφύγουμε. Όταν φτάσαμε πια στη  Μεσογείων και κινηθήκαμε προς τα βόρεια, τα πράγματα ηρέμισαν. Μόνο ένας τρελάκιας, τζάνκιας  λογικά, σχεδόν πήδηξε πάνω στο αμάξι, μα μ’ έναν επιδέξιο ελιγμό τον αποφύγαμε. Μπήκαμε σε  κάτι στενά και συνεχίσαμε την πορεία μας. Κάναμε όμως πολύ ώρα, και για λίγο πίστεψα πως ο  Στέφανος είχε ξεχάσει το δρόμο που ήθελε να πάρουμε. Μα τον θυμότανε. Άρπαξε το κρασί απ’ το  πίσω κάθισμα, ήπιε μια γερή γουλιά και μου το γύρισε.
“Αλέκο,” μου είπε, “δεν σου είπα όλη την αλήθεια.”
“Τι εννοείς;”
“Όταν μ’ είχες ρωτήσει γιατί έφυγα απ’ το σπίτι μου, απ’ το Φάληρο. Σου χα πει πως ο μόνος λόγος  ήταν πως έψαχνα ένα νόημα στη ζωή μου, και πως το χα βρει σ’ αυτό που κάνουμε τώρα, σ’ αυτή τη μεγάλη έξοδο. Δεν είναι όμως όλη η αλήθεια. Η αλήθεια είναι πως όταν ζούσα στο Φάληρο ήμουνα με μια κοπέλα...”
“Ωχ, γκομενικό είναι το θέμα ε; Κατάλαβα...”
“Ναι, περίπου. Τέλοσπαντων, ήμουνα χρόνια μαζί της, τρια για την ακρίβεια, και τέλοσπαντων, μην  τα πολυλογώ, μια μέρα την έχασα.”
“Την έχασες;”
“Εξαφανίστηκε, σαν να άνοιξε η γη και την κατάπιε. Πήγα απ’ το σπίτι της δυο μέρες αργότερα και  το βρήκα σφραγισμένο - κανείς μέσα. Ρώτησα τους γείτονες, οι περισσότεροι δεν είχαν ιδέα, μερικοί  δεν είχαν καν προσέξει ότι είχαν φύγει. Μα ένας γεράκος που τον έβλεπα καιρό εκεί - καθότανε  πάντα σ’ ένα παγκάκι σε κεινη τη γειτονιά και διάβαζε κάποιο βιβλίο - ήξερε ακριβώς τι είχε γίνει.  Η οικογένεια της είχε τεράστια χρέη, χρωστούσανε κυριολεκτικά παντού. Ο πατέρας της ήταν  βέβαια συνταξιούχος ναυτικός, μα απ’ ότι μου πε ο γέρος τα χε χάσει όλα, τζόγος, πουτάνες, τα  κλασσικά. Ε και κάποια στιγμή απλά δεν γινότανε αλλιώς, το σπίτι τους το πήρε η τράπεζα και  μετακόμισαν κάπου στο κέντρο - που ακριβώς δεν ήξερε.”
“Κι έτσι ήρθες κι εσύ για να την ψάξεις.”
“Ναι. Ήταν λίγο αφού είχα τελειώσει το σχολείο. Τα παράτησα όλα και ήρθα εδώ να την ψάξω.”
“Και φαντάζομαι δεν την βρήκες ποτέ.”
“Κι όμως, τη βρήκα.”
“Τη βρήκες!;”
“Ναι. Δηλαδή, όχι αυτήν, αλλά τους δικούς της, κάπου στο Κουκάκι.”
“Και;”
“Και μου είπαν πως η Άννα είχε πεθάνει πριν ένα μήνα...  Από πρέζα - έτσι μου ‘πανε...”
Πρώτη φορά τον είδα να σφίγγεται τόσο για να μην δείξει τη θλίψη του. Τα μάτια του είχαν σχεδόν  βουρκώσει, μα ούτε μισό δάκρυ δεν έλεγε να βγει. Τον χτύπησα στην πλάτη φιλικά, χωρίς να πω  κάτι, δεν είχα εξάλλου τίποτα να πω. Μετά ρούφηξε τη μύτη του και είπε:
“Τέλοσπαντων, έτσι κι αλλιώς πια δεν έχει σημασία. Έτσι κι αλλιώς, απόψε όλα θα τελειώσουν.”
“Ναι, αυτό είναι αλήθεια,” τον διαβεβαίωσα. “Απόψε όλα θα τελειώσουν.”
“Κι αφού εγώ σου είπα την ιστορία μου, νομίζω ήρθε η σειρά σου.”
“Τι, να πω την ιστορία μου;”
“Αχά.”
“Πφφφ, τι να σου πω, δεν έχω και πολλά να πω. Τα περισσότερα τα χω ξεχάσει.”
“Ω μη μου λες τώρα μαλακίες, εγώ κάθησα και σου τα είπα όλα κι εσύ μου λες ότι δεν έχεις και  πολλά να πεις;”
“Μα είναι αλήθεια. Τόσα χρόνια μέσα σ’ αυτήν τη σαπίλα της Αθήνας είχα πια ξεχάσει το ποιός  είμαι, το ποιός ήμουν... Τουλάχιστον κατάφερα να απαντήσω στο που πάω...”
“Που πας;”
“Όπως όλοι μας, έτσι κι εγώ πάω με πάσα βεβαιότητα και μαθηματική ακρίβεια στον τάφο. Ή όπου  αλλού ρίξουνε τα πτωματά μας τέλοσπαντων.”
“Έτσι ε;”
“Έτσι. Πραγματικά, θα σου έλεγα την προσωπική μου ιστορία, αλλά πια δεν έχω προσωπική ιστορία. Δε μπορώ να θυμηθώ καν αν γεννήθηκα σ’ αυτήν την πόλη ή κάπου αλλού, σε κάποιο προάστειο.  Δε μπορώ να θυμήθω αν ποτέ ήταν καλύτερη ή χειρότερη η κατάσταση στην Αθήνα. Δε μπορώ να  θυμηθώ τίποτα από τα παιδικά μου χρόνια. Αυτή η πόλη κατάπιε όλες μου τις αναμνήσεις σα  ρουφήχτρα. Ίσως βέβαια να φταίει και η πρέζα...”
“Αχά, να λοιπόν μια ανάμνηση. Άρα κάποτε ήσουν τζάνκιας.”
“Τζάνκιας δε λες τίποτα. Για τρια χρόνια όλη μέρα, κάθε μέρα, δεν έκανα τίποτα άλλο. Μου φαίνεται  σα θαύμα που κατάφερα να επιβιώσω.”
“Πώς την έκοψες;”
“Ουφ, δύσκολα. Δύσκολα κι επώδυνα. Έφυγα απ’ το σπίτι που έμενα τότε, στα Εξάρχεια, και πήγα  σ’ ένα υπόγειο κάπου κοντά στο Γκάζι. Κλειδώθηκα μέσα - είχα βρει το κλειδί σ’ ένα συρτάρι - και  μετά το πέταξα στο δρόμο από ένα παραθυράκι. Είχα εντωμεταξύ πει και σ’ ένα φίλο να ρχεται κάθε  δυο μέρες και να μου πετάει απ’ το ίδιο παραθυράκι λίγο φαγητό και νερό. Το χα πάρει απόφαση  πως ή θα πέθαινα εκεί μέσα ή θα έκοβα την πρέζα εντελώς - και μετά θα τον έβρισκα τον τρόπο να    βγω. Οι πρώτες βδομάδες ήταν πραγματική κόλαση. Πυρετός, πονοκέφαλοι, ναυτία, πόνοι σ’ όλο  μου το σώμα, παραισθήσεις, φρίκη. Τη νύχτα δεν έκλεινα μάτι. Έξυνα τα νύχια μου στο πάτωμα και  βάραγα το κεφάλι μου στον τοίχο για να μη νιώθω τους πόνους της στέρησης. Τις πρώτες 5-10 μέρες ούτε καν που έτρωγα. Προσπαθούσα κάθε μια ώρα να σπάσω την πόρτα μα ήμουνα πολύ  αδύναμος για να τα καταφέρω. Μετά ξάπλωνα στο στρώμα μου και έκλαιγα και χτυπιόμουν. Έζησα  τη φρίκη σε όλο της το μεγαλείο... Όποτε ερχότανε ο φίλος μου να μ’ αφήσει το φαγητό στο  παραθυράκι εγώ πήγαινα από κάτω και τον έβριζα, του φώναζα ό,τι πιο χυδαίο και άρρωστο  μπορούσα να σκεφτώ, και μετά από λίγο ξέσπαγα σε λυγμούς και του ζητούσα να με συγχωρέσει,  και τον παρακαλούσα να με βοηθήσει να βγω από κει μέσα. Ευτυχώς εκείνος με αγνοούσε. Λίγο  καιρό αργότερα είχα τουλάχιστον αρχίσει να τρώω, όχι πολύ, ίσα ίσα για να μην πεθάνω από την  πείνα. Μα οι πόνοι δεν έφευγαν. Τέλοσπαντων, έξι - εφτά μήνες αργότερα ήμουνα πολύ καλύτερα.  Έτρωγα κανονικά,και τα βράδια κοιμόμουνα κάμποσες ώρες. Ακόμα με χτυπούσε ανά καιρούς η  φρίκη, αλλά πολύ πιο ήπια. Και τελικά, αφού πέρασα σχεδόν ένα χρόνο σαν το αρούρι μες σε κείνο  το υπόγειο, μια μέρα αποφάσισα πως τα χα καταφέρει. Πήρα φόρα και κλώτσησα την πόρτα με όλη  μου τη δύναμη. Δυο κλωτσιές ακόμα κι είχε ανοίξει. Βγήκα έξω, σχεδόν τυφλώθηκα απ’ τον ήλιο  που χα να δω μήνες. Βρήκα το φίλο μου που μου φερνε το φαγητό, και παρέα αποφασίσαμε να  εγκατασταθούμε κάπου ήσυχα, σίγουρα κάπου μακριά απ’ τα Εξάρχεια. Κι έτσι μετακομίσαμε στη  γειτονιά μας, στις Τρεις Γέφυρες. Εκεί γνώρισα και τον Νίκο και το Μανώλη και όλη την παρέα. Κι  εσένα φυσικά... Και ναι, αυτό... Αυτή είναι η ιστορία μου... Αλλά τέλοσπαντων, όπως είπες κι εσύ,  πια δεν έχει σημασία. Έτσι κι αλλιώς, απόψε όλα θα τελειώσουν.”
Ο Στέφανος έγνεψε καταφατικά, και μετά γύρισε προς το μέρος μου.
“Έτοιμος;”
“Έτοιμος.”
“Πάμε.”
Μπήκε δεξιά σ’ ένα στενό, και συνέχισε για κάμποσα μέτρα ευθεία. Στην άκρη του δρόμου  φαίνονταν τα μπλε και κόκκινα φώτα ενός περιπολικού. Τα δικά μας φώτα ήταν σβηστά.  Πλησιάσαμε και διέκρινα τέσσερις μπάτσους να στέκονται όρθιοι και να κουβεντιάζουν. Μας  αντιλήφθηκαν λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, κι ένας τους μας έκανε σήμα να σταματήσουμε. Ο  Στέφανος έκοψε ταχύτητα και μου ριξε ένα βλέμμα, και τότε εγώ με γρήγορες κινήσεις απλώθηκα κι  έπιασα τα δυο καλάσνικοφ από πίσω, του έδωσα το ένα, και πριν οι μπάτσοι καταλάβουν τι είχε  γίνει βρισκόμασταν κι οι δυο μας στα παράθυρα και ρίχναμε. Μπαμ μπαμ μπαμ μπαμ μπαμ -  αμέτρητες ριπές. Οι μπάτσοι δεν πρόλαβαν καν να βγάλουνε τα όπλα τους, και πέσανε κάτω μες σε  λίμνες αίματος. Οι τρεις τους κείτονταν νεκροί, μα ο Στέφανος διέκρινε τα πόδια του τέταρτου να  σέρνονται πίσω από το περιπολικό. Έκανε να ανοίξει την πόρτα μα τον έπιασα απ’ το μπράτσο και  τον τράβηξα πίσω.
“Πρέπει να τον φάω,” μου είπε, “αλλιώς θα καλέσει ενισχύσεις.”
“Κάτσε μέσα και πάμε να φύγουμε, το έχει κάνει ήδη. Πάμε, γκαζωσέ το!”

Γκάζωσε, πέρασε ξυστά απ’ το περιπολικό στη μέση του δρόμου και συνεχίσαμε πιο μέσα. Δεν  πέρασαν ούτε δυο λεπτά όταν ακούσαμε τις σειρήνες των περιπολικών να πλησιάζουν. Έβγαλα μια  χειροβομβίδα και την πέταξα σ’ ένα στενό στα δεξιά μας, απ’ όπου ερχόταν ένα κωλάδικο.  ΜΠΟΥΜ! Δεν ξέρω βέβαια αν τους πέτυχε. Απ’ τα αριστερά μας όμως είχε εμφανιστεί ένα άλλο  που μας πήρε από πίσω. Οι μπάτσοι άρχισαν να ρίχνουν, το ίδιο έκανε κι ο Στέφανος στα τυφλά με  το πιστόλι του. Μια σφαίρα χτύπησε τον καθρέφτη στη μεριά μου, αλλά κατά τ’ άλλα ήταν πολύ  άστοχοι. Άναψα δυο μολότοφ και τις πέταξα στο αμάξι τους - και γρήγορα τυλίχτηκε σε φλόγες. Οι  μπάτσοι βέβαια πρόλαβαν και βγήκαν έξω, αλλά τους είχαμε πια προσπεράσει κατα πολύ. Πήραμε  μια στροφή απότομα και βρεθήκαμε φάτσα με φάτσα μ’ ένα άλλο περιπολικό, μα μ’ έναν ελιγμό ο  Στέφανος το απέφυγε. Έριξα άλλη μια μολότοφ όπως φεύγαμε, μα αυτή τη φορά δεν το πέτυχα. 
“Ρίξε μερικές ακόμα πίσω μας, θα τους κρατήσουν για λίγο πίσω,” μου είπε, και το κανα, έριξα τρεις  ακόμα μολότοφ στην άσφαλτο κι είδα τις φλόγες να σκαρφαλώνουνε ψηλά στο μολυσμένο ουρανό.  Παρ’ ολά αυτά ένα ακόμα περιπολικό εμφανίστηκε από ένα στενό και μας πήρε από πίσω. Αυτοί  ήταν κάπως καλύτεροι στο σημάδι. Δυο σφαίρες πέρασαν μέσα από το πίσω τζάμι και τρυπήσαν το  παρμπρίζ - κι είμασταν πολύ τυχεροί που δε μας πέτυχε καμία - κι άλλη μια χτύπησε το πίσω δεξί  λάστιχο. Ο Στέφανος έχασε τον έλεγχο για λίγο και το αμάξι πήγαινε ζιγκ ζαγκ σα μεθυσμένος που  τριγυρνάει στους δρόμους αργά τη νύχτα.
“Μας τρύπησαν το λάστιχο!” γύρισα και του πα.
“Και τι θες να κάνω, να βγω να το αλλάξω;!” μου φώναξε τσαντισμένος.

Από μπροστά μας έρχονταν τρέχοντας με χίλια άλλα δυο περιπολικά, κι έτσι πέσαμε στην παγίδα  σαν ποντίκια στη φάκα. Στρίψαμε σ’ ένα στενό αριστερά, κι εκεί μας περίμενε μια κλούβα που χε  κλείσει όλο το δρόμο, και γύρω γύρω καμιά δεκαριά μπάτσοι με φουλ φέης και καλάσνικοφ στα  χέρια. Αρχίσανε να μας πυροβολούνε και σκύψαμε κάτω. Έβγαλα μια χειροβομβίδα και την πέταξα  πάνω τους, και τότε σπάσανε και τρέξαν να κρυφτούνε πίσω από κάδους και υπόστεγα  πολυκατοικιών, δίνοντας μας λίγο χρόνο για ανασύνταξη. ΜΠΟΥΜ! Έσκασε και τύλιξε την κλούβα σε φλόγες. Ο Στέφανος γέμισε το καλασνικόφ του κι εγώ έβγαλα την τελευταία μας χειροβομβίδα  και την πέταξα στα τρία περιπολικά που μόλις είχαν φτάσει πίσω μας. ΜΠΟΥΜ! Δεν είμαι απόλυτα  σίγουρος, μα νομίζω πως ένας μπάτσος δεν πρόλαβε να βγει απ’ το αμάξι και κάηκε ολόκληρος. Οι  υπόλοιποι πρόλαβαν να απομακρυνθούνε. Εμείς πάντως είχαμε παγιδευτεί και δε μπορούσαμε να  φύγουμε. Ο Στέφανος άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω, εγώ έμεινα μες στο αμάξι κι άναψα δυο  μολότοφ, τις έριξα στους μασκοφορεμένους που δειλά δειλά έβγαιναν απ’ τις κρυψώνες του. Ο  Στέφανος άρχισε να τους ρίχνει, ένας έπεσε κάτω λαβωμένος, μα οι υπόλοιποι ανταποδώσαν τα  πυρά. Τέσσερις σφαίρες στο σώμα του, και μια στο κεφάλι. Έπεσε στην άσφαλτο νεκρός, με τα  μάτια του ανοιχτά, κι αίμα να κυλάει στο προσωπό του. Έριξα άλλες δυο μολότοφ, η αδρεναλίνη με  κρατούσε και συνέχιζα και δεν ένιωθα ούτε θλίψη ούτε φόβο. Οι μπάτσοι από πίσω περικυκλώσαν  το αμάξι, και τότε αποφάσισα να βγω με το πιστόλι μου στο χέρι. Έριξα προς το μέρος τους μα δεν  πέτυχα κανέναν. Μπαμ! Μπαμ! Δυο σφαίρες, μια στο δεξί μου μπράτσο και μια στον  ώμο μου.  Έριξα το πιστόλι κάτω κι έπεσα στα γόνατα. Οι τέσσερις μπάτσοι με περικυκλώσανε σημαδεύοντας  όλοι στο κεφάλι μου. Ο ένας τους με πλησίασε με αργά βήματα. Κλώτσησε το πιστόλι μου μακριά,  έφτασε στο μισό μέτρο από μένα κι ακούμπησε την κάνη του όπλου του στο μετωπό μου. Σήκωσα  το κεφάλι και τον κοίταξα βαθιά μέσα στα μάτια. ΜΠΑΜ!..

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου